7 Ιουνίου, 2010

Γενικά είμαι ένας αναβλητικός άνθρωπος. Για τα «δικά» μου πάντα. Όταν αναλαμβάνω κάτι για σένα, θα το κάνω καλύτερα από εσένα, πιο γρήγορα από εσένα, πιο αξιόπιστα από εσένα. Αλλά μη μου πεις να κάνω οτιδήποτε για μένα. Θα βρω τρόπο να το αναβάλλω όσο περισσότερο γίνεται. Αν ήξεραν μόνο οι επαγγελματίες υγείας που βρέθηκαν στον… δρόμο μου πόσα ραντεβού ακύρωσα απλά και μόνο επειδή θα μπορούσα να πάω μια άλλη μέρα, θα είχαν μαζευτεί στην Αριστοτέλους και θα έκαιγαν μαζικά τα πτυχία τους.

Εκείνο το πρωινό, λοιπόν, είχα ραντεβού στον οδοντίατρο. Ξύπνησα μια ώρα νωρίτερα και σκεφτόμουν για κανένα τέταρτο τι δικαιολογία να πω στην γραμματέα του. Και μετά σκέφτηκα «Σήκω και πήγαινε, θα φύγει διακοπές και θα σου μείνει ο φρονιμίτης αμανάτι».

Η μάνα ήταν στο μαγαζί. Είχαμε αρπαχτεί την προηγούμενη για κάτι που θυμάμαι αλλά δε θα σου πω και όταν πέρασα, νιώθοντας τύψεις που της μίλησα απότομα, τη ρώτησα αν ήθελε να πάω αμέσως μετά τον γιατρό για να πάει σε εξωτερικές δουλειές. Αλλιώς, θα πήγαινα για καφέ. Μου είπε να πάω και μετά να περάσω.

Τελείωσα με το δόντι, πήγα για καφέ και εκεί που καθόμουν, βλέπω τον μπαμπά μου να περνάει σφαίρα. Γιατί τρέχει έτσι;
Και μετά άκουσα τις σειρήνες. Γύρισα και είπα ως άλλη Κασσάνδρα στη φίλη μου «Όποτε ακούω σειρήνες ανατριχιάζω. Κάποιος πεθαίνει ή, κάποιου το σπίτι καίγεται».

Τα γεγονότα που προηγήθηκαν καθώς και αυτά που ακολούθησαν, δεν θα σου τα περιγράψω. Το πώς κατέληξε η μαμά μου στην εντατική, χωρίς να μπορεί να αναπνεύσει μόνη της, χωρίς να μπορούν να βρουν οι γιατροί της για ποιο λόγο, χωρίς να μπορούν να κάνουν κάτι για να τη βοηθήσουν, είναι μεγάλη ιστορία και, ακόμη και σήμερα, δεν ξέρουμε ακριβώς τι έγινε. Και νομίζω ότι δε θα μάθουμε και πότε.

Θα σου πω, όμως, πως πέρασαν αυτές οι 17 μέρες στην εντατική. Επώδυνα για εμάς, ακατάληπτα για την ίδια εκτός από εκείνα τα είκοσι λεπτά που μας άφηναν να τη βλέπουμε εκτός επισκεπτηρίου και που ο καρδιογράφος σφύριζε ακατάπαυστα όταν λέγαμε «Ήρθαμε, μαμά».

Ανέκφραστα για τους γιατρούς που προσπαθούσαν να μας πουν εμμέσως ότι δεν θα ζούσε. Ξέρεις τι είναι η κλίμακα της Γλασκώβης; Σου εύχομαι να μη χρειαστεί να μάθεις όπως εγώ, ψάχνοντας στο διαδίκτυο. Στο 3. Εκεί ήταν. Ή, τουλάχιστον, εκεί ήταν μέχρι το εγκεφαλογράφημα. Μετά, δεν ήταν εκεί αλλά δεν ήταν και μαζί μας. Αγχωτικά για τον μπαμπά, που προσπαθούσε να μας κρατάει σε εγρήγορση, λέγοντας μας ιστορίες από όταν ήταν ζευγάρι, προετοιμάζοντας μας για τη συνέχεια, σταματώντας την γκρίνια για τα τσιγάρα και τους καφεδες. Τον λυπήθηκα όταν ένα απόγευμα, λίγο πριν αρχίσει η κατηφόρα, μας είδε να βγαίνουμε συζητώντας ζωηρά και χαμογέλασε γιατί νόμιζε ότι κάτι έγινε. Όταν πλησιάσαμε, του είπα «Μπαμπά, ξέρεις γιατί μας αφήνουν να δούμε τη μαμά εκτός ωραρίου; Γιατί θα πεθάνει». Εκεί νομίζω, γονάτισε.

Γενικευμένη ανεπάρκεια οργάνων. Την προηγούμενη μέρα είχαμε πάει και, ως συνήθως, άρχισε να σφυρίζει το μηχάνημα και άνοιξε τα μάτια της αργά, με κόπο, και γύρισε να κοιτάξει την αδερφή μου που έκλαιγε. Και δάκρυσε. Και προσπαθούσε να πάρει αναπνοή για να της βγάλουν τον αναπνευστήρα, όπως της έλεγα κάθε φορά να κάνει και την έπιασε λόξιγκας. Και εκεί κατάλαβα ότι τη βασανίζαμε με αυτές τις επισκέψεις γιατί καταλάβαινε και προσπαθούσε. Γιατί άκουγε την απόγνωση στις φωνές μας τις δήθεν χαρούμενες από τα νέα που μας έλεγαν οι γιατροί. Γιατί ήξερε ότι δεν μπορούσε να γίνει κάτι άλλο αλλά το προσπαθούσε γιατί έτσι κάνουν οι γονείς.

Μετά την κηδεία, γνώρισα πολλούς ανθρώπους που, θεωρητικά, τους ήξερα και πριν. Άλλους τους είδα όπως πραγματικά ήταν πάντα, σταθερά και αβίαστα, και άλλους ήταν σαν να μην τους ήξερα ποτέ. Λυπάμαι μόνο που οι δεύτεροι περιέβαλλαν τη μαμά μου σχεδόν όλη της τη ζωή.

Αν εκείνο το πρωί είχα ακυρώσει το ραντεβού στον οδοντίατρο, ίσως σήμερα να μην σου έγραφα όλα αυτά. Και ίσως να μη θυμόμουν καν ποια ήταν εκείνη η μέρα που έβγαλα τον ένα και μοναδικό μου φρονιμίτη.