Ποιος δεν έχει φοβίες; Ας μου πει κάποιος ειλικρινά ότι δεν έχει φοβίες. ΤΙ;;; Εσύ δεν έχεις; Α ΠΑΓΑΙΝΕ ΑΠΟ ΔΩ ΡΕ!
Φοβίες λοιπόν. Μικρές και μεγάλες, πιο λογικές και εντελώς παράλογες. Φοβίες που σου παγώνουν το αίμα, που σου προκαλούν υστερία, που σε κάνουν να σκέφτεσαι «βρε μήπως είμαι λίγο υπερβολικός; Άντε καλέ, όχι. Οι άλλοι είναι αναίσθητα μουλάρια!»

Πώς γεννιέται όμως μια φοβία; Είσαι ένα παιδάκι που παίζει μέσα στα χώματα και την μπίχλα. Κάνεις συλλογή από ακρίδες ενώ δεν είναι λίγες οι στιγμές που έχεις τρέξει στην μάνα σου περιχαρής «ΜΑΜΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!! ΔΕΣ ΕΝΑ ΣΚΟΥΛΗΚΙ ΠΟΥ ΕΠΙΑΣΑ!!». Έχεις 42 πυρετό και κλαις με λυγμούς γιατί «ΜΑ ΡΕ ΜΑΜΑ ΟΛΟΙ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΠΗΓΑΝΕ ΓΙΑ ΜΠΑΝΙΟΟΟΟΟΟΟ!!!». Σκαρφαλώνεις όπου βρεις: σε δέντρα, σε ταράτσες, σε πέργκολες, σε στύλους της ΔΕΗ. Πέφτεις, χτυπάς «ΜΑΜΑ ΚΟΙΤΑ!!!! ΚΟΚΑΛΟ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΒΓΑΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΓΟΝΑΤΟ;;;». Με λίγα λογία, είσαι ατρόμητος. Είσαι άφθαρτος. Δεν φοβάσαι τίποτα ρε παιδί μου! Πώς το λένε; Τι είναι λοιπόν αυτό που θα κάνει αυτό το παιδάκι (το οποίο καθαρά από τύχη έφτασε την ενηλικίωση), να μεγαλώσει και όταν βλέπει αράχνη να τρέχει; Να βρίσκεται σε ύψος και να πέφτει κάτω αγκαλιάζοντας το χώμα ενώ κατεβαίνει με έρπειν; Να ανεβάζει 37.2 και να παίρνει τηλέφωνο τον συμβολαιογράφο του για διαθήκη;

Παραθέτω μερικά παραδείγματα λοιπόν, για το πώς μια φοβία γεννιέται, με πραγματικά βιώματα, μέσα από την άκαρδη ζωή (ΔΕΝ ΣΥΝΕΒΗΣΑΝ ΣΕ ΜΕΝΑ, ΣΥΝΕΒΗΣΑΝ ΣΕ ΜΙΑ ΦΙΛΗ ΜΟΥ!).

Αραχνοφοβία: είσαι 10 χρονών και περνάς ανέμελες διακοπές στο χωριό. Χωριό σημαίνει εξοχή, εξοχή σημαίνει ζούδια και παντός λογής ζωύφια. Το ξέρεις καλά. Άλλωστε είναι παροιμιώδης η συλλογή που κάνεις με πράσινες ακρίδες. Ειδικά όταν σου έφυγαν μέσα στο σπίτι και η μάνα σου έπαθε υστερία και σε κυνηγούσε μέχρι το πατάρι για να σε τσακώσει και… τι λέγαμε; Ναι! Ζωύφια λοιπόν. Ακριδούλες, μυρμηγκάκια, πασχαλίτσες, σαρανταποδαρουσίτσες και ΑΡΑΧΝΟΥΛΕΣ. Όχι ότι έχεις κάποιο θέμα με κάποιο από αυτά, αλλά δες τώρα πώς αποκτάς: Είναι Κυριακή πρωί, η μάνα σου ξελαρυγγιάζεται από τις 8 αξημέρωτα «σήκω να πάμε εκκλησία να κοινωνήσεις!!!». Εσύ ξενύχτησες βλέποντας X-files σε επανάληψη το προηγούμενο βραδύ και σε πήγε λίγο χεσμεντέ, οπότε κοιμήθηκες κατά τις 2. Δεν θες να σηκωθείς με την καμία. Έλα όμως που οι γκαρίδες της μάνας σου υπερισχύουν και με χίλια ζόρια ανοίγεις τα παιδικά ματάκια σου, ανακάθεσαι στο κρεβάτι σου και εκείνη την στιγμή αισθάνεσαι κάτι σχετικά βαρύ, από το ταβάνι να πέφτει στα ποδιά σου. Κοιτάς αργά προς τα κάτω και είναι μια αράχνη με διάμετρο ΠΙΑΤΑΚΙ ΤΟΥ ΚΑΦΕ (εντάξει, μπορεί να είναι και μικρότερη αλλά είσαι αγουροξυπνημένος ρε φίλε). Φωνάζεις από το βάθος των πνευμόνων σου «ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!», φωνάζει και η αράχνη «ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!», τσιρίζετε έτσι αντικριστά μερικά δευτερόλεπτα, κοιτιέστε στα μάτια και η αράχνη ως πιο εκπαιδευμένη, κατεβαίνει από πάνω σου και εξαφανίζεται κάτω από το κρεβάτι. Τρέχεις, κλειδώνεσαι στο μπάνιο, κλαις σε εμβρυακή στάση στο ντους. Δεν θες να ξαναδείς αράχνη, μήτε εκκλησία στην ζωή σου. Κάποια χρόνια αργότερα διαβάζεις για ένα περιστατικό όπου μια αράχνη έκανε φωλιά το αυτί μιας τύπισσας. Αισθάνεσαι μια ταύτιση και έκτοτε όποτε βλέπεις αράχνη, νιώθεις να σε περπατάνε χιλιάδες μικρά τριχωτά πόδια, θες να λιποθυμήσεις, ενώ ζητάς από το Μήτσο να τσεκάρει τα αυτιά σου μην τυχόν έκανε φωλιά και σου τρώει τον εγκέφαλο.

Αρρωστοφοβία: Είσαι 20 χρονών στα ντουζένια σου. Φοιτητής. Αράζεις Διαβάζεις. Η τηλεόραση δείχνει Ζήνα σε επανάληψη κι εσύ ασυναίσθητα χαζεύεις. Εκεί που χαζεύεις, βλέπεις μικρά φλασάκια από το αριστερό σου μάτι. «Ρε φίλε με φωτογραφίζουν;» αναρωτιέσαι μιας και αισθάνεσαι ήδη σταρ. Nope! «Ρε μήπως μπουμπουνίζει;». Όχι καλέ! Ιούλιο μήνα μεσημέρι! Δεν δίνεις σημασία, προσπερνάς, συνεχίζεις να βλέπεις Ζήνα. Την επόμενη μέρα το ίδιο, την μεθεπόμενη το ίδιο (για τα φλασάκια, όχι για την Ζήνα. Εντάξει και για την Ζήνα, αλλά δεν είναι αυτό το point!). Αποφασίζεις να πας στον οφθαλμίατρο. Σε εξετάζει χώνοντας σου στο μάτι ένα πράγμα, σαν αυτό που τσεκάρουν οι χρυσοθήρες την ποιότητα του χρυσού στα γουέστερν και μετά από μια μικρή μάχη, ισιώνει τον γιακά που του κατέβασες προσπαθώντας να ξεφύγεις και βγάζει διάγνωση: «μπλαμπλαμπλαμπα σπάνιο σύνδρομο μπλαμπλαμπλα λέιζερ στην Αθήνα μπλαμπλα».

Παγώνεις. Σβήνεις. Χάνεσαι. Η ζωή. Η ζωή εδώ τελειώνει. Χριστέ μου τι να κάνω; ΝΑ ΠΑΝΙΚΟΒΛΗΘΩ;;;;;

Σπάνιο σύνδρομο. ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ! Στα μάτια σου τα τσακίρικα! Τα λάγνα! Τα αμυγδαλωτά! ΕΛΕΗΣΤΕ ΚΟΖΜΕ ΤΟΝ ΑΟΜΑΤΟ! ΕΧΩ ΤΗΝ ΤΥΦΛΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ! ΩΠΑ! ΠΑΥΣΗ! Ας πάμε να δούμε όμως, τι πραγματικά σου είπε ο γιατρός παλιοχέστη, πριν αρχίσεις να οραματίζεσαι σκούρα γυαλιά και ένα σκύλο – οδηγό που θα τον λένε «Αζόρ»: «αγαπητέ μου έχεις ένα σπάνιο σύνδρομο, τυχαίνει σε πολύ χαμηλά ποσοστά ανθρώπων που ήδη έχουν μυωπία, οπότε θα πρέπει να πας για λέιζερ στην Αθήνα, αλλά μην ανησυχείς, δεν είναι κάτι σοβαρό, απλά κάτι που πρέπει να διορθωθεί». Τζάμπα σάλιο χαλάει ο εμπιζζζντήμονας όμως ρε χέστη! Πας κάνεις το λέιζερ στην Αθήνα, είσαι μια χαρά περδίκι, αλλά η σκέψη ότι δεν είσαι πια άτρωτος, ότι μπορείς να πάθεις πράγματα και μάλιστα ΣΠΑΝΙΑ είναι εκεί. Δεν ξεκουνάει. Οπότε τώρα οτιδήποτε ακούς το παθαίνεις, το ψάχνεις στο google, πρήζεις την ξαδέρφη σου την γιατρό στο Facebook (Μαριάννα σόρρυ ρε!), πρήζεις φίλους, συγγενείς, αρχίδια γενικότερα, αλλά σε actual γιατρό δεν πας. ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΠΑΣ! Εσύ θες να πεθάνεις γαλήνια από τακαμούρι ένα βραδύ στον ύπνο σου! Δεν θες να ξέρεις! Από τότε έχεις πάθει σταφυλόκοκκο στην μούρη, επειδή έπαθε η Καγιά μικρή και είδες κι εσύ ένα μπιμπίκι, έπαθες AIDS διότι διάβασες για το σάρκωμα Kaposi και έβγαλες κάτι στο χέρι (άσχετα που κάηκες στον φούρνο από την βουλιμία σου να βγάλεις την πίτσα και το ξέχασες ηλίθιε!), έπαθες καρκίνο του πνεύμονα γιατί έβηξες, καρκίνο στα οστά γιατί πιάστηκες, καρκίνο στο νεφρό γιατί κατούρησες περίεργα και καρκίνο στα νύχια (ΚΙ ΟΜΩΣ ΥΠΑΡΧΕΙ) γιατί χτύπησες ξυπόλυτος το μικρό σου δαχτυλάκι στο πόδι του τραπεζιού και μελάνιασε (το οποίο και πάλι δεν θυμάσαι ΗΛΙΘΙΕ!). Όλα αυτά τα περνάς βουβά και στωικά έτσι; Φυσικά δεν λες σε κανένα τίποτα, γιατί αφενός δεν θέλεις να στενοχωρήσεις τους δικούς σου για την τραγική σου μοίρα και αφετέρου, γιατί ο Μήτσος πάλι θα σε βρίσει που τον βάζεις για χιλιοστή φορά, να τσεκάρει το μπιμπίκι στην πλάτη σου «μήπως έχει κάτι περίεργο».

Ακροφοβία: δεν είναι ακριβώς υψοφοβία, δεν έχεις πρόβλημα με τα ύψη γενικά, έχεις πρόβλημα να είσαι σε ΑΝΑΣΦΑΛΙΣΤΑ ύψη. Φοβάσαι ότι αν βρίσκεσαι σε ύψος, χωρίς επαρκή προστατευτικά, θα γίνει μαλακία από στιγμή σε στιγμή και θα πέσεις κατά λάθος στο κενό. Συνεπώς δεν μπορείς να στέκεσαι σε άκρη γκρεμού, σε ταράτσα χωρίς κάγκελα, σε μπαλκόνι με χαμηλά κάγκελα ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΦΑΚΙΝ ΚΟΥΝΙΑ ΠΟΥ ΚΡΕΜΕΤΑΙ ΑΠΟ ΑΛΥΣΙΔΙΤΣΕΣ ΚΑΙ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ 72 ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΓΥΡΝΑΕΙ ΓΥΡΩ-ΓΥΡΩ ΣΤΟ ALLOU, ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΚΑΙ ΣΕ ΑΝΕΒΑΣΕ Ο ΜΗΤΣΟΣ ΜΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΝΑ ΑΠΟΚΤΗΣΕΙΣ ΑΚΡΟΦΟΒΙΑ ΣΤΑ 30 ΣΟΥ! Έχει και το θράσος να σε κοροϊδεύει κιόλας τώρα, το γαϊδούρι!