Κρατά το κεφάλι του σφιχτά με τα δυο του χέρια. Οι αρθρώσεις του ασπρίζουν από την ένταση και την δύναμη. Ξεφυσά και με μία απότομη κίνηση χτυπά δυνατά το γραφείο του. Οι λευκοί φάκελοι με την λέξη «ΑΠΟΡΡΗΤΟ», που βρίσκονται μπροστά του, πέφτουν με δύναμη στο πάτωμα. Φωτογραφίες σκορπίζουν ανάμεσα στα πόδια του. Ανοίγει τα βαριά του βλέφαρα και κοιτάζει κουρασμένος. Φωτογραφίες από ανθρώπινα μέλη πέντε διαφορετικών ατόμων. Κομμάτια που ένωσαν οι αστυνομικοί σαν παζλ.

Τα περισσότερα θύματα βρέθηκαν σε σφραγισμένα ξύλινα βαρέλια. Λίγο έξω από την πόλη Λέβιστον του Μέιν, στο δάσος πίσω από τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό. Ανάμεσα στα δέντρα, κάθε ένα θύμα ήταν σε συγκριμένη θέση σχηματίζοντας μία κλεψύδρα. Τέσσερις άντρες σχημάτιζαν δύο ανάποδα τρίγωνα που στο κέντρο τα ένωνε ένα βαρέλι, με τα κομμάτια μίας νεαρής κοπέλας. Το κεφάλι της ήταν ακουμπισμένο πάνω στο βαρέλι προσεκτικά και τα ξανθά της μακριά μαλλιά έπεφταν σαν χείμαρος γύρω του. Ο δολοφόνος, είχε τοποθετήσει με προσοχή μαργαρίτες πάνω στα μαλλιά της και είχε χαράξει στο μέτωπό της, την λέξη ”άγγελος”. Ήταν μια τραγική πανέμορφη εικόνα που θα στοιχειώνει για πάντα τον επιθεωρητή Έρικ Σμίθ.

Ο Σμίθ κοιτάζει απογοητευμένος και θυμωμένος τις σκόρπιες φωτογραφίες στο πάτωμα. Το βλέμμα του σταματά στο χέρι ενός από τα θύματα. Το αυτοσχέδιο τατουάζ ενός βαρυποινίτη του οποίου στην άκρη, ένας κωδικός Νο.523. Ο αριθμός από το κελί του, είχε αποφυλακιστεί πριν ένα χρόνο ακριβώς. Όλοι οι άντρες ήταν σεσημασμένοι εγκληματίες. Μόνο η κοπέλα είχε λευκό ποινικό μητρώο. Σκύβει με δυσκολία και μαζεύει τους φακέλους και τους τακτοποιεί. Ο συνάδελφος και φίλος του Τομ, τον χτυπά στους ώμους με κατανόηση.
«Σου έχει γίνει εμμονή Έρικ, πήγαινε να κοιμηθείς. Χρειάζεσαι ξεκούραση. Έχει καιρό να σε ενοχλήσει άλλωστε».
«Πρέπει να τον βρούμε Τομ, θα το ξανακάνει είμαι σίγουρος».

————
Ο Σμίθ μετακόμισε πριν έξι μήνες με την οικογένεια του στο στο πατρικό του. Δεν φανταζόταν ότι η πρώτη του υπόθεση θα ήταν αυτή, τόσο δύσκολη. Ότι θα αναγκαζόταν να παίξει το άρρωστο παιχνίδι ενός κατά συρροή δολοφόνου. Δεν είχαν κανένα στοιχείο για τον δράστη και όλες οι έρευνες έπεφταν στο κενό. Ο δολοφόνος έπαιζε μαζί τους για αρκετό καιρό τώρα. Έστελνε προσωπικές επιστολές στον αστυνόμο Σμίθ χλευάζοντας τις επαγγελματικές του δεξιότητες. Έλεγε ότι τα εγκλήματά του είναι μέρος ενός μεγάλου σχεδίου και δεν μπορεί να τον σταματήσει κανείς. Αυτός έβλεπε το κακό και το κακό το σκοτώνεις μόνο με καλό. Δεν έχω τελειώσει μαζί σου, του έλεγε. Υπέγραφε ως «Κριτής».

Γυρνούσε στο σπίτι του αργά την νύχτα και δεν μπορούσε να κοιμηθεί για πολλούς μήνες τώρα ο Σμίθ. Ένιωθε την ανάσα του δολοφόνου στο σβέρκο του κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια του. Φοβόταν για την οικογένειά του και γι’ αυτό πριν ένα μήνα περίπου αποφάσισε να στείλει την γυναίκα και την κόρη του στα πεθερικά του, για την ασφάλεια τους. Μόνος, ξαπλωμένος στον καναπέ, έπινε μέχρι να πέσει σε λήθαργο. Μόνο έτσι ξεκουραζόταν το κουρασμένο του κορμί. Δίπλα του, στο μικρό κομοδίνο, η λάμπα τρεμοπαίζει. Ο φάκελος της υπόθεσης ταλαιπωρημένος από την χρήση και δίπλα μία λιτή ξύλινη κορνίζα με την φωτογραφία της μεγάλης του κόρης, της Άννας. Ένα ξανθό όμορφο κοριτσάκι με μεγάλα πράσινα μάτια, σαν άγγελος.

Η Άννα πριν ένα χρόνο έχασε την ζωή της εντελώς άδικα, έξω από το σπίτι της. Μια παλιά μαύρη κορβέτ, περνώντας με μεγάλη ταχύτητα την παρέσυρε για αρκετά μέτρα και την πέταξε στον κήπο του διπλανού σπιτιού. Ο θάνατος της ήταν ακαριαίος. Ο οδηγός την εγκατέλειψε. Μάρτυρες είπαν ότι στο αυτοκίνητο επενέβαιναν άλλα 3 άτομα. Και ήταν αυτοί που τραβούσαν τον σοκαρισμένο οδηγό να απομακρυνθούν από το σημείο. Η Άννα ήταν έντεκα ετών και ο θάνατός της, καταρράκωσε την οικογένειά της και ειδικά τον πατέρα της που δεν μπορούσε να βρει τους ενόχους να πνίξει την οργή και τον θυμό του. Μέσα στις προσπάθειες της οικογένειας να συνέλθουν, ήταν να αλλάξουν κατοικία μετά από λίγους μήνες και να έρθουν στο Λέβιστον.

Το πρωί βρίσκει τον Σμίθ πεσμένο στο πάτωμα του σαλονιού. Η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική. Σηκώνεται με δυσκολία και τινάζει από πάνω του, στάχτες από τσιγάρο. Κοιτάζει το ρολόι του, η ώρα οκτώ και τέταρτο. Τινάζεται νευρικά, άργησε πάλι για την δουλειά. Με γρήγορες κινήσεις μπαίνει για ένα κρύο ντους και ετοιμάζεται σχεδόν μηχανικά. Με τα κλειδιά στο ένα χέρι και το τηλέφωνο στο άλλο, κατευθύνεται προς την έξοδο. Ένας κόκκινος φάκελος του τραβά την προσοχή κάτω από την πόρτα. Με προσοχή τον παίρνει στα χέρια του και τον ανοίγει με αργές κινήσεις.
Σου έλειψα φαντάζομαι έτσι;
Ήρθε η ώρα που περίμενα.
Σε λίγες μέρες θα τα μάθεις όλα.
Θα δεις ότι έχω δίκιο
Κριτής

Τα χέρια του τρέμουν καθώς διαβάζει με τρόμο τις λίγες σειρές. «Ξέρει που μένω», μουρμουρά σοκαρισμένος. Βάζει πάλι στο φάκελο το σημείωμα και τηλεφωνεί στον Τόμ.
Οι συνάδελφοι του δεν βρήκαν κανένα άλλο αποτύπωμα ή στοιχείο. Πάντα ο δολοφόνος είναι ένα βήμα μπροστά. Ο Σμίθ μπαίνει με φόρα στο γραφείο του προϊσταμένου του.
«Έχω οικογένεια, φοβάμαι! Ευτυχώς που τους έδιωξα. Έχουμε να κάνουμε με κάποιο άρρωστο τέρας. Ξέρει που μένω. Έχω κουραστεί από τα παιχνίδια του!». Ο Τόμ τον πλησιάζει να τον ηρεμήσει. Ο Σμίθ σαν πληγωμένο ζώο βγαίνει από το γραφείο και φεύγει εμφανώς ταραγμένος.

————

Οι μέρες που περνούν είναι πολύ δύσκολες για τον Σμίθ, τα βράδια ακόμα πιο δύσκολα. Ο δολοφόνος συνεχίζει να του στέλνει γράμματα που δεν βγάζουν κανένα νόημα. Έτσι κι απόψε ένας ακόμα κόκκινος φάκελος βρίσκεται στα χέρια του. Τον ανοίγει σχεδόν βαριεστημένα.

Ήταν τέσσερις δαίμονες
Ήταν ένας άγγελος
Την εγκατέλειψαν
Είχε λουλούδια στα μαλλιά
Τους άξιζε ότι έπαθαν
Κριτής

Ο φάκελος και το χαρτί του έπεσαν από τα χέρια. Η καρδία του σφίχτηκε και πόνεσε βαθιά. Δεν εννοεί αυτό! Όχι!
Σε λιγότερο από μισή ώρα ήταν στο γραφείο του. Άνοιξε τον υπολογιστή του και μπήκε στα απόρρητα αρχεία της υπηρεσίας. Εικόνες και στοιχεία εναλλάσσονται μπροστά στα μάτια του. Και τότε είδε και κατάλαβε. Τα τέσσερα θύματα, είχαν αποφυλακιστεί πριν ένα χρόνο. Ο ένας από αυτούς είχε μια μαύρη κορβέτ. Την απέσυρε μετά από ένα μήνα της αποφυλάκισής του. Ήταν αυτός που σκότωσε την κόρη του. Ήταν αυτοί που την εγκατέλειψαν. Οργή κατακλύζει το μυαλό του Σμίθ. «Παίζεις μαζί μου», φωνάζει δυνατά και σηκώνεται σπρώχνοντας την καρέκλα του…
«Όχι! Όχι!»

Η επόμενη μέρα βρίσκει τον Σμίθ αγκαλιά με ένα μπουκάλι ουίσκι στο βρώμικο σαλόνι του. Σηκώνεται και παραπατά καθώς πάει στην τουαλέτα να ξαλαφρώσει από το ποτό που κατανάλωνε όλη νύχτα. Η πόρτα της αποθήκης του τραβά την προσοχή. Είναι ελαφρώς ανοιχτή. Συνέρχεται απότομα και αρπάζει το πιστόλι του από το πεταμένο σακάκι στο πάτωμα. Με προσεκτικές κινήσεις ανάβει το φως της σκάλας και κοιτάζει προς τα κάτω με ένταση. Αργά, κατεβαίνει με το πιστόλι να τον οδηγεί. Φτάνοντας στο υπόγειο, ανάβει γρήγορα την λάμπα δίπλα του. Αυτό που αντικρίζει τον παγώνει. Κάνει δυο βήματα μπροστά και με τα μάτια ορθάνοιχτα κοιτάζει γύρω του. Τρόμος τον τυλίγει και τον ζαλίζει ταυτόχρονα. Δάκρυα κυλούν αβίαστα στα μάγουλά του. Βγάζει με αργές κινήσεις το τηλέφωνό του και σχηματίζει ένα μήνυμα.
«Τόμ, τον βρήκα. Ο δολοφόνος είναι σπίτι μου ελάτε γρήγορα».
Ο Σμίθ σηκώνει το όπλο του και πυροβολεί.

Η αστυνομία καταφτάνει σε λιγότερο από δεκαπέντε λεπτά. Σπάζουν την πόρτα για να μπουν. Με πλήρη εξάρτηση ψάχνουν κάθε δωμάτιο εξονυχιστικά. Δύο από αυτούς μαζί με τον Τόμ, κατεβαίνουν στην υπόγεια αποθήκη. Το θέαμα σκληρό και αναπάντεχο. Ο Σμίθ έχει αυτοπυροβοληθεί στο κεφάλι.

Μπροστά τους ένας κόκκινος τοίχος. Κολλημένες φωτογραφίες των θυμάτων. Φωτογραφίες των κομματιασμένων σωμάτων τους. Τα ματωμένα ρούχα τους μέσα σε γυάλινα βάζα κοσμούν ένα ράφι στην γωνία. Κάθε βάζο έχει γραμμένο το όνομα του θύματος. Πάνω στον ξύλινο πάγκο ένα πριόνι και ένας μπαλτάς. Δίπλα στο πάτωμα δύο μεγάλα βαρέλια άδεια. Στην άλλη πλευρά, κάτι σαν μνημείο. Μία φωτογραφία στην μέση, της κόρης του. Γύρω της κεριά και λουλούδια, μαργαρίτες. Μια κλεψύδρα έχει σταματήσει ακριβώς την ώρα που ο Σμίθ συνειδητοποίησε ότι εκείνος είναι ο δολοφόνος. Ο πόνος του τον χώρισε σε δυο προσωπικότητες. Δεν το ήξερε, δεν το ήθελε, απλά έγινε. Πήρε την εκδίκηση του. Και θυσίασε ένα κορίτσι ακόμα στο όνομα του παιδιού του. Ήταν σαν να σκότωνε την μεγαλύτερη Άννα, την Άννα που δεν θα γνώριζε ποτέ. Με τα ξανθά της μαλλιά, τα πράσινα μάτια και τις μαργαρίτες στο κεφάλι. Όπως την μέρα που την σκότωσαν, ένα χρόνο ακριβώς πριν, στον κήπο της γειτόνισσας.

 

Δωροθέτης Διαγωνισμού: ΔΙΟΠΤΡΑ