Όταν διαβάζεις αυτό το κείμενο θα είμαι ήδη νεκρή. Αυτό δεν είναι κάτι που πρέπει πλέον να σε στενοχωρεί, θέλω να πιστεύω ότι ζήσαμε μια καλή ζωή, ότι έχεις τόσες πολλές αναμνήσεις μαζί μου που θα με κρατάνε για καιρό, ζωντανή στην μνήμη σου. Βέβαια μετά από αυτό που διαβάσεις μπορεί να με μισήσεις, να νιώσεις προδομένη να μην μπορείς να εμπιστευτείς ξανά άνθρωπο. Είναι γελοίο να πω ότι όλα τα έκανα για σένα γιατί από ένα σημείο και μετά, νομίζω ότι απλά προσπαθούσα να διορθώσω λάθη μου προκειμένου να βρίσκομαι μαζί σου. Ήμουν εγωίστρια και κακομαθημένη και κακιά και όλα όσα μου προσάψεις, όμως θυμήσου ότι στο άρρωστο μυαλό μου εσύ ήσουν το ναρκωτικό μου. Εσύ η αρχή και εσύ πάντα, το τέλος όλων. Θέλω απλώς να θυμάσαι ότι σε αγαπώ μέχρι το άπειρο και ακόμα παραπέρα και ότι όλα τα λάθη μου που εύκολα θα κατακρίνεις έγιναν χωρίς πολλή σκέψη, ίσως χωρίς πολλή συνείδηση και τα περισσότερα με γνώμονα τη δική σου ασφάλεια.

Οι άνθρωποι δεν είναι όπως φαίνονται γλυκιά μου, στο έλεγα συνέχεια και ίσως επιτέλους σε κάνω να το πιστέψεις. Ξέρω ότι με έχεις ψηλά, ξέρω ότι με λατρεύεις αλλά όμως αυτό είναι ένα ακόμα μάθημα, ίσως το χειρότερο, αλλά και το πιο σημαντικό από όλα.

Μεγάλωσα όπως ξέρεις στην δεκαετία του εβδομήντα, σε μια μικροαστική σχεδόν φτωχή οικογένεια. Δεν είναι ότι δεν είχαμε να φάμε. Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, στην Αθήνα κυρίως, λίγοι πεινούσαν και εμείς δεν ήμασταν από αυτούς. Ο μπαμπάς δημόσιος υπάλληλος, η μαμά νοικοκυρά και όλος ο κόσμος τους περιστρεφόταν γύρω από τα δυο καμάρια τους. Μοναδικός στόχος της οικογένειας αυτής να μεγαλώσουν καλά παιδιά, να σπουδάσουν να καλοπαντρευτούν και να γίνουν όπως μου έλεγε η μάνα μου «Καλύτεροι από εμάς»… Αυτό που θυμάμαι εγώ καθώς μεγάλωνα ήταν η απουσία συναισθήματος και από τους δυο γονείς μου, μεταξύ τους ήταν σαν δυο ξένοι με τα παιδιά που απλά κάλυπταν τις ανάγκες τους, συναισθηματικά και οι δυο απόντες. Δεν ξέρω γιατί… μην ξεχνάς ότι μεγαλώνεις σε διαφορετική γενιά, εμείς τότε δεν σκεφτόμασταν το συναίσθημα, νομίζω όμως ότι η έλλειψη αγάπης και εν γένει συναισθηματικής φροντίδας ήταν το πρώτο πράγμα που κατάλαβα ότι μου ανήκει και παραδόξως δεν με ενδιέφερε και πολύ…

Μεγάλωνα και ακολουθούσα αυτό που έπρεπε, επιτυχίες στα μαθήματα, ευχάριστος χαρακτήρας, αγαπητή από φίλους και παρατηρητής των πάντων. Το βλέμμα μου έμαθε να μετράει τα πάντα και να μην αφήνει ποτέ να φανεί πως ένιωθα. Ακολούθησα όπως ξέρεις ένα επάγγελμα που μισούσα στο οποίο, όμως, ήμουν πολύ καλή και έτσι σχετικά εύκολα ακολούθησε μια επιτυχημένη και καλοπληρωμένη θέση εργασίας. Στην ηλικία των είκοσι πέντε ξεχώριζα πλέον από το κοινωνικό κύκλο που είχα μεγαλώσει. Είχα σπουδάσει, είχα μια τέλεια, κατ’ αυτούς δουλειά, έβγαζα απίστευτα χρήματα και ο έρωτας μου είχε χτυπήσει την πόρτα. Πως αισθανόμουν όμως μέσα μου; Εύκολο να σου το περιγράφω τώρα που έχουν περάσει πλέον τόσα χρόνια… Ασφυκτιούσα ήδη από τα εικοσιπέντε μου, τόσα χρόνια που προσπαθούσα να τα κάνω όλα σωστά δεν μου είχαν αφήσει περιθώριο για να νιώσω έστω κάτι. Ακόμα και οι λίγοι εραστές πριν τον Έρωτα – που ξέρεις ποιος είναι – είχαν επιλεγεί με το αν θα με βοηθούσαν στην εξέλιξη μου, επαγγελματική ή/και σεξουαλική.

Ένα τυχαίο ταξίδι ήταν η αρχή της διπλής μου ζωής. Ένα τυχαίο επαγγελματικό ταξίδι στα είκοσι έξη μου, όπου ένιωσα – και ένα βήμα πριν το γάμο μου – με τον Έρωτα, τον αληθινό έρωτα, το απόλυτο και το τίποτα ταυτόχρονα. Δεν υπερβάλλω, άκουσε με, μετά από τόσα χρόνια το ξέρω καλά. Εγώ που δεν ήμουν ικανή να νιώσω τίποτα, που τα πάντα κι όλες μου οι ενέργειες είχαν στόχους, άφησα τον εαυτό μου να χαθεί σε ένα πάθος. Τον αγάπησα με όλο μου το είναι, τον άφησα να κυριαρχεί στο μυαλό μου ενώ συνέχιζα την τέλεια, τακτοποιημένη ζωή μου. Φαινόταν στα μάτια του ότι του έδινα μόνο ψίχουλα από το χρόνο και την ζωή μου, όμως όλα τα άυπνα βράδια μου ήταν δικά του και όλες οι σκέψεις μου γεμάτες από εκείνον.

Δεν θα χαλούσα φυσικά την τέλεια ζωή μου για το μοναδικό πράγμα που ένιωθα. Μπορεί να ήμουν νεκρή συναισθηματικά και μόνο όταν ήμουν μαζί του να ζούσα και να ανέπνεα, όμως για μένα αυτό δεν ήταν αρκετά σημαντικό. Μην με κρίνεις, εσύ που έμαθες ότι η αγάπη θα είναι για σένα αυτοσκοπός κάτσε και σκέψου ότι εγώ σε έμαθα έτσι. Εγώ πάντα επέμενα να νιώθεις κι όχι να σκέφτεσαι, εγώ που δεν ακολούθησα ποτέ την καρδιά μου.

Μπορούσα να συνεχίσω να ζω έτσι, δεν μου ήταν δύσκολο και από ένα σημείο και μετά αυτά τα μικρά διαλείμματα μαζί του μου έφταναν για να νιώθω στιγμιαία ευτυχισμένη. Δεν είχα υπολογίσει το μέγεθος της δικής του αγάπης, το μέγεθος της δικής του απόγνωσης.

Είχαν περάσει σχεδόν δέκα χρόνια από τη παράλληλη τακτοποιημένη ζωή μου και ένα απόγευμα, που τυχαία μας είδε μαζί σε ένα μαγαζί, ξεκίνησε η σκέψη για το τέλος του και για το τέλος της ζωής μου. Σφράγισα την απόφαση μου την επόμενη μέρα όταν έλαβα το γράμμα του στο γραφείο μου.

«Είσαι μια ψεύτρα! Πώς μπόρεσες να κρατήσεις ένα τέτοιο μυστικό;;;
Είναι δική μου και το ξέρουμε και οι δυο καλά, δεν θα σε αφήσω να καταστρέψεις την ζωή της, θα μάθει την αλήθεια και αυτή και ο άντρας σου και όλος ο κόσμος.
Δεν με ενδιαφέρει πια τίποτα, δεν έχω να χάσω τίποτα. Η αλήθεια θα φανερωθεί».

Ένα γράμμα. Πενήντα επτά λέξεις που καθόρισαν το μέλλον μας.
Σε όλα μπορεί να είχε δίκιο όμως το γράμμα του έγραφε και ένα ψέμα: Είχε κάτι να χάσει. Την ζωή του.

Τόσο απλά είναι τα πράγματα γλυκιά μου. Τόσο απλά το αποφάσισα. Έχασε την ζωή του για να έχω εγώ την δική μου και εσύ μια ευκαιρία να ζήσεις ευτυχισμένη, να μεγαλώσεις με αγάπη στον μικρόκοσμο που είχες στο μυαλό σου, με την μαμά και τον μπαμπά ευτυχισμένους.

Είναι πολύ εύκολο να σκοτώσεις κάποιον που σε αγαπάει κι ακόμα και αν δεν σε εμπιστεύεται απόλυτα μέσα στην απόγνωση του, μπορεί να ελπίζει ότι επιτέλους θα δεις την δική του αλήθεια. Τον παρέσυρα στο τελευταίο μας ρομαντικό Σαββατοκύριακο. Η Μάνη ήταν χρόνια το λιμάνι μας , του μίλησα γλυκά, τον έπεισα ότι μέσα σε δυο μέρες θα τα τακτοποιούσαμε όλα και θα αποκαλύπταμε τα πάντα. Και ο ηλίθιος με πίστεψε. Να θυμάσαι ότι όποιος αγαπάει αληθινά πάντα σε πιστεύει. Είναι εύκολο να σκοτώσεις κάποιον που αφήνεται την στιγμή του οργασμού, την στιγμή που νομίζει ότι του ανήκεις και εσύ απλά του καρφώνεις ένα μαχαίρι στα πλευρά. Εκεί στην Μάνη, στα βράχια που τον πέταξα μπορεί να πέθανε μαζί του και η τελευταία φορά που ένιωσα αληθινά γυναίκα. Όμως δεν μετανιώνω: τον σκότωσα και κατάφερα να μεγαλώσω εσένα ευτυχισμένη.

Και αν τώρα που διαβάζεις τις τελευταίες μου λέξεις με μισείς θέλω να ξαναδιαβάσεις το γράμμα μου και να μην προσπαθήσεις να με καταλάβεις, δεν θέλω την κατανόηση σου, θέλω να μάθεις όμως κάτι από αυτό το γράμμα. Να ζήσεις την ζωή σου ελεύθερα καρδιά μου, να αγαπήσεις με όλο σου το είναι, να νιώσεις τα πάντα και να χαθείς στα συναισθήματα σου. Και τότε θα έχω πετύχει κάτι μέσα από την δική μου άχρηστη ζωή.

Η μαμά σου

 

Δωροθέτης Διαγωνισμού: ΔΙΟΠΤΡΑ