Το σπίτι όπου βρισκόταν, ήταν ήσυχο. Ο άντρας που είχε ναρκώσει πριν μερικά λεπτά, βρισκόταν ξαπλωμένος ανάσκελα στον καναπέ. Η κοπέλα, έβγαλε την περούκα από το κεφάλι της και την έχωσε στην μεγάλη τσάντα που κρατούσε. Πόσο την εκνεύριζαν αυτά τα πράγματα. Ήταν όμως απαραίτητα αν δεν ήθελε να την πιάσουν πριν ολοκληρώσει τον σκοπό της.
Φόρεσε ένα ζευγάρι δερμάτινα γάντια και άλλαξε τις ψηλές μαύρες γόβες που φορούσε, με ένα ζευγάρι αθλητικά. Οι γόβες έκαναν θόρυβο και δεν ήταν τόσο άνετες όσο τα χαμηλά παπούτσια. Στερέωσε μερικά τσουλούφια που είχαν ξεφύγει από τον σφιχτό κότσο της και ξεκίνησε το έργο της.

Πρώτα, έπρεπε να πάει το θύμα στο μπάνιο. Έπιασε τον άντρα από τους καρπούς και τον έσυρε μέχρι το λουτρό. Ήταν σχετικά πιο ελαφρύς από τους προηγούμενους δύο, όχι όμως τόσο, ώστε να μην κουραστεί από την προσπάθεια. Τον άφησε ξαπλωμένο στο πάτωμα του μπάνιου και προσπάθησε να σταθεροποιήσει την λαχανιασμένη της ανάσα.
Όταν ηρέμησε, βάλθηκε να βγάζει τα ρούχα του άντρα. Δεν φορούσε και πολλά. Στην προσπάθεια του να την ρίξει στο κρεβάτι, είχε αφαιρέσει ήδη το πουκάμισό του. Η κοπέλα έβγαλε την φανέλα, το παντελόνι και τα εσώρουχα του άντρα. Μαζί με τις κάλτσες και τα παπούτσια, τα έκανε ένα σωρό και τα άφησε στην άκρη, για να τα πάρει μαζί της όταν θα τελείωνε.

Τώρα άρχιζε το δύσκολο κομμάτι. Έπρεπε να τον σηκώσει και να τον βάλει μέσα στην μπανιέρα. Με υπεράνθρωπες προσπάθειες κατάφερε να χώσει το πάνω μισό του σώματος του άντρα. Έμενε το εύκολο κομμάτι. Τα πόδια. Τα έβαλε και αυτά μέσα στην μπανιέρα και ξεφύσησε αποκαμωμένη από την προσπάθεια. Έπειτα τον έπιασε από τις μασχάλες και τον ανασήκωσε λιγάκι. Έκανε ένα βήμα πίσω και κοίταξε το έργο της.

Η εικόνα της φάνηκε τόσο ρεαλιστική. Ένας κουρασμένος νεαρός άντρας, που είχε αποκοιμηθεί καθώς έπαιρνε το μπάνιο του. Έμεινε για λίγο να περιεργάζεται το πρόσωπό του. Λεπτά χείλη, ψηλά ζυγωματικά, έντονες καστανές βλεφαρίδες, πυκνά καστανά μαλλιά. Ένα ίχνος από μούσι είχε αρχίσει να φαίνεται στο πηγούνι του. Κατάπιε την παρόρμηση της να τον φτύσει.

Γύρισε στο σαλόνι. Εξαφάνισε ότι αποδεικτικό στοιχείο υπήρχε εκεί και επέστρεψε στο μπάνιο κουβαλώντας μαζί της την μεγάλη της τσάντα. Έβγαλε από μέσα τα σύνεργα της και γονάτισε κοντά στην μπανιέρα. Πήρε στο ένα της χέρι, το μόριο του άντρα και ξεκίνησε να το κουνάει πάνω κάτω. Τον άκουσε να βογκάει μέσα στον λήθαργο του, καθώς το όργανό του φούσκωνε και μεγάλωνε. Με το ελεύθερο χέρι της έπιασε το μαχαίρι που βρισκόταν στην τσάντα της και με μία κίνηση το έκοψε. Το ίδιο έκανε και με τους όρχεις του.

Το αίμα που πετάχτηκε πιτσίλισε τα πλακάκια του μπάνιου και την αγαπημένη της μπλούζα.
«Γαμώτο», είπε μέσα από τα δόντια της.
Βούτηξε τα δάχτυλα της, μέσα στην λίμνη αίματος που άρχισε να σχηματίζετε και έγραψε στα πιτσιλισμένα πλακάκια το μήνυμά της. Αυτό που θα έβρισκε η αστυνομία αργότερα, όταν ανακάλυπτε το πτώμα. Άνοιξε τις βρύσες της μπανιέρας και την γέμισε με νερό. Ύστερα, μάζεψε τα σύνεργά της, έχωσε τα ρούχα του άντρα μέσα στην τσάντα της και περίμενε. Περίμενε, μέχρι να ξυπνήσει.

Δεν πέρασε και πολύ ώρα. Τα βλέφαρα του άντρα άρχισαν να τρεμοπαίζουν έως ότου άνοιξαν τελικά. Έριξε ένα βλέμμα πρώτα σε εκείνην και έπειτα στο κοκκινωπό υγρό που ήταν βυθισμένος.
«Τι μου έκανες;» είπε.
Ήταν αρκετά σοκαρισμένος για να ουρλιάξει. Η επίδραση του υπνωτικού δεν είχε φύγει ακόμα από πάνω του. Δεν μπορούσε να νιώσει τον πόνο σε όλο του το μεγαλείο.
«Αυτό που σου άξιζε», του απάντησε η κοπέλα. «Αυτό που έπρεπε να είχε γίνει πριν 18 χρόνια Άντριου».
«Ποια είσαι;» την ρώτησε.
«Δεν με θυμάσαι; Με απογοητεύεις, οι προηγούμενοι δύο με είχαν αναγνωρίσει. Θα σου πω δύο λέξεις μόνο. Χιονάτη. Μοναστήρι».
Ο άντρας δεν μπόρεσε να σκεφτεί. Η επίδραση του υπνωτικού εξασθενούσε. Ο πόνος τον κατέλαβε κατά κύματα. Το ένα πιο δυνατό από το άλλο.
«Ποια είσαι;» της φώναξε. «Τι στο διάολο μου έκανες;»
Η κοπέλα τον πλησίασε και του έκλεισε το στόμα με το χέρι της.
«Ήμουν μόνο δέκα χρονών. Δέκα χρονών κορίτσι, κλεισμένο σε εκείνο το βρώμικο μοναστήρι. Σε εκείνο το κολαστήριο που με είχαν παρατήσει. Κρατούσα τις αποστάσεις μου από εσάς. Νάνους σας φώναζαν, γιατί ήσασταν εφτά στο σύνολο και πολύ κοντά παιδιά για δεκαεξάχρονα. Όλοι μου έλεγαν να σας προσέχω. Κανένας όμως δεν μου εξηγούσε τον λόγο. Μέχρι εκείνη την αναθεματισμένη νύχτα. Με σύρατε με το ζόρι σε ένα δωμάτιο. Με κλειδώσατε μέσα και αρχίσατε ένας ένας να με βιάζετε. Δεν βιάσατε μόνο το σώμα μου, αλλά και την ψυχή μου. Με καταστρέψατε. Τώρα το ίδιο θα κάνω εγώ και σε εσάς. Και στους εφτά».

Άρπαξε το μαχαίρι που είχε φυλάξει στην πίσω τσέπη του παντελονιού της και το κάρφωσε στο πλάι του λαιμού του. Το αίμα έτρεξε, βάφοντας ακόμα περισσότερο κόκκινο το νερό. Η κοπέλα άφησε το πτώμα από τα χέρια της, βγήκε από το μπάνιο, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά πίσω της και έφυγε από το διαμέρισμα.

Ο τρίτος νάνος πέθανε. Μένουν ακόμα άλλοι τέσσερις. Χιονάτη.

Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ο επιθεωρητής Στίβενσον, όταν μπήκε στον τόπο του εγκλήματος. Αν και το πτώμα του άντρα δεν του προκαλούσε ιδιαίτερη εντύπωση – είχε δει πολλές τέτοιες σκηνές στα τόσα χρόνια καριέρας του – τα κοκκινωπά γράμματα στα πλακάκια, γραμμένα με αίμα, του προξενούσαν φρίκη. Τον έκαναν να ανατριχιάζει κάθε φορά που τα κοιτούσε. Μία μελαχρινή κοπέλα, τον πλησίασε αποσπώντας τον από το μακάβριο θέαμα.
«Πως πέθανε;» την ρώτησε.
«Όπως και οι άλλοι δύο. Τους νάρκωσε, τους έκοψε τα γεννητικά όργανα και αργότερα τους αποτελείωσε με το τραύμα στο λαιμό», του είπε η ιατροδικαστής.
«Κανένα άλλο στοιχείο;»
«Δεν νομίζω. Πρέπει όμως να εξετάσω καλύτερα το πτώμα για να είμαι σίγουρη».
Η κοπέλα έκανε να φύγει αλλά ο επιθεωρητής την σταμάτησε πιάνοντας την από το μπράτσο.
«Κάνε ότι καλύτερο μπορείς Μπρουκ. Πρέπει να την βρούμε την σκύλα. Έχει σκοτώσει ήδη τρεις ανθρώπους και έχει στο μάτι άλλους τέσσερις. Τα κανάλια θα πέσουν να μας φάνε σε λίγο. Ο αρχηγός είναι έξαλλος».
Η Μπρουκ τράβηξε απαλά το μπράτσο της από την λαβή του. Αγκάλιασε προστατευτικά το σημειωματάριο που κρατούσε.
«Κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ, Στίβενσον» του είπε.
Ο επιθεωρητής της ένευσε καταφατικά.
«Γιατί πιστεύεις ότι το κάνει αυτό; Γιατί ονομάζει τον εαυτό της Χιονάτη;» την ρώτησε.
«Ίσως από εκδίκηση. Ο τρόπος που σκοτώνει τα θύματα, φανερώνει έναν σκοπό. Θέλει να τους αφαιρέσει τον ανδρισμό τους. Ίσως έχει συμβεί κάτι παρόμοιο και σε εκείνην στο παρελθόν, μπορεί με κάποιον τρόπο να ήταν εκείνη το θύμα, πριν αποφασίσει να δράσει. Γιατί να μπει στον κόπο να τους κόψει τα γεννητικά όργανα και μετά να τους σκοτώσει; Τώρα για το Χιονάτη δεν μπορώ να δώσω κάποια εξήγηση. Υποθέτω πως είναι κάποιο παρατσούκλι της».
Ο Στίβενσον κοίταξε την κοπέλα στα μάτια. Το βλέμμα της γυάλιζε. Είχε κάτι που ο επιθεωρητής δεν το είχε αντικρίσει ποτέ ξανά. Ξερόβηξε.
«Πολύ καλά. Μπορείς να πηγαίνεις», της είπε.
Κάρφωσε την ματιά του στην μελαχρινή, χλωμή κοπέλα που έφευγε. Έχει γίνει πολύ παράξενη η Μπρουκ, σκέφτηκε.

Έστρεψε την πλάτη του και γύρισε ξανά προς το πτώμα. Το κοίταξε για μερικά λεπτά.
«Κάποια στιγμή θα κάνεις το λάθος. Ένα και μόνο λάθος. Και τότε θα σε πιάσω, Χιονάτη» μουρμούρισε και έφυγε από τον τόπο του εγκλήματος.

 

Χριστίνα Μιχελάκη

 

Δωροθέτης Διαγωνισμού: ΔΙΟΠΤΡΑ