«Εγώ ένα ξέρω, κύριε Πρόεδρε. Όσο τον αγαπούσε η Μυρτώ, κανείς δεν τον αγαπούσε. Και εκείνος το ήξερε καλά και βολευόταν αναλόγως. Όλοι της μιλούσανε, όσοι είχαν και θάρρος, γιατί η Μυρτώ πολλά θάρρητα δεν έδινε μα τυφλωμένη ήταν από τον έρωτά της γι’ αυτόν. Τον Γιακουμή τον παντρεύτηκε μπας και γλίτωνε. Μα γλιτώνει κανείς από τα πάθη του; Μόνο ο Γιακουμής έβλεπε και καταλάβαινε, κι ας τον έλεγαν όλοι αλαφροΐσκιωτο κι ονειροπαρμένο. Μα την αγαπούσε τη Μυρτώ!»

Η Μυρτώ και ο Γιώργης ήταν από τα ζευγάρια εκείνα που έδιναν μάχη να πείσουν τους εαυτούς τους ότι θα βρουν τον κοινό τους δρόμο μαζί. Η Μυρτώ, μορφωμένο παιδί από τα λίγα για την εποχή εκείνη στο χωριό, μόλις τέλειωσε το διδασκαλείο, επέστρεψε για να διδάξει στο τετραθέσιο σχολείο του χωριού της. Όνειρα μεγάλα για τα παιδιά του χωριού, που έλεγε πως αφού εκείνη τα κατάφερε, όλα θα τα καταφέρουν. Ο Γιώργης από την άλλη έφυγε στην Αθήνα και σπούδασε Γεωπονία για να αναλάβει τα χωράφια του πατέρα του. Γύρισε μορφωμένος στο χωριό από κάθε άποψη. Οι κοπέλες του χωριού έλιωναν γι’ αυτόν, μα το χορτάτο μάτι του δεν έδινε πεντάρα τσακιστή για καμία.

Ήταν Κυριακή του Θωμά όταν επέστρεψε από την Αθήνα ο Γιώργης και ήταν σαν αφηνιασμένη θάλασσα. Πού τον έβρισκες, πού τον έχανες μέσα στο καπηλειό να αδειάζει μισόκιλα κρασί και να καπνίζει σαν φουγάρο. Το χωριό μιλούσε για μια πρωτευουσιάνα που τον πίκρανε. Εκείνος δεν έλεγε κουβέντα σε κανέναν. Τη στενοχώρια του την έβλεπες μόνο στο βλέμμα του. Δεν ξεφτιλιζόταν με κλάψες και μεθύσια.

Ήταν απόγευμα και στο δρόμο για το καπηλειό είδε τη Μυρτώ που καθόταν σε ένα παγκάκι και έπαιζε με ένα αδέσποτο που τριγυρνούσε στα πόδια της.
«Πρόσεχε γιατί δαγκώνει. Είναι κατεργάρικο», της είπε.
«Καλησπέρα, Γιώργη. Κατεργάρικο με τους κατεργάρηδες είναι. Εμένα δεν με δαγκώνει. Είμαστε φίλοι». Κάθισε δίπλα της και πιάσανε την κουβέντα. Κι αυτό γινόταν σχεδόν κάθε απόγευμα. Εκείνη του μιλούσε για το σχολείο και εκείνος σιγά-σιγά της άνοιγε την καρδιά του και έβγαζε τον πόνο του.
Η Μυρτώ από την συμπόνοια πέρασε στην αγάπη και από εκεί εύκολα στον έρωτα. Εκείνος δεν έκανε μια μέρα μακριά της, ήταν ο πιο δικός του άνθρωπος, αυτή τα ήξερε όλα, και επιπλέον ήταν μια όμορφη και πανέξυπνη γυναίκα. Έπαιζε ο ένας με το μυαλό του άλλου κι αυτό τον διασκέδαζε όσο τίποτα. Μυαλά και σώματα ήρθαν κι έδεσαν πολύ γρήγορα. Μόνο που η καρδιά της Μυρτώς δεν είχε από πού να κρατηθεί. Έβρισκε ένα τείχος. ‘Ετσι η Μυρτώ κι ο Γιώργης πορεύονταν μαζί μα και χώρια. Ο Γιώργης δεν ήθελε δεσμεύσεις, σχέσεις, αγάπες, τίποτα.
Του έλεγε «Σ’ αγαπάω» κι εκείνος της απαντούσε «Μη χρησιμοποιείς αυτό το ρήμα».

Τα πήγαινελα του Γιώργη στη Αθήνα πλήθυναν. Μέχρι που επέστρεψε ένα βράδυ και της είπε «Μυρτώ, εμείς οι δυο είμαστε φίλοι. Είσαι ο πιο κοντινός μου άνθρωπος, αλλά μαζί μου υποφέρεις, γιατί εγώ δεν νιώθω όπως εσύ. Δεν μπορώ. Καλύτερα να σταματήσουμε τώρα παρά αργότερα». Ο πόνος την κατάτρωγε παρότι χαμογελούσε και δεν έχανε στιγμή την αξιοπρέπειά της. Όλοι μιλούσαν για τον Γιώργη και την παρέα του από την Αθήνα. Θα ερχόντουσαν και στο χωριό. Ο Γιώργης έκλεισε μαγαζί για να διασκεδάσουν και θα τους φιλοξενούσε στο σπίτι του. Ήρθαν. Όχι πολλοί. Τρεις. Δυο γυναίκες κι ένας άντρας. Το ζευγάρι έμεινε στο ξενοδοχείο της πόλης, αλλά η άλλη έμεινε στο σπίτι του Γιώργη.
Ο Γιακουμής έβλεπε τη Μυρτώ να μαραζώνει. «Μυρτώ, δεν άξιζε ο άτιμος. Μυρτώ μου, μη στεναχωριέσαι, εγώ είμαι εδώ. Παντρέψου με και θα δεις. Όλα θα φτιάξουν κι αλίμονο αν σε πληγώσει ξανά κανένας. Θα τον σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια. Όρκο κάμω».

Ήταν μεσημέρι Σαββάτου και η Μυρτώ είχε ετοιμάσει το φαγητό του Γιακουμή και πήγαινε προς το σπίτι του, όταν τη σταμάτησε ο Γιώργης μπαίνοντας μπροστά της.
«Δεν μου μιλάς πια; Τι σου έκανα;»
«Βρε Γιώργη, τι έμεινε να πούμε;»

«Εμείς δεν έμεινε να πούμε; Εμείς είμαστε αλλιώς, Μυρτώ. Είναι τόσο διαφορετικό. Παραπάνω από φίλοι».
«Είναι εδώ η κοπέλα σου!»

«Δεν είναι η κοπέλα μου. Δεν θέλω σχέσεις. Κι αυτή νόμιζε πως ήταν, αλλά πάει ξεφούσκωσε κι αυτό».
«Κρίμα, Γιώργη. Λυπάμαι για σένα».
«Μυρτώ, δεν σου είπα ψέματα».

«Όχι. Μου είπες μισή αλήθεια. Δεν το ανέχομαι».
«Γαμώτο, κάτι δεν κάνω καλά. Έφυγε εκείνη, φεύγεις εσύ!»
«Καληνύχτα, Γιώργη».

Το ίδιο βράδυ βρέθηκαν ξανά όπως παλιά. Έλιωνε στα χέρια του, σπαρτάραγε στο άγγιγμά του. Ο ιδρώτας πότιζε τα σεντόνια και ταυτόχρονα εκείνος πότιζε την ψυχή της με τα λόγια του. Την έκανε δική του ξανά και ξανά αλυσοδένοντας την καρδιά της κι εκείνη αφηνόταν κι άρχισε να ξαναπιστεύει πως κάπου μέσα στο σκοτάδι του υπήρχε το φως που μοιραζόταν μόνο μαζί της. Όλο αυτό κράτησε για λίγο. Ήρθε πάλι η παρέα του κι εκείνη έμεινε ξανά στο σπίτι του.

«Και έσονται οι δύο εις σάρκαν μίαν», ακούγονταν τα λόγια του παπά μέσα στο ξωκλήσι. Στο γάμο εκτός από το ζευγάρι ήταν μόνο οι κουμπάροι.
«Να ζήσετε! Να την προσέχεις, Γιακουμή!»
«Πιο πολύ από τα μάτια μου!»

Και την πρόσεχε, την παρατηρούσε, την έβλεπε να προσπαθεί να δείχνει ευτυχισμένη, μα το βλέμμα της δεν άστραψε ποτέ όπως άστραφτε τότε για τον Γιώργη. Ό,τι ζητούσε η Μυρτώ το είχε στα πόδια της πριν προλάβει να το πει. Ο Γιακουμής την είχε πάνω από όλα. Μύγα στο σπαθί του δεν σήκωνε για κείνη. Κι εκείνη, όμως, το στεφάνι της το τιμούσε με όλη τη σημασία της λέξης. Η ζωή της κυλούσε ήσυχα με το σπίτι και το σχολείο. Ο Γιακουμής ήταν μόνιμα με το χαμόγελο φαρδύ πλατύ και καμάρωνε τη γυναίκα του.

Εκείνο το βράδυ ο Γιακουμής άργησε να γυρίσει. Η κακοκαιρία τον κράτησε στο θερμοκήπιο. Ο Γιώργης περνούσε από κει και είδε το φανάρι που άναβε. Έλειπε κοντά ένα χρόνο και όταν γύρισε, το πρώτο νέο που έμαθε ήταν ο γάμος της Μυρτώς. Πήγε γραμμή για το σπίτι.
«Τρελάθηκες; Πήγες και παντρεύτηκες τον αλαφροΐσκιωτο;»
«Λογαριασμός δικός μου. Ο αλαφροΐσκιωτος που λες, ξέρει τι θέλει. Πάντα έλεγες να βρω κάποιον και να πάω παρακάτω. Βρήκα».
«Το γινάτι σου θα σε φάει! Δεν μπορεί να τον αγαπάς αυτόν εδώ. Θα γυρίσει το μάτι του καμιά ώρα και θα γίνει κανένα κακό».

«Και τι ξέρεις εσύ από αγάπη; Προσπάθησα τόσο πολύ να σου δείξω πώς είναι. Την ψυχή σου την σκότωσες, όταν σε παράτησε εκείνη. Πάρε δρόμο τώρα!» Την άρπαξε στα χέρια του και τη φίλησε. Τα δάκρυά της έτρεχαν στα μάγουλά της. Σήκωσε το χέρι της και τον χαστούκισε. «Δρόμο σου είπα!»
Έφυγε και δεν είδε τον Γιακουμή που στεκόταν δίπλα στο παράθυρο. Μπήκε στο σπίτι και την είδε στο τραπέζι να κλαίει. «Μυρτώ μου, γιατί κλαις; Γιατί μου το κάνεις αυτό; Ορκίστηκα ότι κανείς δεν θα σε πονέσει ξανά, ψυχή μου. Σταμάτα, μάτια μου, μην κλαις πια». Την έσφιγγε δυνατά στα χέρια του και τα μάτια του έτρεχαν.

Το άλλο πρωί η Αστυνομία ήταν στο σπίτι του Γιώργη. Αίματα παντού. Εκείνος ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα και στην πλάτη του βρισκόταν καρφωμένο ένα τσεκούρι.
Ο Γιακουμής παραδόθηκε μόνος του στην Αστυνομία και ομολόγησε.
«Υπέφερε πολύ η Μυρτώ μου. Αυτός και πεθαμένος θα την πονούσε. Καλύτερα έτσι. Πρώτα εκείνη και μετά αυτόν. Εμένα να με πάτε φυλακή. Να πείτε ότι σκότωσα τη γυναίκα μου, να το μάθουν όλοι εκεί. Μετά αυτοί, λένε, ξέρουν τι θα κάνουν».