«Μα – μα», οι πρώτες του συλλαβές και έλιωσε μόλις τις άκουσε.
«Μαμά, άτα» και έτρεχε η μανούλα να τον πάει βόλτα.
«Μαμάαααα, φαγητό» και έτρεχε η μανούλα να του ετοιμάσει το τραπέζι.
«Μαμά, τι είναι σεξ» και έτρεξε η μανούλα να του μάθει τι είναι σεξ.
Και τώρα, τον είχε απέναντί της, ολόκληρο άντρα 28 χρονών, να ετοιμάζεται για γαμπρός. Σε δύο ώρες το παλικάρι της θα ξεκινούσε τη δική του ζωή με την εκλεκτή της καρδιάς του. Η Κατερίνα χάζευε τον Αλέξανδρο και χίλιες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της. Μόνη της τον μεγάλωσε, καθώς ο άντρας της γύριζε με τα γκαζάδικα τον κόσμο. Χτυποκάρδια όταν έπεφτε στα πρώτα του βήματα, χτυποκάρδια όταν τον άφησε πρώτη μέρα στο νηπιαγωγείο, χτυποκάρδια όταν άρχισε να ξενυχτάει με τους φίλους του, χτυποκάρδια όταν άρχισε να βγαίνει τα πρώτα του ραντεβού.

Ακόμα θυμάται το πρώτο του ραντεβού. Τρίτη Λυκείου και ο Αλέξανδρος ερωτοχτυπημένος με μία συμμαθήτριά του. Πώς την έλεγαν να δεις; Α, ναι. Χριστίνα. Ένα μικροκαμωμένο, συμπαθητικό κοριτσάκι, με μαύρα μαλλιά και πράσινα μάτια. Σαββατόβραδο και ο Αλέξανδρος κατά – αγχωμένος αν θα της κάνει καλή εντύπωση. Και της έκανε. Και γύρισε ενθουσιασμένος και αγκαλιάζοντας τη μητέρα τοτ της είπε:
«Μαμά, είναι καταπληκτική».
«Καλύτερη και από μένα;» τον ρώτησε με παράπονο.
«Μαμά, καμία δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί σου», της απάντησε και η καρδιά της ηρέμησε.

Και ξαφνικά, μετά από 4 μήνες, η Χριστίνα εξαφανίστηκε. Ένα μήνα την έψαχναν οι γονείς της, η αστυνομία, ο Αλέξανδρος, όλη η πόλη. Και τη βρήκαν σφαγμένη σε ένα χωράφι, δίπλα από τον περιφερειακό δρόμο της πόλης. Ξαπλωμένη, σα να κοιμόταν, με όλο το αίμα να έχει στραγγίξει από μέσα της και μία κόκκινη, χάρτινη καρδιά στα χέρια της να γράφει «ΠΟΤΕ».

Έγκλημα πάθους αποφάνθηκε η αστυνομία και ο Αλέξανδρος κλήθηκε για απολογία, καθώς ήταν ο τελευταίος που την είδε ζωντανή. Τι ταλαιπωρία κι αυτή, σκέφτηκε η Κατερίνα. Πόσα μερόνυχτα τον κρατούσε στην αγκαλιά του για να τον ηρεμήσει. Πόσα μερόνυχτα του χάριζε τα χάδια της και τα φιλιά της για να τον παρηγορήσει. Κλεισμένοι οι δυο τους στο δωμάτιό τους, το δωμάτιο του Αλέξανδρου και της μαμάς, να προσπαθούν να ξεπεράσουν τον πόνο του. Οι στιγμές της ένωσης, ήταν οι στιγμές που την πήγαιναν στον παράδεισο. Το χάδι του, τα φιλιά του, η αγάπη του, η στιγμή που έμπαινε μέσα της και της ψιθύριζε «Μαμά, καμία δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί σου», την απογείωναν και την έστελναν στην κορύφωση.

Το ξεπέρασε ο Αλέξανδρος και κατάφερε να περάσει στη Νομική Θεσσαλονίκης. Επιτέλους, θα έφευγε από αυτή τη μικρή πόλη που τον κατακεραύνωνε κάθε φορά που έβγαινε έξω. Γιατί μπορεί να είχε αποδειχτεί ότι ήταν αθώος, αλλά τα καχύποπτα βλέμματα, οι κατάρες των γονιών της Χριστίνας δεν σταμάτησαν ποτέ να τον ακολουθούν. Και εκεί, στην νύμφη του Βορρά, κατάφερε ο Αλέξανδρος να ορθοποδήσει και να συνεχίσει τη ζωή του. Και ακολούθησαν και άλλες κοπέλες. Η Μαρία στο πρώτο έτος της σχολής. Μία συνεργασία τους για μία εργασία του ποινικού δικαίου και ο Αλέξανδρος γοητεύτηκε. Ένας καφές στην Αριστοτέλους και το ειδύλλιο ξεκίνησε. Και την εκθείαζε στη μητέρα του, την ψηλή, ξανθιά κοπέλα με το όμορφο καστανό βλέμμα.

Και ξαφνικά η Μαρία εξαφανίστηκε. Και πάλι άρχισαν να την αναζητούν οι πάντες. Και πάλι βρέθηκε σφαγμένη σε ένα στενό στα Λαδάδικα με μία κόκκινη, χάρτινη καρδιά να γράφει «ΠΟΤΕ». Και το παρελθόν ήρθε και στάθηκε μπροστά στον Αλέξανδρο. Νέος γύρος ανακρίσεων. Ατελείωτες ώρες στην Αστυνομική Διεύθυνση μέχρι να αποδειχθεί ότι ήταν αθώος. Και η μαμά πάντα δίπλα του να τον παρηγορεί και αυτός να της λέει «Μαμά, καμία δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί σου».

Και ακολούθησε, μετά από καιρό, η Ειρήνη. Συμφοιτητές στο μεταπτυχιακό. Υπήρξαν και άλλες βέβαια, εφήμερες, έτσι απλά για να περνάει την ώρα του. Εξάλλου, είχε τη μητέρα του που του «έλυνε» όλες τις ανάγκες του. Η Ειρήνη, όμως, κατάφερε να μπει στην καρδούλα του και να τον συγκινήσει. Μαζί στο μεταπτυχιακό, μαζί στο φανταρικό και η απόφαση για μία κοινή ζωή δεν άργησε να παρθεί. Όμως, για άλλη μία φορά η Ειρήνη εξαφανίστηκε. Για άλλη μία φορά η Ειρήνη βρέθηκε σφαγμένη σε έναν δρόμο στην Άνω Πόλη με μία κόκκινη, χάρτινη καρδιά να γράφει «ΠΟΤΕ». Ο Αλέξανδρος τρελάθηκε. Είχε φτάσει 26 χρονών και όλες του οι σοβαρές σχέσεις εξαφανίζονταν. Για την ακρίβεια, βρισκόντουσαν δολοφονημένες. Και η μαμά πάντα δίπλα του να τον παρηγορεί με τα χάδια της, τα φιλιά της, τον έρωτά της.

Αυτή τη φορά ο Αλέξανδρος ξέμπλεξε πολύ δύσκολα. Η Αστυνομία ήταν πεπεισμένη ότι αυτός ήταν ο δολοφόνος. Ωστόσο, δεν είχαν απτές αποδείξεις στα χέρια τους. Το μαχαίρι με το οποίο τις έσφαζε ποτέ δεν είχε βρεθεί, αποτυπώματά του ποτέ δεν είχαν βρεθεί στον τόπο των εγκλημάτων. Το μόνο που εύχονταν ήταν να κάνει ένα λάθος. Και να καταφέρουν να τον συνδέσουν με τα θύματα. Γιατί πέρα από το γεγονός ότι και με τα τρία κορίτσια είχε σχέση, δεν είχαν κανένα απτό στοιχείο που να τον συνδέει με τους φόνους.

Και ήρθε στη ζωή του η Αναστασία, 28 χρονών, καθηγήτρια αγγλικών. Γνωρίστηκαν τυχαία σε μία συναυλία. Ο Αλέξανδρος, λίγο καιρό αφού είχε απολυθεί, έκανε την πρακτική του σε ένα δικηγορικό γραφείο της Θεσσαλονίκης. Αυτή τη φορά υποσχέθηκε στον εαυτό του να είναι προσεκτικός. Αργά και σταθερά βήματα. Και η σχέση πήρα σάρκα και οστά μετά από 5 μήνες ραντεβού, βόλτες, καφέδες, φαγητό στην Άθωνος και κινηματογράφο. Η Αναστασία περίμενε. Έκανε υπομονή. Η Αναστασία ήταν το δόλωμα. Μυστική πράκτορας της Αστυνομίας, η δουλειά της ως καθηγήτρια αγγλικών ήταν η κάλυψή της. Είχε ασχοληθεί με χειρότερες υποθέσεις, καρτέλ ναρκωτικών, νονούς της νύχτας. Ένας ψυχικά ασταθής δολοφόνος δεν θα της στεκόταν εμπόδιο να τον ξεσκεπάσει.

Και η σχέση προχωρούσε. Και η Αναστασία προσπαθούσε να ανακαλύψει τις σκοτεινές πλευρές του Αλέξανδρου. Και αυτές να μην εμφανίζονται. Και η μαμά να τους επισκέπτεται συχνά και να τους καμαρώνει. Και η μαμά να παίρνει συχνά την επιβεβαίωση ότι καμία δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί της. Και κάπως έτσι πέρασε ο καιρός και έφτασε η σημερινή μέρα του γάμου του κανακάρη της, σκέφτηκε η Κατερίνα.

Ο Αλέξανδρος με τη μητέρα του στα σκαλιά της Εκκλησίας να περιμένουν την Αναστασία, και αυτή συνοδευόμενη από τον «πατέρα» της και την «μητέρα» της να κατευθύνονται προς τον γαμπρό. Μυστικοί πράκτορες και αυτοί, της Αστυνομίας, και με άλλους 10 περίπου ντυμένους με πολιτικά, ως καλεσμένοι φίλοι και συνάδελφοι – καθηγητές – της Αναστασίας, βρισκόντουσαν σε πλήρη ετοιμότητα. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα ενεργήσει ο δράστης. Ο «πατέρας» παρέδωσε τη νύφη και όλοι μαζί μπήκαν στην Εκκλησία να ξεκινήσει το μυστήριο. Το φως των κεριών προσέφερε αγαλλίαση στις καρδιές όλων. Ηρεμία επικρατούσε όταν ο ιερέας είπε «Οὕς ὁ Θεός συνέζευξεν, ἄνθρωπος μή χωριζέτω» … και μία κραυγή έσκισε τον αέρα.

Η Κατερίνα αστραπιαία έβγαλε το μαχαίρι από την τσάντα της και όρμησε στην Αναστασία ουρλιάζοντας «ΠΟΤΕ». Όλα εξελιχτήκαν αστραπιαία. Η Αναστασία με το μαχαίρι στο λαιμό στεκόταν ακίνητη, οι αστυνομικοί με παρατεταμένα τα όπλα προειδοποιούσαν την Κατερίνα να μην κάνει καμία βιαστική κίνηση και να πετάξει το όπλο. Και ο Αλέξανδρος; Ο Αλέξανδρος σαστισμένος κατάφερε να πει «Μαμά! Καμία δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί σου». Και η λαβή της Κατερίνας χαλάρωσε. Το πρόσωπό της έλαμψε από χαρά, το μαχαίρι έπεσε κάτω και οι χειροπέδες πέρασαν από τα χέρια της.

 

Χρυσή-Σίσυ Αγγελίδου

 

*cover photo De la Verriere Lily – Painting, “Oedipus”

Δωροθέτης: ΔΙΟΠΤΡΑ