Ένα στιγμιαίο, κοφτό χτύπημα στο κουδούνι ήταν αρκετό. Ο μεγαλόσωμος άνδρας προχώρησε με βήματα σίγουρα, αποφασιστικά, γρήγορα. Ντυμένος στα μαύρα, σκυφτός, σκοτεινός. Ανέβηκε στον τέταρτο όροφο δρασκελίζοντας δύο δύο τα σκαλιά. Στάθηκε για λίγο ως που να ηρεμήσει η ανάσα του. Έβαλε το χέρι στην δεξιά τσέπη του μπουφάν του και κράτησε σφιχτά για λίγα δευτερόλεπτα το τελευταίο γράμμα της μάνας του. Εκείνο που του άφησε πριν δώσει τέλος στη ζωή της. Ναι, ήταν σίγουρος. Είχε έρθει η ώρα. Χτύπησε την πόρτα συνθηματικά κι ύστερα τακτοποίησε καλύτερα τα μαύρα γάντια ανάμεσα στα δάχτυλά του. Δεν περίμενε πολύ. Με το άνοιγμα της πόρτας αντίκρισε ένα από τα τρία πρόσωπα που είχαν ποτίσει την ψυχή του με μίσος από παιδί. Πριν προλάβει να αντιδράσει ο άντρας απέναντί του, εκείνος τον άρπαξε από τον λαιμό κόβοντάς του την ανάσα, ενώ ταυτόχρονα τον έσπρωχνε προς την ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Ο άνδρας πάλευε να ελευθερωθεί από τα χέρια που τον οδηγούσαν στο τέλος του, αλλά μάταια…

«Νεκρός βρέθηκε χτες τα μεσάνυχτα ο πρώην επιχειρηματίας Ανδρέας Αντωνίου, μετά από πτώση από το μπαλκόνι διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου. Οι αρχές μιλούν για εγκληματική ενέργεια. Οι έρευνες συνεχίζονται.»
Ο Αστυνόμος έκλεισε την τηλεόραση και κοίταξε ξανά ανέκφραστος τις φωτογραφίες από τον τόπο του εγκλήματος που είχε μπροστά του. Εστίασε σ’ εκείνη που έδειχνε ξεκάθαρα ένα μαύρο δερμάτινο γάντι δίπλα στο πτώμα. Το χτύπημα στην πόρτα του γραφείου του τον ξάφνιασε. Ήταν πολύ αργά.
«Καλά κάνεις και το ξενυχτάς Αστυνόμε! Αυτή η σύλληψη θα σου φέρει την προαγωγή που τόσο ποθείς!»
«Κύριε διοικητά…»
«Τι νομίζεις Αστυνόμε, δεν ξέρω πόσο θέλεις τη θέση μου; Άντε λοιπόν, δούλεψε για να την κερδίσεις! Λίγοι μόνο μήνες σου έμειναν. Κοντεύει η συνταξιοδότησή μου! Φρόντισε να συγκεντρώσεις όλα τα στοιχεία και να τον συλλάβεις εσύ ο ίδιος άμεσα!» είπε κι έφυγε χαμογελώντας.
Ο Αστυνόμος έσφιξε τη γροθιά του κι ύστερα ξεφύσηξε δυνατά πριν χαθεί μέσα στις σκέψεις του. Έπρεπε να τα καταφέρει!
Ο μεγαλόσωμος άνδρας περίμενε για ώρα μέσα στο αυτοκίνητο. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και το τσουχτερό κρύο είχε κλείσει τον κόσμο μέσα στα σπίτια. Δεν υπήρχε κανείς τριγύρω. Στο μυαλό του γύριζε ξανά και ξανά η μάνα του. Η απόγνωση που είχε δει τότε στα μάτια της. Κι ήταν μόλις δέκα χρονών. Τα νέα για την φυλάκιση του πατέρα του έπεσαν σαν κεραυνός επάνω στο κεφάλι της. Κεραυνός που έκαψε το σπίτι τους, την ζωή τους τα όνειρά τους. «Άδικα!» ούρλιαζε η μάνα του «του έστησαν παγίδα αυτοί οι τρεις! Αυτοί! Ο Αντωνίου, ο Πετρόπουλος και ο Βρετός! Κι έμειναν ατιμώρητοι. Την κατάρα μου να ‘χουν!» έλεγε συνέχεια ως την τελευταία της ανάσα τη νύχτα εκείνη που καταρρακωμένη από την καταστροφή δεν άντεξε άλλο το μυαλό της και έδωσε τέλος στη ζωή της.
Έβαλε το χέρι στην τσέπη και αναζήτησε το γράμμα. Το έσφιξε στην παλάμη του. Ήταν απόλυτα βέβαιος, είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Τότε τον είδε από μακριά να διασχίζει τον δρόμο. Περίμενε ως που να τον δει να μπαίνει μέσα στο αυτοκίνητό του για να σιγουρευτεί κι αμέσως έβαλε μπρος και απομακρύνθηκε πατώντας απότομα το γκάζι. Μέτρησε αργά ως το τρία και τότε άκουσε τον εκκωφαντικό θόρυβο και μια λάμψη φώτισε στιγμιαία τον σκοτεινό ουρανό.

«Τα ‘μαθες; Ο Πετρόπουλος ο επιχειρηματίας σκοτώθηκε χτες βράδυ. Ανατινάχτηκε λέει το αμάξι του. Ποιος ξέρει που ήταν μπλεγμένος κι αυτός. Ναι μωρέ αυτός που είχε εκείνη την εταιρεία με τους άλλους δύο. Κοίτα σύμπτωση, ο ένας σκοτώθηκε προχτές, τον πέταξαν από το μπαλκόνι. Ναι, μεγάλα καθάρματα! Πώς δεν θυμάμαι, τόσο κόσμο είχαν χώσει στη φυλακή με τις κομπίνες τους! Κι εκείνοι πάντα έβγαιναν λάδι χάρη στους μεγαλοδικηγόρους! Πως τον έλεγαν τον τρίτο; Μπράβο μωρέ Βρεττό τον έλεγαν! Να δούμε κι αυτός τι τέλος θα ‘χει που ήταν και το μεγαλύτερο καθίκι απ’ όλους! Τότε λέγαν πως αυτός τα οργάνωνε όλα κι έμπλεκε τους αθώους. Ναι ναι…» ο Αστυνόμος χάζευε δήθεν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων όσο άκουγε το τηλεφώνημα του περιπτερά.

«Στον ανακριτή οδηγείται αυτή την ώρα ο γνωστός επιχειρηματίας Απόστολος Βρεττός. Κατηγορείται για τις δύο δολοφονίες των πρώην συνεργατών του, Ανδρέα Αντωνίου και Εμμανουήλ Πετρόπουλου, καθώς εντοπίστηκαν στο αυτοκίνητό του στοιχεία που τον ενοχοποιούν. Πρόκειται για μια μεγάλη επιτυχία της ελληνικής αστυνομίας αφού σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα…» δεν χρειαζόταν να ακούσει άλλα. Ο Αστυνόμος έκλεισε την τηλεόραση και βγήκε από το σπίτι κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Σταμάτησε στο ανθοπωλείο και ζήτησε δυο λευκά τριαντάφυλλα.
Προχώρησε ανάμεσα στα μάρμαρα ως που αναγνώρισε τη φωτογραφία της. Ακούμπησε τα λουλούδια μπροστά της και γονάτισε.
«Τώρα μπορεί να γαληνέψει η ψυχή σου μάνα. Πες το και του πατέρα. Τήρησα τον όρκο μου. Οι υπεύθυνοι για την καταστροφή της οικογένειάς μας τιμωρήθηκαν όπως τους άξιζε. Και οι τρεις! Φρόντισα εγώ γι’ αυτό. Τόσα χρόνια σχεδίαζα την εκδίκηση. Αυτό το κεφάλαιο έκλεισε.» έβγαλε το γράμμα από την τσέπη του και το άφησε επάνω στο παγωμένο μάρμαρο.

 

 

Ελένη Σαββαϊδου-Εσώρουχα