https://www.youtube.com/watch?v=M1mkFKVns6U

Τραχύ ήταν ό,τι είχε μείνει από την αυλή εκείνης της, παλιάς και ξεχαρβαλωμένης αποθήκης, που ‘χε από χρόνια εγκαταλειφθεί κι αφεθεί στα χέρια του αδηφάγου χρόνου, και στις στυλιστικές επιλογές των περιθωριακών, των τοξικοεξαρτημένων, των κρυφών ζευγαριών και των κατατρεγμένων. Κάποτε δέσποζε επιβλητική, στις παρυφές της πόλης. Κόσμος και κοσμάκης έμπαινε κι έβγαινε από εκεί, κάθε μέρα. Μέχρι και μια γραμμή τραίνου υπήρχε, γιατί, κάποτε, μέχρι και με τραίνο ερχόντουσαν κι έφευγαν τα εμπορεύματα. Ύστερα ήρθε η ανάπτυξη, ο χαμός του ιδιοκτήτη, η κακή ζωή του διαδόχου, η κατάσχεση, η τράπεζα κι οι πλειστηριασμοί. Ύστερα τα graffiti. Μετά την βρήκαν τα ζευγαράκια κι έπειτα έγινε το καταφύγιο εκείνων που πίστευαν ότι δεν είχαν μοίρα. Άτομα όπως η Ρέα και η Κάλλια.
Εκείνο το βράδυ, παραμονές πρωτοχρονιάς, η Ρέα δεν ήθελε να καθίσει στο σπίτι της. Σιχαινόταν την ντεκαντάνσια της ζωής της. Δεν άντεχε να βλέπει τους πολυελαίους και τα βαριά, βικτωριανά έπιπλα με τα περίτεχνα σκαλίσματα, τα πλουμιστά χαλιά που ‘χαν έρθει από τα πέρατα της γης και τα τρύπια της παπούτσια. Ό,τι συνέβαινε στο οίκημα που κάποτε αποκαλούσε σπίτι, ήταν μια ηλίθια εμμονή των γονιών της, να μοστράρουν μία, από χρόνια, χαμένη αίγλη. Δεν τους άντεχε. Γι’ αυτό και φόρεσε τα τρύπια της αθλητικά, βούτηξε μια φτηνή ρετσίνα απ’ το ψιλικατζίδικο του κυρ-Μήτσου και βάδισε μέχρι εκείνη, την παλιά, αποθήκη.
Κάθισε πάνω σε μια στοίβα από μουχλιασμένες και υγρές παλέτες. Έβγαλε τα κλειδιά της από την τσέπη κι άνοιξε το μπουκάλι. Χάζεψε, για ώρα, καθώς έπινε, τους παρδαλούς στολισμούς των σπιτιών, στην απόσταση. Μισούσε τον κόσμο η Ρέα, γιατί μισούσε τον εαυτό της, λόγω του επιβεβλημένου ξεπεσμού της. Έγνεψε με το κεφάλι όταν πέρασαν κάποιοι γνωστοί, άτομα που ‘χε γνωρίσει τα ατελείωτα βράδια, που άραζε εκεί. Ένα ζευγαράκι τριανταπεντάρηδων που την έπιναν πού και πού, ανάμεσα στα χαλάσματα. «Καλά είσαι μικρό;» ρώτησε ο μεσόκοπος άντρας με τη γρεζαριστή φωνή.
«Καλά» απάντησε εκείνη.
«Περιμένεις το κορίτσι σου;» ρώτησε η γυναίκα, που είχε γαντζωθεί πάνω στον σύντροφό της.
«Ναι» συνέχισε εκείνη, μ’ αδιάφορο και θλιμμένο τόνο.
«Δες τα μικράκια. Δες τα, βρε κερατά, που μ’ έχεις ψήσει… Το ψάρι στα χείλη μ’ έχεις ψήσει τόσα χρόνια και στεφάνι δε λες να μου βάλεις…» ξεκίνησε να τον ψέλνει η γυναίκα κι εκείνος, χτυπώντας το χέρι του στο κούτελό του, την τράβηξε βιαστικά προς κάποιο άλλο χώρο της αποθήκης.
Λίγο μετά τις δύο έφτασε η Κάλλια. Βρήκε την Ρέα σκεβρωμένη και κουλουριασμένη, πάνω στις παλέτες, να έχει γείρει στο ετοιμόρροπο ντουβάρι και να λαγοκοιμάται. «Κοριτσάκι μου;» της ψιθύρισε στο αυτί, μα η Ρέα δεν σάλεψε. Της φίλησε απαλά το λαιμό. Το γιασεμί, η Ρέα, το μύρισε πριν ανοίξει τα μάτια κι αντικρύσει την Κάλλια, πίσω απ’ την αχνιστή της ανάσα, που έκανε το πρόσωπό της να φαντάζει περισσότερο απόκοσμο απ’ όσο συνήθως. Αγέρωχη, μοναχική και θλιμμένη, η Κάλλια, στα μάτια της Ρέας, έμοιαζε πάντοτε πανέμορφη. Ακόμη κι όταν το μάτι της έπεφτε πάνω στο τατού, που προσπαθούσε να κρύψει τη βαθιά ουλή στο χέρι της. Ακόμη κι όταν την έβλεπε να θυμώνει με τον εαυτό της, για εκείνο το δάχτυλο που πεισματικά αρνιόταν να κουνηθεί. Ακόμη κι εκείνες τις στιγμές που κούρνιαζε στην αγκαλιά της και μυξόκλαιγε για τ’ ότι δεν θα ξανάπαιζε ποτέ με το τσέλο της.
Έριξε το κεφάλι της, η Ρέα, πάνω στο στήθος της Κάλλιας. «Σώπα, ψυχή μου» την άκουσε να ψιθυρίζει, όταν ο αχός της ανάσας της, κόντευε να γίνει ουρλιαχτό. Σφαλιστά κρατούσε τα μάτια της η Ρέα, για να μην τα δει η Κάλλια, κλαμένα. Ένιωσε να της σκουπίζει τα δάκρυα. Μυστήρια ήταν η όψη της, καθώς προσπαθούσε να χαμογελάσει, μέσα στον πόνο της, εκείνον που ανάβλυζε από την ψυχή της και κατέληγε στα τελευταία κύτταρα των νυχιών της. «Τι έχεις, κοριτσάκι;» ρώτησε η Κάλλια.
«Κρυώνω» ψιθύρισε η Ρέα, προσπαθώντας, ανεπιτυχώς, να καταπιεί έναν λυγμό.
«Να σε ζεστάνω;»
«Ναι».
Χαμογέλασε η Ρέα. Έγειρε το κεφάλι της η Κάλλια. Κοιτάχτηκαν, για στιγμές, στα μάτια. Δειλές ήταν οι κινήσεις τους, μέχρι που άγγιξαν τα χείλη τους κι άρχισαν να χορεύουν οι ζεστές τους γλώσσες, έξω από τα στόματά τους, πυροδοτώντας μυριάδες συναισθήματα μέσα στις ψυχές και τις καρδιές τους.
Πάντα λάτρευε η Ρέα, εκείνη την μυρωδιά του γιασεμιού, αναμεμειγμένη με την νικοτίνη και την βρωμιά του τσιγάρου. Την είχε συνηθίσει και, κάποιες φορές, τα πρωινά, στο σχολείο, όταν δεν αλληλοεπιδρούσε με την Κάλλια, της έλειπε αφάνταστα. Λάτρευε τα χάδια στο μάγουλο και λίγο περισσότερο εκείνο το δάχτυλο, το μικρό, το παράλυτο, που πάντα έτρεχε πάνω στην επιδερμίδα της, όπως κι αν ήθελε να το ορίσει η Κάλλια. Λάτρευε και τα βράδια που ξέμενε στο σπίτι της, σ’ εκείνο το φτωχικό, με τα λιτά έπιπλα και τους προχειροβαμμένους τοίχους, που έμπαζε κρύο κι υγρασία. Λάτρευε το μονό στρώμα πάνω στις παλέτες και τις στιγμές που κουλουριαζόντουσαν, η μία πάνω στην άλλη, για να χωρέσουν. Λάτρευε και τις αργές μουσικές που πάντα επέλεγε η Κάλλια. Κι εκείνη την βαριά φωνή που πάντα κατάφερνε να την νανουρίσει ενώ βρισκόταν στην αγκαλιά της αγαπημένης της.
«Να, το τραγούδι μας!» αναφώνησε, διακόπτοντας το φιλί, όταν άκουσε εκείνο το τραγούδι που λάτρευε, από κάποιο αυτοκίνητο που πέρασε έξω απ’ την αποθήκη.
«Αγάπη μου, εσύ!» της απάντησε η Κάλλια, πριν την ξαναφιλήσει με πάθος.
***
Η Ρέα παράτησε το αυτοκίνητό της με alarm και κατέβηκε να πάρει ένα καφέ. Πολλά της θύμιζε εκείνη η χαρακωμένη φάτσα της μεσόκοπης γυναίκας που καθόταν πίσω από το ταμείο. Είχε από χρόνια αλλάξει το όνομά της και την ταυτότητά της και δεν ήθελε να πέφτει πάνω σε γνωστούς. Αναθεμάτισε άηχα όταν παρατήρησε πως η ταμίας χαμογελούσε.
«Ένα καπουτσίνο».
«Πίνεις και καπουτσίνο ρε μικράκι;» ρώτησε η γυναίκα και η Ρέα, αντί να κοκκινήσει ολόκληρη και να χαθεί από προσώπου γης, όπως έκανε πάντοτε, έβαλε τα γέλια.
«Πίνω, ναι» απάντησε, νωχελικά, όπως κάποτε.
«Ακόμη με το κορίτσι σου;»
«Όχι. Εσύ;»
«Με παντρεύτηκε ο σαρδανάπαλος, ο κυανοπώγωνας … Ιστορία ολόκληρη, μικράκι. Για να καταλάβεις…» άρχισε να λέει η γυναίκα, μα την προσοχή της Ρέας την είχε τραβήξει το τραγούδι που έπαιζε μέσα στο καφέ. Άρχισε να μουρμουράει το ρυθμό, μιας και ποτέ δεν είχε μάθει τους στίχους. Μόνο έναν είχε καταφέρει να συγκρατήσει. “The wretched and the meek”. Κι αυτό, γιατί πίστευε ότι αναφερόταν σ’ εκείνη και την Κάλλια. Πικρογέλασε. Πήρε τον καφέ της που την περίμενε πάνω στον πάγκο.
«Χάρηκα που σ’ είδα ρε μικράκι».
«Κι εγώ. Χαιρετίσματα στον κερατά».
«Θα του τα δώσω. Κι εσύ, στο κορίτσι σου, αν κάποτε το δεις…»
«Δεν πρόκειται» απάντησε η Ρέα, δακρύζοντας, ενώ η μπάσα φωνή στα ηχεία του καφέ, τραγουδούσε “a thousand kisses deep”.