Υπάρχουν σίγουρα πολλές αφορμές για να φτάσει κανείς στον φόνο, αναγνώστη μου. Κάποιες είναι ευφάνταστες άλλες όχι και τόσο. Κάποιες είναι δικαιολογημένες και κάποιες είναι εντελώς παράλογες. Κάποιες μπορεί ακόμα να είναι και αστείες ενώ κάποιες άλλες είναι απλά εξωπραγματικά τραγικές.
Ο κύριος Τάσος όμως ήξερε ότι η δικιά του αφορμή δεν χωρούσε σε καμιά από τις παραπάνω κατηγορίες. Η δικιά του βασίστηκε στην ιδέα της λύτρωσης. Της λύτρωσης από τους θορύβους. Ναι αναγνώστη, από τους θορύβους.
Πριν όμως σου εξηγήσω γιατί ένα όμορφο πρωινό ο κύριος Τάσος δολοφόνησε την μητέρα, την αδερφή του και την θεία του, καλύτερα να σου πω λίγα πράγματα για εκείνον.
Ο κύριος Τάσος λοιπόν γεννήθηκε σε ένα νοσοκομείο πριν από σαράντα περίπου χρόνια. Είχε μια μεγαλύτερη αδερφή, την Μαριώ η οποία εκμεταλλευόμενη το πλεονέκτημα που της έδιναν τα σχεδόν δέκα χρόνια που είχε διαφορά μαζί του, συχνά εξασκούσε πάνω του κάθε είδους ψυχολογική ή σωματική βία, όπως είναι και το καθήκον κάθε μεγαλύτερης αδερφής έτσι και αλλιώς.
Η μητέρα του κυρίου Τάσου, η κυρία Βασιλική, ήταν μια κοντή, ξερακιανή γυναίκα και θα μπορούσε κάποιος να την αποκαλέσει έτσι από τότε ακόμα που ήταν παιδί. Γιατί σαν παιδί η κυρία Βασιλική δεν έμοιαζε καθόλου με τα άλλα παιδιά της ηλικίας της. Κρυμμένη πίσω από τα τεράστια γυαλιά της που φορούσε σχεδόν από τότε που γεννήθηκε και φορώντας ρούχα που συνήθως της ήταν δύο ή τρίτα νούμερα μεγαλύτερα, η κυρία Βασιλική έμοιαζε πάντα με ένα μικρομέγαλο παιδί που το είχε σκάσει από το κατηχητικό. Σε αυτό συντελούσε και η μόνιμη ξινισμένη έκφραση της, την οποία η κυρία Βασιλική λάτρευε να χρησιμοποιεί για να αποδοκιμάζει τα πάντα σε τέτοιο βαθμό δε που από την ηλικία των δέκα ετών ήταν και η μοναδική έκφραση που της είχε απομείνει σαν κολλημένη ετικέτα πάνω στο πρόσωπο.
Η αδερφή της κυρίας Βασιλικής, η κυρία Δωροθέα ή μάλλον η δεσποινίς Δωροθέα καθότι δεν παντρεύτηκε ποτέ ήταν από την άλλη πλευρά αυτό που δήλωνε και το όνομα της: δώρο θεού. Όμορφη, γελαστή και ευχάριστη, έβγαζε ασπροπρόσωπη την οικογένεια στις κάθε είδους κοινωνικές εκδηλώσεις με τα νάζια και τα τερτίπια της. Έχοντας μια απόσταση από την αδερφή της σχεδόν είκοσι χρόνων, προτιμούσε να αποκαλεί σαν αδερφή της την Μαριώ παρά την κυρία Βασιλική, πράγμα που δεν ήταν παράλογο αν το καλοσκεφτεί κανείς καθώς με την Μαριώ τις χώριζαν μόνο λίγοι μήνες.
Μα αυτές τις τρείς γυναίκες λοιπόν βρέθηκε να συγκατοικεί ο κύριος Τάσος από τα πρώτα λεπτά της ζωής του. Ο πατέρας του είχε πεθάνει και η μάνα του για να μην νιώθει μοναξιά η Μαριώ είχε προτείνει στην δεσποινίς Δωροθέα να μείνει μαζί τους, κάτι το οποίο εκείνη δέχτηκε με ευχαρίστηση καθώς έβρισκε το πατρικό της πολύ στενάχωρο και περιοριστικό για τα γούστα της.
Ο κύριος Τάσος λοιπόν αναγνώστη μου, μεγάλωσε σε ένα σπίτι με τρεις γυναίκες πάνω από το κεφάλι του και δεν είναι καθόλου τυχαίο που σαν άνθρωπος έγινε πολύ υποχωρητικός και καλοσυνάτος. Έχοντας μάθει από πολύ μικρός να πειθαρχεί στα καπρίτσια των γυναικών του σπιτιού μεταμορφώθηκε σταδιακά μέσα στα χρόνια σε αυτό που αποκαλούμε ‘’ανθρωπάκι του θεού’’, σε ένα άτομο δηλαδή καλόκαρδο χωρίς δικές του επιθυμίες και με μοναδικό σκοπό στην ζωή του να ικανοποιεί τις επιθυμίες των άλλων.
Το μοναδικό πράγμα που δεν άντεχε ο κύριος Τάσος ήταν ο θόρυβος. Ίσως επειδή είχε προσέξει τα τόσα χρόνια που μοιραζόταν το σπίτι με τρεις γυναίκες ότι όλες τους εξέφραζαν τα κόμπλεξ τους μέσω του θορύβου. Και πράγματι κάθε μέρα με το που ξυπνούσαν μέχρι που κοιμόντουσαν η κυρία Βασιλική, η Μαριώ και η δεσποινίς Δωροθέα κάνανε διαγωνισμό για το ποια θα κάνει τον περισσότερο θόρυβο.
Συνήθως άρχιζε η μητέρα του τα πρωινά που σηκωνόταν για την δουλειά. Δεν ήταν μόνο τα τρία ξυπνητήρια που είχε και που θα μπορούσαν να σηκώσουν άνετα όλο το τετράγωνο στο πόδι, αυτό μάλλον αν ρωτούσες τον κύριο Τάσο θα σου έλεγε ότι ήταν το λιγότερο. Το χειρότερο ερχόταν μετά. Γιατί μετά και για περίπου δύο ώρες, μέχρι να φύγει η κυρία Βασιλική για την δουλειά της θεωρούσε υποχρέωση της να χτυπήσει όλες τις πόρτες και τα ντουλάπια του σπιτιού με όση δύναμη είχε.
Αν ρωτούσες αναγνώστη μου, τον κύριο Τάσο θα μπορούσε να σου πει με λεπτομέρειες και μόνο από τους ήχους που άκουγε πότε η μητέρα του άνοιγε την πόρτα του δωματίου της, πότε ακριβώς άνοιγε και έκλεινε τον θερμοσίφωνα, πότε έβγαζε τα πιάτα από το πλυντήριο, πότε έφτιαχνε καφέ, πότε έπλενε το ποτήρι του καφέ που είχε πιεί, πότε ντυνόταν και πότε έφευγε από το σπίτι με την πόρτα να κάνει τον χαρακτηριστικό ήχο που κάνουν οι πόρτες όταν κάποιος τις κοπανάει για να κλείσουν.
Εδώ που τα λέμε βέβαια, όποιον και αν ρωτούσες από την γειτονιά του κύριου Τάσου θα μπορούσε να σου τα πει αυτά καθώς όλοι οι γείτονες είχαν την ευχαρίστηση να γνωρίζουν πότε η κυρία Βασιλική έπινε τον καφέ της ή έπλενε τα πιάτα της. Από τον θόρυβο.
Αυτό που ο κύριος Τάσος θεωρούσε αξιοθαύμαστο σχετικά με την μητέρα του πάντως ήταν η ικανότητα της να κάνει θόρυβο με πράγματα που κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να τα κάνει να βγάλουν κάποιον ήχο. Όπως για παράδειγμα με το νερό όταν έκανε μπάνιο. Η κυρία Βασιλική πάντα κατόρθωνε να κάνει το νερό που πέφτει πάνω στο σώμα της σαν καταρράκτης που πέφτει σε μια λίμνη. Και ο κύριος Τάσος συχνά έπιανε τον εαυτό του να θαυμάζει αυτή την ικανότητα της μητέρας του και να απολαμβάνει τον ήχο του τρεχούμενου νερού.
Η Μαριώ είχε κληρονομήσει όλες αυτές τις αξιαγάπητες μικρές συνήθειες από την μητέρα της. Τα ντουλάπια, πιάτα και ποτήρια που ακουγόντουσαν καθώς η Μαριώ τα χρησιμοποιούσε ήταν μέρος της καθημερινότητας. Η αδερφή του όμως είχε κάτι άλλο που δεν την έφτανε κανείς, την φωνή της. Οπότε πέρα από τα τσουγκρίσματα των πιάτων και το κοπάνημα των πορτών, η Μαριώ ήταν φημισμένη στην γειτονιά για τις υστερικές τσιρίδες που έβαζε κάθε λίγο και λιγάκι, συχνά χωρίς να υπάρχει ούτε καν λόγος. Με τον καιρό δε η φωνή της προσαρμόστηκε στην επιθυμία της και όποτε η Μαριώ μιλούσε ακουγόταν μια ψιλή άκρως εκνευριστική για το αυτί φωνή, την οποία η Μαριώ δεν εμπιστευόταν καθόλου έτσι θεωρούσε φρόνιμο να σου μιλάει φωνάζοντας μέσα στο αυτί σου για να είναι σίγουρη ότι άκουσες. Και συνήθως σιγουρευόταν ότι την άκουσες, αν της έλεγες ότι θα έκανες αυτό που ήθελε ή θα συμφωνούσες μαζί της.
Από τις τρεις, μπορούμε σίγουρα να πούμε ότι η δεσποινίς Δωροθέα ήταν η πιο ελαφριά περίπτωση. Τα μοναδικά της ελαττώματα δεν είναι καν σίγουρο ότι μπορούμε να τα αποκαλέσουμε έτσι. Το πρώτο ήταν ότι η δεσποινίς Δωροθέα γελούσε υπερβολικά δυνατά. Δηλαδή ο κύριος Τάσος ήταν σίγουρος πως αν έμεναν σε πολυκατοικία και ας πούμε υποθετικά στον πρώτο όροφο, τότε το γέλιο της θείας του σίγουρα θα ακουγόταν ως τον πέμπτο. Αυτό βέβαια όπως προανέφερα δεν μπορεί κάποιος να το θεωρήσει ελάττωμα.
Ο κύριος Τάσος όμως θα σας διαβεβαίωνε με σιγουριά ότι η συχνότητα του γέλιου είναι αυτή που κάνει την διαφορά. Γιατί η δεσποινίς Δωροθέα συνήθιζε να γελάει με οτιδήποτε και οποιονδήποτε, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας και της νύχτας.
Αυτή λοιπόν ήταν η πραγματικότητα του κυρίου Τάσου. Η καθημερινότητα του. Από το πρωί ως το άλλο πρωί, θόρυβοι, θόρυβοι, θόρυβοι. Ενοχλητικοί, ασταμάτητοι, εκκωφαντικοί θόρυβοι.
Και το μόνο καταφύγιο που είχε ο κύριος Τάσος ήταν το υπόγειο. Ναι το υπόγειο του σπιτιού. Που με τα χρόνια και με πολλή δουλειά, ο κύριος Τάσος το είχε μονώσει τελείως και κανένας ήχος δεν έφτανε εκεί κάτω. Και εκεί συνήθως κατέφευγε όταν ήθελε να ηρεμήσει λιγάκι το μυαλό του. Όσο τον άφηναν δηλαδή οι τρεις γυναίκες του σπιτιού γιατί συνήθως κάποια από τις τρεις πήγαινε στο υπόγειο ζητώντας από τον κύριο Τάσο να κάνει την μια ή την άλλη δουλειά.
Αυτή ήταν η ζωή του κυρίου Τάσου αναγνώστη μου. Μέχρι εκείνη την μέρα που όλα άλλαξαν και ο κόσμος του ησύχασε.
Γιατί σου είπα ότι ο κύριος Τάσος ήταν ένα καλό ανθρωπάκι του Θεού. Και ίσως αν δεν υπήρχαν αυτές οι τρεις γυναίκες στην ζωή του να ζούσε και να πέθαινε ακριβώς έτσι. Αλλά όχι αναγνώστη. Τρεις οι γυναίκες στην ζωή του, τρία και τα εισιτήρια για την κόλαση που του έδωσαν.
Όταν μπήκαν οι αστυνομικοί στο σπίτι, εκείνο μύριζε απαίσια. Από την αποσύνθεση τριών πτωμάτων. Της μάνας, της αδερφής και της θείας. Και οι αστυνομικοί αναγνώστη μου, έψαξαν πρώτα όλο το σπίτι για να τις βρουν και έπειτα κατευθύνθηκαν στο υπόγειο, εκεί που τους περίμεναν τα τρία πτώματα.
Ο κύριος Τάσος δεν έφερε καμιά αντίσταση και παραδόθηκε. Και αργότερα όταν βρέθηκε καθισμένος στο αστυνομικό τμήμα άρχισε να λέει την ιστορία του στον αστυνομικό.
Πρώτα λέει είχε σκοτώσει την αδερφή του. Δεν το είχε σχεδιάσει. Είχε καταφύγει στο υπόγειο και εκείνη είχε πάει να τον βρει εκεί. Του φώναζε για κάτι που δεν είχε κάνει και η φωνή της ήταν σε μεγαλύτερη από την συνηθισμένη συχνότητα. Και αυτό ήταν που ξεπέρασε τα όρια του κύριου Τάσου. Ο οποίος της όρμησε και την στραγγάλισε, απλά και μόνο για να μην ακούει άλλο αυτή την τσιριχτή φωνή που τον στοίχειωνε τόσα ατελείωτα χρόνια.
Ανακούφιση. Αυτό είπε στον αστυνομικό αναγνώστη. Ότι ένιωσε ανακούφιση. Και ούτε μια τόση δα τύψη δεν εισχώρησε στην καρδιά του. Ούτε όταν στοίβαζε το άψυχο σώμα της αδερφής του σε μια γωνιά του υπογείου και το κάλυπτε όπως όπως με ότι βρήκε μπροστά του.
Το αμέσως επόμενο θύμα του ήταν η θεία του. Η οποία κατέβηκε να δει γιατί αργούν να ανέβουν. Την χτύπησε στο κεφάλι με ένα σίδερο και αυτό ήταν. Το βροντερό της γέλιο σίγησε για πάντα. Και το κορμί της πήρε την θέση του δίπλα στο πτώμα της Μαριώς.
Εδώ αναγνώστη μου πρέπει να σου πω ότι ο κύριος Τάσος κάπου κόμπιασε. Κάπου δεν ένιωθε καλά με αυτόν τον φόνο. ‘’Γελούσε κύριε αστυνόμε’’, είπε. ‘’Απλά γελούσε. Αλλά γελούσε τόσο δυνατά! Τόσο δυνατά! Και συνέχεια! Συνέχεια!’’
Όμως την αμέσως επόμενη στιγμή, κάθε ίχνος τύψεων εξαφανίστηκαν από το πρόσωπο του και την φωνή του. Γιατί ξεκίνησε να μιλάει για τον φόνο της μάνας του. Και εδώ αναγνώστη μου, μέχρι και οι αστυνομικοί ανατρίχιασαν. Γιατί ο φόνος της μητέρας του δεν ήταν τυχαίος ή ατύχημα. Όχι, τον φόνο της μητέρας του ο κύριος Τάσος τον σχεδίασε μέσα στα δέκα λεπτά που είχε και τον έκανε όσο πιο φρικιαστικό μπορούσε.
Έτσι όταν η μητέρα του κατέβηκε με την σειρά της στο υπόγειο να δει τι συνέβαινε, ο κύριος Τάσος την χτύπησε και εκείνη στο κεφάλι. Αλλά όχι τόσο δυνατά όσο είχε χτυπήσει την δεσποινίδα Δωροθέα. Όχι, την χτύπησε ίσα ίσα ώστε εκείνη να λιποθυμήσει. Ύστερα την έδεσε σε μια καρέκλα και της φίμωσε το στόμα με μια ταινία.
Όταν η γυναίκα άρχισε να συνέρχεται, τρομοκρατημένη αντίκρισε τα πτώματα της κόρης της και της αδερφής της στην γωνία. Και συνειδητοποιώντας ότι η ίδια ήταν φιμωμένη και δεμένη, προσπάθησε να αποδράσει κάπως. Ο κύριος Τάσος όμως δεν την άφησε. Προφανώς. Απλά έσκυψε από πάνω της και της είπε ότι θα την άφηνε εκεί, κλεισμένη με τα πτώματα, στο υπόγειο με την μόνωση που δεν ακουγόταν κανένας ήχος. Ναι θα την άφηνε εκεί μέχρι να εκτιμήσει πόσο σημαντικό πράγμα ήταν η ησυχία και η σιωπή. Ή μέχρι να τρελαθεί. Δεν τον ενδιέφερε και πολύ το αποτέλεσμα.
Έτσι την άφησε εκεί δεμένη και οι μέρες περνούσαν και περνούσαν. Και ο κύριος Τάσος ήταν ευτυχισμένος που η ζωή του πλέον είχε αλλάξει και δεν τριγυρνούσε γύρω από ενοχλητικούς θορύβους. Πλέον είχε όλη την ησυχία που λαχταρούσε τόσα χρόνια.

Που και που κατέβαινε να δει σε τι κατάσταση βρισκόταν η μητέρα του. Και δεν άργησε να αντιληφθεί ότι εκείνη είχε διαλέξει τον δρόμο της τρέλας από αυτόν της εκτίμησης της ησυχίας. Έτσι απογοητευμένος μετά από τρεις μέρες την σκότωσε, χτυπώντας την στο κεφάλι με το ίδιο σίδερο που είχε σκοτώσει και την αδερφή της.
Γιατί ήταν πονόψυχος ο κύριος Τάσος αναγνώστη μου. Και δεν μπορούσε να βλέπει την μητέρα του να υποφέρει.
Έτσι το πτώμα της πήγε μαζί με των άλλων στην γωνία και θα έμενε εκεί για πάντα, αν οι γείτονες δεν φώναζαν την αστυνομία εξαιτίας της μπόχας που έβγαινε από το υπόγειο.
Και καθώς η ανάκριση τελείωσε και ο αστυνομικός περνούσε τις χειροπέδες στα χέρια του κύριου Τάσου, αυτός γύρισε και τον ρώτησε:
‘’Στην φυλακή…έχει ησυχία;’’