Μια φορά κι έναν καιρό, κάπου στο μαγευτικό Παγκράτι (μην ακούσω διαφωνίες για το πόσο μαγευτικό είναι το Παγκράτι, δικό μου το παραμύθι εκεί γουστάρω να εκτυλίσσεται), ζούσε μια πριγκίπισσα που την έλεγαν Λίτσα. Η πριγκίπισσα Λίτσα ήτο ένα εξαίρετο πλάσμα, μοσχαναθρεμμένο. Κυριολεκτικά όμως μοσχαναθρεμμένο, μιας και ο πατήρ της ήτο μεγαλοχασάπης της περιοχής και τα μπον φιλέ έδιναν και έπαιρναν μέσα στο σπιτικό τους. Το Λιτσάκι που λέτε, ιδιαίτερα όμορφο δεν ήταν, ιδιαίτερα έξυπνο δεν ήταν, αλλά όπως αρμόζει σε κάθε πριγκίπισσα παραμυθιού, μεγάλωνε με την ψευδαίσθηση πως είναι μια μελλοντική Κιουρί και Ζιζέλ χτυπημένα στο μπλέντερ. Αυτό της έλεγε ο Κυρ-Ανέστης βασιλιάς/χασάπης της καρδίας της και εκείνη τον πίστευε με όλη της τη ψυχή.

Έφτασε έτσι στα δεκαοχτώ, με τα μακριά (εξτένσιον), ξανθά (κόλεστον 12/0) μαλλιά της, το αλαβάστρινο (λέιζερ) δέρμα της και το σμιλευμένο (trx και pilates) κορμί της να ετοιμάζει βαλίτσες για το γειτονικό βασίλειο της Ιταλίας. Γιατρέσσα θα γινόταν μεγάλη και τρανή, διότι αν και γόνος βασιλικής οικογένειας, ο Κυρ Ανέστης την ήθελε και με λευκό ρομπάκι. Επειδή όμως ήταν κομματάκι ντουβάρι στα γράμματα, όπως προαναφέρθηκε, θα την έστελνε στο γειτονικό βασίλειο μπας και βρουν γιατρειά. Εναγκαλισμοί συνοδευόμενοι από δάκρυα ακολούθησαν στο Ελ. Βενιζέλος από πατέρα και κόρη. Και κάπως έτσι η νεαρά Λίτσα πέταξε να ανοίξει τα φτερά της.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, παχυλά ποσά έμπαιναν στον λογαριασμό της Λίτσας. Αυτό όμως δεν ήταν το πρόβλημα. Τα ποσά ξοδεύονταν με χάρη και σκορπούσαν ευχαρίστηση στην ίδια. Το πρόβλημα ήταν, πως μόνο τα ποσά που έμπαιναν την ευχαριστούσαν. Ότι άλλο και να έμπαινε «niente», το απόλυτο τίποτα. Και όσο πάλευε με την ανθρώπινη ανατομία στα βιβλία, τόσο πάλευε και με την ανθρώπινη ανατομία στο κρεβάτι. Χωρίς όμως αποτέλεσμα σε κανένα από τα δύο πεδία. «Δεν μπορεί, κάποια κακιά μάγισσα με καταράστηκε όταν ήμουν μωρό, να είμαι ανοργασμική», σκεφτόταν και έκλαιγε με μαύρο δάκρυ.

Πάνω όμως που πίστευε πως δεν θα βρισκόταν άνθρωπος να σπάσει την κατάρα, γνώρισε τον Τζουζέπε. Σισιλιάνος ο Τζουζέπε, με μάτια σαν κάρβουνο και χέρια σαν πυροστιά, έκανε το θαύμα του. Σαν τους προγόνους του κατάφερε να χαρτογραφήσει ανεξερεύνητες περιοχές στο Λιτσάκι. Τύφλα να έχει ο Μάρκο Πόλο ένα πράγμα. Βρήκε έτσι το σημείο G της Λίτσας και επειδή ήταν και λίγο απατεωνάκος, βρήκε μαζί με το σημείο και τον μήνα που τρέφει τους έντεκα. Άρμεγμα κανονικό της έκανε, αλλά χαμπάρι δεν έπαιρνε αυτή. Ότι και να ζητούσε εκείνος, όλο si και si ήταν.

Φορτώνει έτσι μια ωραία πρωία στις βαλίτσες της τον πρίγκιπα της και τσουπ σκάει μύτη στο αρχοντικό στο Παγκράτι. «Πατέρα στον έφερα! Αυτός έσπασε την κατάρα, αυτόν θα πάρω», δήλωσε στον κυρ Ανέστη που έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του. Χρόνια στο κουρμπέτι ο βασιλιάς του κιμά και αμέσως κατάλαβε τι ρόλο βαρούσε ο «λοχαγός Κορέλι» που του είχε κουβαλήσει η μονάκριβη θυγατέρα του. Για τα δόντια αυτού του χαραμοφάη την είχε μεγαλώσει και την είχε σπουδάσει; Καλά το πτυχίο της δεν το είχε πάρει ποτέ. Αλλά και πάλι, ΑΥΤΗ, μια κόρη ΤΕΤΟΙΑΣ καταγωγής, να ξεπέσει στον πειναλέο από τα ξένα; Όχι, όχι και πάλι όχι! Σιγά μην επέτρεπε ποτέ, το Λιτσάκι του να πλένει τα σώβρακα αυτού του ξεβράκωτου!

Έτσι με τη βοήθεια των αυλικών και συμβούλων του, των παιδιών από την κρεαταγορά δηλαδή, μηχανορράφησε το απόλυτο σχέδιο εξόντωσης του ξένου λιμοκοντόρου, που απειλούσε την ευτυχία του παιδιού του. Ο κυρ Ανέστης αν κάτι ήξερε καλά, αυτό ήταν πως το χρήμα αγόραζε τα πάντα. Ο ίδιος άλλωστε από ξυπόλυτο επαρχιωτόπουλο είχε καταφέρει να γίνει κοτζάμ βασιλιάς που όλοι σέβονταν και θαύμαζαν. Τρία παραθαλάσσια οικόπεδα πούλησε και μόλις τα ποσά μεταφέρθηκαν στον τραπεζικό λογαριασμό του Τζουζέπε, εκείνος έγινε μπουχός! Πήγε για τσιγάρα ένα απόγευμα και δεν γύρισε ποτέ. Γιατί για τσιγάρα πήγε η αλήθεια, απλά ξαφνικά νοστάλγησε την ιταλική μάρκα που είχε συνηθίσει.

Και όσο το Λιτσάκι θρηνούσε το χαμένο οργασμό της, ο βασιλιάς έκανε υπομονή και περίμενε ο χρόνος να γιατρέψει τις νωπές πληγές της κόρης του. Κανένας δεν πέθανε από έρωτα, έλεγε απολογητικά στη γυναίκα του όσο έβλεπε τη ρίζα της Λίτσας να κατεβαίνει μέχρι τα αυτιά και εκείνη να μην έχει καμία διάθεση να τα βάψει. Δεν ήξερε ο δόλιος ο κυρ Ανέστης, πως όχι από έρωτα κανένας δεν πέθανε, εκτός βεβαίως από τα βλαμμένα τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα, αλλά από κακό σεξ καθημερινά δεκάδες άνθρωποι «πέθαιναν» αργά και σταδιακά. Έτσι και το Λιτσάκι μαράζωνε βασανιστικά μέρα τη μέρα κομματιασμένο από την απροσδόκητη προδοσία τόσο του πατέρα της, όσο και του αγαπημένου της. Συνεχώς απέρριπτε δεκάδες προξενιά που ερχόντουσαν από ολάκερη τη χώρα, βρίσκοντας ανόητες δικαιολογίες. Όταν όμως άρχισε να απορρίπτει και τις τσάντες Prada, που ήταν πάντοτε η μεγάλη αδυναμία της, τότε ο κυρ Ανέστης συνειδητοποίησε τη σοβαρότητα της κατάστασης.

Φοβισμένος πως θα το έχανε το παιδί του, έπεσε στην ανάγκη της νονάς της. Κάλεσε έτσι τη Ρίτα, που εκείνη την εποχή περιόδευε στην Πελοπόννησο, και γονατιστός την παρακάλεσε να τον βοηθήσει . Η Ρίτα, αν και χολωμένη που τόσα χρόνια ο κουμπάρος δεν έλεγε να χωρίσει την μουρόχαβλη τη γυναίκα του, τον λυπήθηκε. Βλέπετε η καλή νεράιδα και «νονά» τόσο της Λίτσας, όσο και της νύχτας, παρά τις γόβες στιλέτο, την ερωτική βραχνή φωνή και τα διχτυωτά καλσόν, ήταν μια ακόμα ηλίθια γυναίκα. Μια τραγουδιάρα β διαλογής που μόνο τον κοντό κρεοπώλη είχε αγαπήσει παράφορα στη ζωή της. Ήξερε λοιπόν πολύ καλά πως είναι, να μην μπορείς να έχεις το αντικείμενο του πόθου σου. Πήρε έτσι από το ένα χέρι τη βαφτισιμιά της και από το άλλο μια διόλου ευκαταφρόνητη επιταγή και κίνησαν για τη γη της επαγγελίας. Εκεί, σε μια υποτιθέμενη περιοδεία στους ομογενείς θα ανάρρωνε το Λιτσάκι, όπως του είπε.

Έξι μήνες έκατσαν στο Αμέρικα οι δύο γυναίκες και τα μηνύματα που έφταναν στο Παγκράτι ήταν τόσο αισιόδοξα, που ο Ανέστης μπορούσε και πάλι να χαμογελάει. Η Ριτάρα το είχε κάνει πάλι το θαύμα της, σκεφτόταν και καμάρωνε. Στιγμή δεν αναρωτήθηκε ο αθώος κρεοπώλης πως ανανεώνονταν οι βίζες των δύο γυναικών τόσο καιρό.

Τρισευτυχισμένος και ανυπόμονος στάθηκε μπροστά στις πόρτες των αφίξεων εκείνο το πρωινό ο βασιλιάς. «Μπαμπά επιστρέφω», του είχε πει η Λίτσα χαρούμενη στο τηλέφωνο και εκείνος ήξερε πως πλέον το παιδί του είχε βρει το δρόμο του. Πολύ του είχαν λείψει και η Λίτσα αλλά κυρίως η Ρίτα. Γιατί ο Ανέστης μπορεί να μην χώριζε για χάρη της, αλλά και εκείνου άσβεστο παρέμενε το πάθος του για την αρτίστα κουμπάρα, που όποτε τραγουδούσε το «αυτή η νύχτα μένει», ήθελε να καταθέσει σε γαρύφαλλα όλο του το βασίλειο μπροστά στα μακριά πόδια της.

https://www.youtube.com/watch?v=_GTWGxSlx9k

Μόλις οι πόρτες άνοιξαν και είδε τη Λίτσα πιο λαμπερή από ποτέ να του χαμογελάει ευτυχισμένη, δάκρυα κύλησαν στα μάγουλα του. Και μόνο αφού την αγκάλιασε σφιχτά και την φίλησε, πρόσεξε πως η γυναίκα που τη συνόδευε, ήταν μερικούς τόνους πιο σκούρα στο δέρμα από τη νονά της. Διστακτικός κοίταξε τη μελαμψή γυναίκα, που με τα κατάλευκα δόντια στεκόταν αμήχανη δίπλα στην κόρη του και αναρωτήθηκε που ήταν η Ρίτα.

«Που είναι η νονά σου παιδί μου; Και αυτή ποια είναι; Από ποια φυτεία τη μάζεψες;» ρώτησε με τρόπο την κόρη του, όσο φορτώνανε τις βαλίτσες στο πορτμπαγκάζ του Jeep.
«Η νονά δεν θα γυρίσει. Παντρεύτηκε έναν έλληνα με αλυσίδα εστιατορίων στην Αστόρια. Όσο για τη Τζούλι μπαμπά μου, θέλω να είσαι ψύχραιμος. Η Τζούλι είναι η γυναίκα μου. Παντρευτήκαμε στην Νέα Υόρκη. Ο λόγος μάλιστα που επέστρεψα είναι γιατί κυοφορώ ήδη το πρώτο μας παιδί. Το πρώτο σου εγγόνι πατέρα. Θα γίνεις παππούς!» είπε και χαχανίζοντας τον έσφιξε στην αγκαλιά της αγνοώντας το κεραυνόπληκτο βλέμμα του.

Κάπως έτσι λοιπόν το λευκό ρομπάκι το έβαλε ο κυρ Ανέστης στο τέλος. Ακόμα και σήμερα οι τρόφιμοι στο Δαφνί έχουν να θυμούνται τον μερακλή κυρ Ανέστη, τον βασιλιά του κιμά, που δύο φορές τη μέρα έπαιζε διαπασών το τραγούδι της Παπίου και έφερνε τις στροφές του μέσα στο μικρό δωμάτιο. Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς ώρα να κάνουμε και καμιά δουλειά!

 

Ελένη Σαββαϊδου-Εσώρουχα