Λάτρεψε την αίσθηση του στο στόμα της. Το πως την γέμιζε, την γεύση του, την υφή του. Λάτρεψε την αίσθηση του μέσα της. Τις κινήσεις του, άγριες, ζωώδεις, αντρίκειες. Το σεξ μαζί του, το πήδημα, είχε αυτή την ενστικτώδη καύλα που απογειώνει. Και ήρθε η ώρα το ένστικτο αυτό να εκδηλωθεί και με άλλους, πιο συνειδητοποιημένους τρόπους.

Της ζήτησε μία φίλη. Ενοχλήθηκε στην αρχή. Ο εγωισμός της βλέπετε… δεν της αρέσει να μοιράζεται πια. Δικό της και μόνο. Αλλά, το ένστικτο αποδεικνύεται πιο σοφό από τον εγωισμό. Φίλη ήθελε; Φίλη θα είχε. Φίλη όμως που να ανάβει και την ίδια. Και τέτοια ήταν μόνο μία. Θηλυκό σωστό είναι η φίλη. Θηλυκό που κολάζει μόλις βγάλει τη στερεοτυπική στολή του γραφείου. Πόδια για φωτογράφιση, λεπτή μέση, λίγο περιφέρεια ίσα για να προδίδει τη θηλυκότητα της. Μικρό, στητό στήθος. Και ένα κώλος που κολάζει και τον πιο εγκρατή άντρα. Σε αυτά τα πόδια και σε αυτόν τον κώλο ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να αντισταθεί. Και πλέον δεν την ένοιαζε και ας πήδαγε τη φίλη. Ο δικός της οργασμός – οι δικοί της οργασμοί – ήταν δεδομένοι και θα ερχόντουσαν και από τους δύο.

«Λογικά ο κούριερ πρέπει να παρέδωσε το κλειδί του δωματίου» σκέφτηκε, καθώς ανέβαινε βιαστικά τα σκαλιά της εισόδου του ξενοδοχείου. Τα τακούνια που φόραγε δεν βοηθούσαν αλλά βιαζόταν. Βιαζόταν να ετοιμάσει όλο το σκηνικό ώστε να απολαύσει την καύλα του όταν θα ερχόταν.

Ανέβηκε στο δωμάτιο. Η φίλη ήταν ήδη εκεί. Διστακτική αλλά όλα διορθώνονται. Της βάζει ένα ποτό, ξέρει άλλωστε ότι δεν το αντέχει και πολύ. Την παρατηρεί. Ακολούθησε ακριβώς τις οδηγίες της. Στενό μαύρο φόρεμα, χωρίς σουτιέν και με ανοιχτή πλάτη. Ψηλά, πολύ ψηλά, πέδιλα. Αυτά δεν θα βγουν καθ’ όλη τη διάρκεια της βραδιάς. Όπως άλλωστε τα δικά της ψηλά, πολύ ψηλά, κόκκινα πέδιλα. Μαύρο εσώρουχο η φίλη. Ανοιχτό από κάτω. Για πρόσβαση.

Η ίδια φορούσε κόκκινα. Εξίσου στενό κόκκινο φόρεμα μέχρι το γόνατο και με ανοιχτό ντεκολτέ. Και από μέσα κολασμένο κόκκινο κορμάκι. Ανοιχτό από κάτω. Για πρόσβαση.

«Έχω τις αναστολές μου» λέει η φίλη. «Πιες..» Απαντάει μονολεκτικά. Είχε μπροστά της μισή ώρα μέχρι να έρθει εκείνος. Αρκούσε για να πάνε βόλτα οι αναστολές της φίλης.

Δεν το χρειάστηκε το μισάωρο. Στο τέταρτο πάνω οι αναστολές είχαν φύγει με τη βοήθεια του αλκοόλ. Χωρίς να γδυθούν, χωρίς να βγάλουν τα ψηλοτάκουνα τους, ξάπλωσαν και οι δύο στο κρεβάτι. Αυτή καθόταν ανάμεσα στα πόδια της φίλης, με τα χέρια της να ακουμπούν και να χαϊδεύουν απαλά τα λυγισμένα γόνατα. Κοιτάγαν προς την πόρτα. Ήθελε το πρώτο πράγμα που θα έβλεπε εκείνος μόλις μπει να είναι το δικό της βλέμμα, τα δικά της πόδια. Μετά θα έβλεπε και θα γευόταν και το δώρο του.

Μόνο που τα σχέδια της ναυάγησαν. Στέκεται μπροστά της και γελάει. Γελάει δυνατά, βροντερά. Γελάει και τα μάτια του, αυτά τα μάτια που την ιντριγκάρουν, πετούν σπίθες. Τείνει το χέρι του και στις δύο γυναίκες για να της βοηθήσει να σηκωθούν. Χαϊδεύει τα μαλλιά της τρυφερά και την οδηγεί στον καναπέ. Άφωνη, τον παρακολουθεί να ψιθυρίζει κάτι στο αυτί της φίλης της. Παρακολουθεί και τη φίλη να γελάει, να μαζεύει τα πράγματα της και με ένα κλείσιμο του ματιού φεύγει.

Γελώντας πάντα, έκατσε δίπλα της.
«Είσαι εντελώς ηλίθια». «Αλλά σ’ αγαπώ» λέει και αφήνει τη λέξη να πλανάται στον αέρα. «Σ’ αγαπώ»; Όχι, όχι, όχι…. Δεν είναι αυτό το ζητούμενο, σκέφτεται αυτή. Όχι, δεν μπορεί να το είπε τώρα αυτό. Δεν μπορεί να τα γκρεμίζει όλα έτσι. Δεν μπορεί να λέει κάτι τόσο ψεύτικο τώρα. Όχι.

«Κόψε τις μαλακίες» του λέει. «Τι αγαπάς; Εμένα; Και λες εμένα ηλίθια;» «Αυτά τα έχουμε πει, τα έχουμε ξηγηθεί. Δεν υπάρχει αγάπη, δεν υπάρχει έρωτας. Μ’ αρέσεις, σ’ αρέσω, βρισκόμαστε, πηδιόμαστε τέλος. Από ‘κει και πέρα δεν …..»
«ΣΚΑΣΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! Σκάσε και άκου για μία φορά στη ζωή σου!!» άρχισε να της φωνάζει. «Σ’ ΑΓΑΠΩ ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ; Αγαπώ την τρέλα σου, αγαπώ την χαζομάρα σου που πήγες να πραγματοποιήσεις μία φαντασίωση μου, αγαπώ το είναι σου, αγαπώ την ψυχή σου, αγαπώ την καρδιά σου, αυτή που προσπαθείς να κρύψεις τόσο πολύ. ΣΕ ΑΓΑΠΩ!» «Δεν θέλω άλλη γυναίκα στο κρεβάτι μας, εσένα θέλω. Εσένα θέλω να φιλάω, να χαϊδεύω. Να σου κάνω έρωτα. Όχι να σε πηδάω, ποτέ δεν ήθελα να σε πηδάω»

«ΟΧΙ. ΟΧΙ, ΟΧΙ, ΟΧΙ» άρχισε και αυτή να φωνάζει. «Δεν θέλω την αγάπη σου, δεν θέλω τον ερωτά σου. Δεν θέλω να είμαι η μοναδική, δεν θέλω να είσαι ο μοναδικός. Αυτά δεν είναι για μένα. Αυτά πονάνε και τα έχω διώξει. Σου πρόσφερα στο πιάτο τη φαντασίωση του κάθε άντρα και εσύ την κλώτσησες για την … αγάπη;;» Μέσα από τα δόντια της την έφτυσε τη λέξη. Ούτε να την πει δε μπορούσε. Ούτε να τον κοιτάξει πια δεν μπορούσε. Τα κατέστρεψε όλα. ΟΛΑ.
Αργά, βγάζει το εσώρουχο της. Το εκσφενδονίζει πάνω του και ανοίγει την πόρτα και φεύγει. Χωρίς αγάπη αλλά και χωρίς να πονάει. Ακριβώς όπως το προτιμάει δηλαδή.

 

Ελένη Σαββαϊδου-Εσώρουχα