Η Αρετή γεννήθηκε ένα κρύο πρωινό του Φλεβάρη, φέρνοντας ανέλπιστη χαρά στην 35χρονη μητέρα της που χρόνια προσπαθούσε να φέρει στον κόσμο ένα παιδί. Μονάχα η γιαγιά της ήταν σκεπτική εκείνο το πρωινό της 29ης Φεβρουαρίου. Πόσο τυχερό να είναι ένα παιδί που γιορτάζει τα γενέθλιά του κάθε 4 χρόνια;

Η Αρετή για 8 χρόνια μεγάλωνε σαν πριγκίπισσα μέσα στην απόλυτη αγάπη και στοργή. Κι ύστερα ήρθε Εκείνος. Ο μικρός αδελφός που ένα ιατρικό λάθος, κατά τη διάρκεια του τοκετού, του προκάλεσε μόνιμα κινητικά προβλήματα. Ζορίστηκε η Αρετή. Δεν ήταν ότι έπαψε να είναι το επίκεντρο της προσοχής. Ήταν ότι κλήθηκε να κουβαλήσει ένα φορτίο, βαρύτερο από αυτό που της αναλογούσε. Από τη μία η αγάπη για τους γονείς της που ήθελε να τους βοηθήσει, κι από την άλλη το «χρέος» απέναντι στον αδύναμο αδελφό, παραμέρισαν τα θέλω και τα όνειρα της, έκλεισαν τα αυτιά της στις σειρήνες της ζωής, σφάλισαν τα μάτια της, και έζησε μονάχα ΓΙΑ εκείνον.

«Κάνεις δεν μου το ζήτησε. Ήμουν η τυχερή της οικογένειας. Εγώ ήμουν υγιής, αλλά εκείνος όχι. Πώς θα μπορούσα να ρουφήξω τη ζωή όταν εκείνος ήταν καθηλωμένος, πάνω σε 4 ρόδες; Πώς θα μπορούσα να τον αφήσω μόνο να παλέψει; Χρειαζόταν αγάπη και φροντίδα.
Όχι, δεν ήταν ο οίκτος που με έκανε να περάσω τη ζωή μου πλάι του. Ήταν ο θαυμασμός για τη δύναμη της θέλησής του, η αγάπη μου για εκείνον που ποτέ δεν παραπονέθηκε και δεν σιχτίρισε την ώρα και τη στιγμή που ένα λάθος του στέρησε τόσο απλά και αυτονόητα πράγματα για όλους εσάς τους αρτιμελείς. Που ποτέ δεν είπε άσχημο λόγο για κανέναν σας, κι ας «ζήλευε» όποιον στεκόταν όρθιος μπροστά του, χαμηλώνοντας απερίσκεπτα το βλέμμα του να τον κοιτάξει. Μα πόσο δύσκολο ήταν να γονατίσετε για να έρθετε στο ύψος του;..
Όχι, δεν ήταν η συμπόνια για τη μάνα που έκλαιγε κρυφά, κάθε φορά που κάποιος έκανε αδιάκριτες κι από αμηχανία ερωτήσεις, ξύνοντας την πληγή και ματώνοντάς την ακόμα περισσότερο. «Ο κακομοίρης δεν ιδρώνει πάνω στην καρέκλα;». Ήταν η ενοχή γιατί γεννήθηκα τυχερή.»

Την Αρετή τη γνώρισα τυχαία. Ανέκφραστη, βιαστική, μια γκρίζα μορφή που κάθε πρωί περίμενε στη στάση του λεωφορείου. Δυο καταγάλανα μάτια μάταια προσπαθούσαν να φωτίσουν το χλωμό πρόσωπό της. Στην «καλημέρα» απαντούσε με ένα συγκαταβατικό νεύμα κι έσφιγγε πάνω της την τσάντα της, σφραγίζοντας την πόρτα που πήγαινα να ανοίξω. Δύσκολος άνθρωπος η Αρετή.

«Δεν είχα δικαίωμα να ερωτευτώ, να αγαπήσω. Και για να σε προλάβω, κανείς δεν με πλησίαζε άλλωστε. Σαν έλεγα πως ο αδελφός μου ήταν κινητικά ανάπηρος τα χαμόγελα πάγωναν. Το τηλέφωνο δεν ξαναχτυπούσε. Κι οι μέρες περνούσαν. Οι εποχές εναλλάσσονταν. Κι εγώ εκεί, η μόνη πραγματική φίλη, συνοδοιπόρος του, στήριγμά του. Και πάντα η ίδια ερώτηση σαν έφευγα. «Θα αργήσεις;»

Δεν έφταιγε εκείνος. Ούτε οι γονείς μου που προσπαθούσαν να του προσφέρουν μια ζωή κανονική. Ουτοπικό, το ξέρω, αλλά προσπαθούσαν για το καλύτερο. Στην προσπάθειά τους όμως ξέχασαν ΕΜΕΝΑ. Άξιζα κι εγώ μια κανονική ζωή. Να πάω εκδρομές, να καλέσω φίλους σπίτι, να φλερτάρω. Ήμουν παιδί, έφηβη, νέα. Όχι, δεν μου αρνήθηκαν τίποτα από όλα αυτά, ΑΛΛΑ δεν με παρότρυναν κιόλας. Ακόμα κι όταν κλήθηκα να δώσω πανελλήνιες εξετάσεις η προτροπή ήταν μία: Νοσηλευτική…

Κι ύστερα ήρθε το δυστύχημα κι έμεινα μόνη. Δίχως γονείς, δίχως εκείνον. Πώς να μάθω ξαφνικά να στρέφω τα μάτια μου στον ήλιο όταν για χρόνια έζησα στο σκοτάδι; Πώς να μάθω να ζω; Η σήψη της ψυχής είναι ύπουλο πράμα. Η αποσύνθεση της συντελείται τόσο αργά, που όταν το αντιληφθείς η κατάσταση είναι μη αναστρέψιμη. Πως να εμπιστευτώ τον κόσμο εκεί έξω, αυτόν που μέχρι πρότινος ψιθύριζε πίσω από την πλάτη μου; Πώς και ΓΙΑΤΙ να θέλω να γίνω κομμάτι του; Αυτός δεν ήταν που με παραγκώνισε με το ανύπαρκτο στην πραγματικότητα ενδιαφέρον του;

Όλοι έβλεπαν εκείνον να ανεβαίνει τον δικό του Γολγοθά, αλλά κανείς δεν είδε εμένα που ανέβαινα μαζί του, κουβαλώντας τον δικό μου σταυρό. Όχι μόνο έγινα η σκιά του, αλλά στη σκιά εκείνου έζησα ΓΙΑ εκείνον. Δεν με νοιάζει που αφιέρωσα τη ζωή μου σε εκείνον, με νοιάζει που δεν ήμουν η Αρετή. Δεν με ρώτησε ποτέ κανείς πώς νιώθω, τί θέλω, αν είμαι καλά. Είναι δύσκολο, σχεδόν εξαντλητικό, να δίνεις την ψυχή σου, να στερείσαι κάθε χαρά που σου αναλογεί, αλλά να μην γυρνά κανείς το κεφάλι να σε δει. Κι όχι, δεν είναι το χειροκρότημα που αποζητούσα. Ήταν που ποτέ δεν έπεσε μια δέσμη φωτός πάνω μου. Ήμουν κι εγώ εκεί. Δεν με βλέπατε;

Όχι, δεν κρατάω καμιά κακία. Δεν ξέρετε πως είναι να νιώθεις εγκλωβισμένη από χρέος και αγάπη συνάμα. Δεν ξέρετε πως είναι να έχεις ανάπηρο αδελφό κι εσύ να είσαι αρτιμελής. Να θες να τρέξεις στην άμμο, να πετάξεις, και να μην μπορείς. Όχι γιατί είσαι καρφωμένος σε ένα καροτσάκι, αλλά γιατί η καρδιά σου είναι αυτή που σε «δένει» και δεν σ’ αφήνει να ακουμπήσεις ό,τι δεν μπορεί να αγγίξει ο δικός σου άνθρωπος.

Κι όσο εκείνος ζούσε όντας κινητικά ανάπηρος, εγώ έμεινα πίσω συναισθηματικά ανάπηρη, χτίζοντας ένα ψηλό οχυρό γύρω μου για να μην τολμήσω να ονειρευτώ, να μην χτυπηθώ από τα βέλη του έρωτα, για να με προφυλάξω από την απογοήτευση σαν το τηλέφωνο δεν ξαναχτυπούσε.

Και τώρα πώς; Πώς να ξαναγεννηθώ; Ο φοίνικας ξαναγεννιέται από τις στάχτες του. Εγώ όμως δεν υπήρξα ποτέ φοίνικας. Απλά στεκόμουν στα πόδια μου τόσα χρόνια, αλλά μέσα μου είχα ήδη «σαπίσει» από τις ευθύνες, τις υποχρεώσεις. «Εμείς θα πεθάνουμε. Ο αδελφός σου εσένα θα έχει και κανέναν άλλο.»…».

Η Αρετή είναι μία από τις πολλές Αρετές που κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Δεν ξέρω αν εκείνη τη μέρα που άνοιξε την καρδιά της, άνοιξαν και το δικά μου μάτια. Το βέβαιο είναι πως ντράπηκα. Ντράπηκα απίστευτα που γι΄ αυτήν ανήκα στον κόσμο εκεί έξω, τον αφιλόξενο, τον κόσμο των αρτιμελών. Ντράπηκα για κάθε βλέμμα που δέχτηκε, για κάθε δάκρυ που έφτασε στα μάτια της και δεν κύλησε ποτέ, για κάθε όνειρο που δεν τόλμησε να κάνει. Ντράπηκα γιατί ποτέ δεν είχα σκεφτεί πως είναι να είσαι στη θέση της Αρετής, όρθια δίπλα σε ένα αναπηρικό αμαξίδιο…