Η ζωγραφική ήταν το πάθος της από τότε που θυμάται τον εαυτό της πάντα ανακατεμένη με πινέλα και χρώματα έδινε σχήμα και μορφή σε οτιδήποτε της κέντριζε το ενδιαφέρον με ιδιαίτερη προτίμηση στα άγρια και απόκρημνα τοπία. Πολλές φορές είχε βάλει σε κίνδυνο την ζωή της προκειμένου να φτάσει στην κορυφή ενός βουνού ή στα έγκατα κάποιας σπηλιάς για να βρεθεί από κοντά και να αποτυπώσει τις ομορφιές της φύσης με όσο το δυνατόν μεγαλύτερης λεπτομέρειας.
Αυτός ήταν κριτικός τέχνης τον γνώρισε σε μια από τις πιο γνωστές γκαλερί του Λονδίνου την ημέρα των εγκαινίων των έργων της την πλησίασε με θάρρος και αυτοπεποίθηση και την κέρδισε με την πρώτη χειραψία τους. Τον είχε δει σε αρκετά περιοδικά και σε άλλες τόσες εκπομπές, ακαταμάχητα γοητευτικός με επιβλητική παρουσία, άγριος όπως τα τοπία που αγαπούσε.

Για εκείνη δεν ήταν δύσκολο να γοητεύσει έναν άντρα, είχε όλα όσα χρειαζόταν μια γυναίκα για να είναι εντυπωσιακή -προικισμένη με τις πιο τέλειες αναλογίες, αν ένας πίνακας ζωγραφικής εξυμνούσε την ομορφιά του γυναικείου φύλου τότε σίγουρα θα την απεικόνιζε. Χρόνια τώρα παρακολουθούσε ο ένας την δουλειά του άλλου αλλά δεν είχε τύχει να βρεθούν καθώς έμεναν σε διαφορετικές πόλεις της Αγγλίας. Η ίδια είχε επιλέξει το Γιόρκ για διαμονή την είχε κουράσει το Λονδίνο αλλά ήθελε να είναι και κοντά στην Σκωτία που πολλές φορές ταξίδευε εκεί για να αντλήσει έμπνευση για τα έργα της. Η έκθεση της όμως είχε αποφασίσει πως έπρεπε να γίνει στο Λονδίνο γιατί σίγουρα θα προσέλκυε περισσότερο κόσμο και πλέον ήταν έτοιμη να δείξει με περηφάνια την δουλειά ετών με έργα που μέχρι σήμερα δεν είχαν βγει από το εργαστήριο της. Οι κριτικές για τα έργα ήταν διθυραμβικές και ο κόσμος έμεινε έκπληκτος από την τεχνική και το ύφος της. Μεθυσμένη από την επιτυχία και την σαμπάνια που έρεε άφθονη στην έκθεση βρέθηκε σπίτι του και εκεί πάνω σε ένα ανάκλιντρο αναγεννησιακής εποχής έκανε το κορμί της να συσπάται από ηδονή και να νιώσει την κορύφωση μέσα από πολλαπλούς οργασμούς. Το ξημέρωμα την βρήκε ξαπλωμένη πάνω σε μια χοντρή φλοκάτη στο πάτωμα σκεπασμένη με μια βελούδινη κουβέρτα, δίπλα της υπήρχε καφές κέικ και ένα σημείωμα. «Καλημέρα έπρεπε να φύγω, σαν το σπίτι σου»
Τυλιγμένη με την κουβέρτα επεξεργάσθηκε τον χώρο γύρω της όλα τα αντικείμενα έδεναν με αρμονία και ήταν τακτοποιημένα με ακρίβεια. Ανατρίχιασε λίγο από την απόλυτη συμμετρία γύρω της και έφερε στο μυαλό της την εικόνα του δικού της σπιτιού, ένα στούντιο με τζάμια να καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του, ένας καναπές, μια πολυθρόνα το κρεβάτι της και σύνεργα ζωγραφικής σε όλο το μήκος και πλάτος του σπιτιού. Αυτή η σκέψη της έφερε γέλιο και σκέφτηκε πως θα έπρεπε να κάνει ένα καλό συμμάζεμα αν τύχαινε να την επισκεφθεί στο Γιόρκ.
Αφού τέλειωσε τον καφέ της μπήκε στο μπάνιο και απόλαυσε ένα χαλαρωτικό ζεστό ντουζ είχε και έναν αφόρητο πονοκέφαλο και μια ελαφριά ζαλάδα από την μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ. Την ώρα που σκούπιζε τα μαλλιά της άκουσε θόρυβο απ έξω και βγήκε όλο υπονοούμενο τυλιγμένη με την πετσέτα να τον υποδεχθεί. Αντί αυτού μια όμορφη μελαγχολική γυναίκα στεκόταν στο σαλόνι. Ξαφνιασμένη ένιωσε άβολα με την περιβολή της και έσφιξε την πετσέτα πάνω της. Η γυναίκα την κοίταξε στεναχωρημένη δεν είπε λέξη και υστέρα κατευθύνθηκε προς το μπαλκόνι. Η ίδια μάζεψε τα ρούχα της από το πάτωμα ντύθηκε σε ένα δωμάτιο και βγήκε στο μπαλκόνι να την αναζητήσει. Δεν ήταν πουθενά, έψαξε ξανά στο σπίτι και ξανά βγήκε έξω. Αυθόρμητα της ήρθε να κοιτάξει κάτω στον δρόμο και την ώρα που έσκυβε ένιωσε να την σπρώχνουν, αστραπιαία πιάστηκε από τα κάγκελα και τελευταία στιγμή ανέτρεψε την πτώση της. Με την άκρη του ματιού της είδε μια σκιά να μπαίνει γρήγορα προς στο σπίτι. Ανακτώντας τις δυνάμεις της μπήκε πάλι μέσα και έψαξε όλα τα δωμάτια αλλά δεν υπήρχε κάνεις άλλος εκεί. Μάζεψε τα πράγματα της, έκλεισε την πόρτα πίσω της και επέστρεψε στο ξενοδοχείο της. Με το που έφτασε ο ρεσεψιονίστ της παρέδωσε το κλειδί και αρκετά μηνύματα. Κούνησε μηχανικά το κεφάλι της και ανέβηκε στο δωμάτιο έβαλε ένα ποτήρι ουίσκι και προσπάθησε να βάλει τις σκέψεις της σε μια τάξη. Τι ακριβώς είχε συμβεί; Ποιά ήταν αυτή η κοπέλα; και ποιος προσπάθησε να την ρίξει από το μπαλκόνι; Τις σκέψεις διέκοψε το τηλέφωνο του δωματίου. Δεν το σήκωσε και αναζήτησε την δική της συσκευή. Είχε κλείσει από μπαταρία το έβαλε στο φορτιστή και πάτησε το κουμπί να ανοίξει. Είχε δεκάδες μηνύματα από φίλους πελάτες την ιδιοκτήτρια της γκαλερί και απ αυτόν, η οθόνη φώτισε και έδειχνε το όνομα του, την καλούσε αλλά αυτή τα είχε χαμένα.
-Ναι; απάντησε με σπασμένη φωνή
– Σε έχω πάρει τόσες φορές στο τηλέφωνο, είσαι καλά; Συγνώμη που σε άφησα μόνη σου το πρωί αλλά είχα ένα επείγον ραντεβού γύρισα σπίτι αλλά δεν σε βρήκα.
Με μια ανάσα του εξιστόρησε τι της είχε συμβεί και περίμενε απάντηση για το ποια ήτανε αυτή η γυναίκα που είχε κλειδιά για το διαμέρισμα του και τι σχέση είχε μαζί της. Σε μισή ώρα ήταν στο ξενοδοχείο της και την περίμενε στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου να μιλήσουν από κοντά. Την διαβεβαίωσε πως κανείς, εκτός από την γυναίκα που του καθαρίζει, δεν έχει κλειδιά και σε καμία περίπτωση δεν ταίριαζε στην περιγραφή της άγνωστης γυναίκας. Την έπεισε ότι είχε πιεί αρκετά το προηγούμενο βράδυ και ότι όλα αυτά ήταν στην φαντασία της. Ανέβηκαν στο δωμάτιο της και η επαφή τους την έκανε να ξεχάσει τα πάντα.
Η σχέση τους συνεχίστηκε για αρκετούς μήνες μεταξύ Λονδίνου και Γιόρκ και οι δυο παθιασμένοι ο ένας για τον άλλον με μεγάλα διαστήματα απουσίας σε κάθε τους συνάντηση ανάπλήρωναν τον χαμένο χρόνο. Η δουλειά της είχε μείνει πίσω και σε λίγο καιρό είχε καινούρια έκθεση να ετοιμάσει και έπρεπε οπωσδήποτε να έκανε ένα ταξίδι στη Σκωτία για να εμπνευστεί, ήθελε να τελειώσει και ένα μισοτελειωμένο πίνακα που την είχε ταράξει η ιστορία του και είχε μιλήσει και στην αστυνομία τότε. Σε ένα απόκρημνο σημείο μιας πλαγιάς ζωγραφίζοντας είχε γίνει χωρίς να το θέλει μάρτυρας ενός εγκλήματος. Ένας άντρας πέταξε από τα βράχια μια γυναίκα, δυστυχώς η απόσταση ήταν μεγάλη και δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει τα χαρακτηριστικά του άντρα. Η κοπέλα ανασύρθηκε νεκρή από τους διασώστες λίγες ώρες αργότερα μετά από υπόδειξη της ιδίας για το σημείο. Ήταν μια φοιτήτρια από την Ουκρανία που σπούδαζε σε κοντινό πανεπιστήμιο. Η υπόθεση δεν πήρε μεγάλη διάσταση, δεν υπήρχαν στοιχεία και η υπόθεση έκλεισε ως ανεξιχνίαστη.
Σε αυτό το ταξίδι του είχε ζητήσει να μην την ακολουθήσει γιατί σίγουρα θα της αποσπούσε την προσοχή της. Τα βήματα χωρίς να το καταλάβει την έφεραν σε εκείνο το σημείο λες και κάποιος την τραβούσε προς τα εκεί. Έστησε τα σύνεργα της και άρχισε να ζωγραφίζει. ,Τότε της ήρθε καθαρά όλο το σκηνικό εκείνης της ημέρας, βλέπει την κοπέλα από εκείνη την ημέρα στο σπίτι του, κοιτώντας την καλύτερα είδε πως τα ρούχα της ήταν ίδια με της κοπέλας του δυστυχήματος. Την κοίταζε πάλι μελαγχολικά και της έγνεφε με το χέρι της. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει από την αγωνία και είχε παγώσει από τον φόβο της. Σταμάτησε να δείχνει μελαγχολική και της έκανε νόημα έντονα να πάει προς το μέρος της. Χωρίς να το θέλει σηκώθηκε απότομα από την θέση της και εκείνη ακριβώς την ώρα ένας βράχος πέρασε ξυστά από δίπλα της που αν είχε μείνε στο σημείο εκείνο σίγουρα θα την είχε παρασύρει. Δύο φορές είχε δει αυτή την γυναίκα και τις δυο φορές είχε κινδυνέψει η ζωή της. Γύρισε ταραγμένη στο ξενοδοχείο της και τον βρήκε εκεί, ήθελε να της κάνει έκπληξη αλλά τρόμαξε στην κατάσταση που την είδε. Αυτή την φορά δεν μπόρεσε να την καθησυχάσει και ήταν σίγουρη ότι κάτι περίεργο συνέβαινε. Όταν γύρισε πίσω στο Γιόρκ άρχισε να κάνει έρευνα σχετικά με εκείνη την κοπέλα και έφτασε μέχρι το πανεπιστήμιο που φοιτούσε για να πάρει πληροφορίες. Είχε μιλήσει με τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου και την περίμενε για να συζητήσουν. Χαζεύοντας μια βιτρίνα έξω από το γραφείο του για να την δεχτεί το μάτι της έπεσε σε μια φωτογραφία των καθηγητών της χρονιάς που φοιτούσε η κοπέλα. Τον αναγνώρισε αμέσως, δεν είχε αλλάξει και πολύ από τότε, άλλωστε δεν ήταν και πολλά τα χρόνια. Ξαφνιάστηκε γιατί δεν θυμόταν να το είχαν συζητήσει ποτέ. Η πόρτα άνοιξε και ο Πρύτανης την δέχτηκε στο γραφείο του, για κάποιο λόγο απέφυγε να τον αναφέρει και επικεντρώθηκε στο να μάθει περισσότερα για την κοπέλα. Μια όμορφη κοπέλα με υποτροφία χωρίς πολλές συναναστροφές με τους συμφοιτητές της και χωρίς πολλές φίλες, ίσως μόνο μια απ ότι μπορούσε να θυμηθεί. Ζήτησε αν μπορούσε να μάθει το όνομα της και έφυγε ευχαριστώντας τον για τον χρόνο του. Ευτυχώς η φίλη της έμενε Αγγλία, μίλησαν στο τηλέφωνο της είπε ότι ήταν αυτή που είχε γίνει μάρτυρας του εγκλήματος τότε και ότι ήθελε να μάθει περισσότερα για την κοπέλα, της απάντησε ότι δεν θα ήθελε να μιλήσει γι αυτό και της έκλεισε ενοχλημένη το τηλέφωνο. Μετά από μερικές ώρες την κάλεσε και συμφώνησε να βρεθούν, την προβλημάτισε αρκετά η απότομη αλλαγή παρόλα αυτά ήταν αποφασισμένη να βρεί την άκρη.
Την περίμενε στο σπίτι της στο Γιόρκ όλο ανυπομονησία και όταν ήρθε χωρίς πολλές περιστροφές της εξιστόρησε όλα όσα είχαν συμβεί τους τελευταίους μήνες χωρίς να παραλείψει τίποτα. Η κοπέλα στην αρχή νόμιζε ότι η συνομιλήτρια της τα είχε χαμένα, αλλά στο ότι είχε σχέση με εκείνον την προβλημάτισε. Δεν ήθελε να έχει καμία σχέση μαζί του ούτε ήθελε να ξανά ακούσει γι’ αυτόν ποτέ, αρκετό κακό της είχε κάνει. Αποφάσισε να μιλήσει και να της πει όλη την αλήθεια που κρατούσε τόσα χρόνια μέσα της και της βάραινε την ψυχή. Ήταν καθηγητής της και τον ερωτεύτηκε παράφορα το ίδιο και η φίλη της, είχε σχέση παράλληλα και με τις δύο χωρίς καμία τους να το γνωρίζει. Όταν κάποια στιγμή αποκαλύφθηκε η φίλη της δεν το άντεξε και ήθελε να τον εκδικηθεί, θα ενημέρωνε το πανεπιστήμιο και θα έχανε την θέση του. Είχαν πάει να μιλήσουν και πάνω στον τσακωμό λογοφέρανε και κατά λάθος την έσπρωξε δεν ήθελε να την σκοτώσει. Την απείλησε πως αν έλεγε τίποτα σε κανέναν θα είχε την ίδια τύχη αν και κάνεις δεν θα πίστευε μια φοιτήτρια απέναντι στον λόγο ενός εξέχοντα καθηγητή. Είχε φροντίσει και την παραμικρή λεπτομέρεια και δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να τον ενοχοποιούσε. Η συζήτηση της είχε παρασύρει και δεν αντιλήφθηκαν ότι ο χώρος μύριζε γκάζι, όταν το αντιλήφθηκαν ένα μπουκάλι εύφλεκτο υλικό έσκασε πάνω από ένα ανοιχτό παράθυρο της τζαμαρίας. Η φωτιά εξαπλώθηκε αμέσως και τα σύνεργα ζωγραφικής διευκόλυναν το έργο της. Μέσα από τους καπνούς και τις φλόγες εμφανίστηκε εκείνη και τους έκανε νόημα να την ακολουθήσουν. Τις οδήγησε σε μια σκάλα που έβγαζε στην ταράτσα που θα ορκιζόταν ότι ποτέ δεν μπόρεσε να την ανοίξει όσες φορές και αν προσπάθησε και πάντα αμελούσε να την φτιάξει. Ζαλισμένες και οι δύο από τον καπνό βγήκαν έξω στον καθαρό αέρα προσπαθώντας να καθαρίσουν τα πνευμόνια τους από τα τοξικά αέρια και τον καπνό. Και τότε εμφανίστηκε κι αυτός.
«Δεν έπρεπε να γίνουν έτσι τα πράγματα αλλά δεν μου αφήνετε περιθώρια, δεν έπρεπε να βρεθείς εκείνη την ημέρα στο βουνό. Σε παρακολουθούσα όλα αυτά τα χρόνια αλλά παράλληλα σε ερωτεύτηκα, φοβήθηκα όμως μετά την πρώτη μας συνάντηση και αποφάσισα πως δεν έπρεπε να το διακινδυνεύσω, έπρεπε να βγεις από την μέση και εσύ, αλλά δυο φορές την γλύτωσες την τελευταία στιγμή, αυτή φορά όμως δεν γίνεται να την γλυτώσετε ούτε η μια ούτε η άλλη» και κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος τους. Τότε ένιωσε μια δύναμη να τον σπρώχνει προς την τζαμαρία και να πέφτει πάνω της. Τα τζαμιά έσπασαν και βρέθηκε στο σαλόνι μέσα στις φλόγες, είδε και τις τρεις να τον κοιτάνε από την ταράτσα και ήταν το τελευταίο πράγμα που έβλεπε όταν ένα τεράστιο κομμάτι γυαλί πέφτοντας από πάνω καρφώθηκε ακριβώς στην καρωτίδα του. Ένα λευκό έντονο φως απλώθηκε γύρω τους και εκείνη χάθηκε μέσα του. Όλα πια είχαν πάρει τον δρόμο τους