Από μικρή ήταν ατίθαση. Είχε αυτό το σπινθηροβόλο βλέμμα, αυτή τη δύναμη στον λόγο της που σε καθήλωνε. Μια απάντηση για όλα. Μόλις τελείωσε το Δημοτικό ανακουφίστηκε. Ένιωσε να αποχωρίζεται την παιδικότητα που κουβαλούσε και δεν ήθελε καθόλου. Έλεγε θα γίνω γιατρός. Όχι για να έχω λεφτά. Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει με ελάχιστα, αλλά για να βοηθήσω τους ανήμπορους. Πίστευε πολύ στην προσφορά. Εξάλλου από μικρή χάριζε τα τελάρα τα πορτοκάλια της σε οικογένειες συμμαθητών της που γνώριζε ότι είχαν περισσότερο ανάγκη! Ουδέποτε το είπε σε κανέναν. Έβρισκε πάντα μια πιστευτή δικαιολογία ώστε να μην την ζαλίζουν οι δικοί της.

Το Μουσικό Γυμνάσιο ήταν καθαρά δική της επιλογή. Η μουσική ήταν το καταφύγιο της. Με κίτρινα ακουστικά στα αυτιά, την ώρα που όλα τα παιδιά της ηλικίας της κοιμόταν, αυτή έβαζε στη διαπασών τις αγαπημένες της μπαλάντες και έπλαθε μια ιστορία για το καθένα. Έτσι, την έπαιρνε ο ύπνος. Γαλήνια. Ίσως, οι μοναδικές ώρες που θα διέκρινε κάποιος ολοκάθαρα, αυτό που επιμελώς έκρυβε την μέρα.

Τα χρόνια πέρασαν και τελείωσε το Γυμνάσιο με απόλυτη επιτυχία. Στο Λύκειο οι παρέες της άλλαξαν. Άρχισε να βγαίνει πιο συχνά και να βάφεται. Πάντα της άρεσε να είναι προσεγμένη η εμφάνιση της. Ο πατέρας της, της το απαγόρευε. Έτσι, έπαιρνε τα ελάχιστα καλλυντικά της και βαφόταν στο ασανσέρ. Ώσπου ένα απόγευμα, ο πατέρας της γύρισε νωρίτερα και την έκανε τσακωτή. “Που πας έτσι βρε αλήτισσα;” της είπε και έκλεισε με δύναμη την πόρτα του ασανσέρ. Από κείνη την στιγμή και μετά ο θυμός είχε φωλιάσει μέσα της. Χρόνια γεμάτα αντίδραση, καμία επικοινωνία. Το απόλυτο χάσμα. Άσπρο έλεγε αυτή, μαύρο ο πατέρας της.

Τελειώνει το Λύκειο και το όνειρο της για Μουσικές Σπουδές ή Θεατρολογία πάνε περίπατο αφού δεν πέρασε και σε πείσμα όλων δεν έδωσε ξανά εξετάσεις. Κατευθείαν πιάνει δουλειά. Σκληρή δουλειά που είχε να αντιμετωπίσει πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους αλλά θα τα κατάφερνε. Εξάλλου, πάντα τα καταφέρνει. Κι ας κλαίει κρυφά στο δωμάτιο της. Τον επόμενο χρόνο, η αδελφή της φεύγει για σπουδές σε άλλη πόλη. Τα έξοδα της οικογένειας πολλά. Προτίθεται να βοηθήσει με τα έξοδα και βάζει την μητέρα της να υποσχεθεί ότι ποτέ μα ποτέ δεν θα αποκαλύψει ότι αυτή έδωσε μέρος των χρημάτων. Τα χρόνια περνούν. Η αδελφή της παντρεύεται και φτιάχνει πια την δική της οικογένεια πολύ μακριά από αυτούς. Τους επισκέπτεται δύο φορές τον χρόνο, στην άδεια τους. Αυτή, η αλήτισσα, παραμένει πάντα εκεί, δίπλα τους. Στήριγμα στην οικονομική καταστροφή του πατέρα της, στην αρρώστια της μητέρας της, στις δυσκολίες της καθημερινότητας. Τα χέρια της, είναι γεμάτα ρόζους από την δουλειά. Τα κόκαλα της πονάνε. Πλέον, δεν μπορεί να κοιμηθεί από τους πόνους. Βάζει τα ακουστικά της και αρχίζει η μουσική. Όσα χρόνια κι αν πέρασαν, πάντα άκουγε τις ίδιες μπαλάντες. Τώρα πια, σκέφτεται πώς θα ήταν η ζωή της αν είχε κάνει αυτό που πραγματικά ήθελε. Αν επέμενε. Αν δεν μιλούσε η συμπόνια και η αγάπη αλλά ο θυμός της. Αν όλοι έπαιρναν αυτό που τους άξιζε πραγματικά. Αν δεν πίστευε πώς ήταν μια αλήτισσα. Με ένα κούνημα του κεφαλιού της ξυπνά. Δεν πειράζει αλήτισσα. Έκανες αυτό που πάντα ήθελες. Πρόσφερες.

Λίγα χρόνια αργότερα, σ’ ένα δωμάτιο νοσοκομείου αποχαιρετά τον πατέρα της. Του κρατάει το χέρι και το βλέμμα της είναι κολλημένο στα χείλη του. Περιμένει αυτό, που έπρεπε να ειπωθεί χρόνια πριν, μια συγγνώμη ώστε να πάψει να πιστεύει ότι είναι μια αλήτισσα που δεν της άξιζε τίποτα. Ούτε καν μια δική της οικογένεια. Ήθελε να του μιλήσει. Να του εξηγήσει. Σκεφτόταν καιρό τώρα τι θα του έλεγε στην περίπτωση αυτή. Όμως, ο πατέρας της άνοιξε τα μάτια για μια τελευταία φορά, την κοίταξε και τα έκλεισε για πάντα. Η αλήτισσα παραμένει στο πλευρό της μητέρας της, δουλεύει σκληρά και την φροντίζει όπως ακριβώς αξίζει σε μια μαμά που ναι μεν δεν μπόρεσε να κάνει πολλά άλλα ήταν εκεί έστω και κρυφά. Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος εξάλλου που της έλεγε πάντα “εφηβεία είναι, θα περάσει μικρό μου, δεν ήσουν αλήτισσα, λίγη στήριξη ήθελες μόνο”, αλλά ούτε αυτό της απάλυνε τον πόνο τώρα πια. Ήθελε να το ακούσει απ’ αυτόν που το ξεστόμισε.
“Δεν πειράζει αλήτισσα” σκέφτονταν…