Καλοκαίρι. Μια εποχή δεμένη με το κέφι, τις διακοπές, το ξεφάντωμα, τα ταξίδια. Το ονειρεύονται όλα τα παιδιά, μετρώντας τις μέρες αντίστροφα μέχρι να κλείσουν τα σχολεία για να απελευθερωθούν από το σχολικό τους διάβασμα. Εκτός από μια μερίδα παιδιών, στο μεταίχμιο της ενηλικίωσης. Αυτά που δίνουν Πανελλαδικές εξετάσεις προσπαθώντας να επιτύχουν κάποιο στόχο τους. Για αυτά τα παιδιά η εποχή ετούτη του χρόνου είναι η κορύφωση ενός αγώνα κούρσας, συχνά εξοντωτικού, ίσως κι απάνθρωπου. Μέχρι που έρχεται η ώρα και ένα προς ένα τα μαθήματα απελευθερώνονται μέσα από την ώρα των εξετάσεων. Ό,τι μπορούσε να κάνει ένας μαθητής φεύγει πια από τα χέρια του και περνά στην αγωνία των αποτελεσμάτων. Προσδοκίες, ελπίδες, κούραση, ανακούφιση, άγχος όλα ανακατεμένα σε ένα δύσκολο μείγμα.

Αλλαγή σελίδας.
Η αίθουσα είναι γεμάτη. Η ησυχία κυριαρχεί. Μόνο σελίδες ακούγονται, στυλό να γράφουν, κάποια γόμα που πέφτει στο πάτωμα και η κοφτή ανάσα αυτού που προσπαθεί να τη σηκώσει. Όχι, δεν είναι μαθητές. Είναι οι άνθρωποι που περνούν από τα γραπτά μετά από αυτούς, οι διορθωτές. Καλούνται οι άνθρωποι αυτοί να σκύψουν πάνω από τα ιδιαίτερα αυτά τετράδια τα φορτωμένα με κούραση, κι ελπίδες για να επικυρώσουν τους κόπους μιας προσπάθειας.

Αλλαγή σελίδας. Τόσο γνώριμος ήχος.
Τα μάτια κοιτάζουν τις αράδες. Πυκνογραμμένες, τακτικές, άλλες άτσαλες και με πίεση χαραγμένες. Μουτζούρες και ορθογραφικά ή τάξη και οργάνωση. Όλα κρύβονται μέσα στις σελίδες. Κάθε τετράδιο μία παρουσία. Δεν μπορείς παρά μπροστά σε τέτοια γραπτά να φερθείς πολύ διαφορετικά από όσο μέχρι τώρα διόρθωνες. Οφείλεις να είσαι αντικειμενικός, οφείλεις όμως να είσαι και άνθρωπος. Πώς τα δύο αυτά να χωρέσεις στο ζύγι; Είναι πιο δύσκολο απ’ όσο το είχες φανταστεί. Κάθε φορά θα αιωρείσαι ανάμεσα στο “τι να κάνω; να το δώσω ή να το κόψω;” Ακροβατείς ανάμεσα στην ακεραιότητά σου και στην ανθρωπιά σου.

Αλλάζεις και πάλι σελίδα. Συγκεντρώνεσαι μέσα της. Πόσες φορές παρακολουθώντας τη σκέψη ενός παιδιού, σχηματίζεται το σκαρίφημα ενός μαθητή, αγόρι να ‘ναι ή κορίτσι άραγε; Παίζεις με τη φαντασία σου μαντεύοντας από το γραφικό του χαρακτήρα. Ξέρεις πως έχεις τις ίδιες πιθανότητες να έχεις δίκιο στη μαντεψιά σου αλλά και λάθος. Γελάς με το παιχνίδι του μυαλού σου και συνεχίζεις. Σκαλώνεις σε ένα λάθος που δεν έχεις καν το δικαίωμα να το επισημάνεις με το κόκκινο στυλό σου. Το γραπτό δεν το αγγίζεις! Είναι απόσταγμα κόπου, το σέβεσαι! Κοντοστέκεσαι. Περιπλανιέσαι στο σημείο που πρέπει να προσέξεις. Κάποιες στιγμές σε έχει απορροφήσει αυτή η διαδικασία τόσο πολύ που σχεδόν περιμένεις το νου σου να ζωντανεύει το μελάνι και να παράγει μόνος του τη συνέχεια του κειμένου που διαβάζεις. Συναντάς το “λάθος” και σε ξαφνιάζει. Σε ενοχλεί. Στενοχωριέσαι για αυτό, σχεδόν επιθυμείς να είχε γράψει το σωστό. Κάποιες φορές το επιθυμείς τόσο πολύ που το κοιτάς ξανά και ξανά, λες και με την επιθυμία και τις ματιές θα αλλάξει ξαφνικά η εικόνα που έχεις μπροστά σου. Μάταιος κόπος, αυτό που οφείλεις να σημειώσεις, θα το κάνεις κι ας σφίγγεις τα χείλη και την καρδιά γιατί εκείνο το σκαρίφημα του μαθητή που έχεις στην άκρη του ματιού σου και στη γωνιά του μυαλού σου, το βλέπεις να απογοητεύεται όταν θα πάρει τα αποτελέσματα ή γνωρίζεις πως το είχε ήδη καταλάβει το λάθος από την ώρα που έφυγε από την αίθουσα. Ταξιδεύει ο νους σου μαζί τους… Πάλι χαζεύεις. Πασχίζεις να συγκεντρωθείς. Δύσκολα αυτά τα πρώτα γραπτά. Παλεύεις με τις εικόνες σου και τα συναισθήματά σου.

Αλλάζεις σελίδα. Έχεις το χρόνο ανταγωνιστή, μα δεν πρέπει να βιαστείς. Κάποιος έδωσε το χρόνο του για να το γράψει, οφείλεις κι εσύ να του δώσεις τον απαιτούμενο χρόνο για να το ελέγξεις προσεκτικά, να μην ξεφύγει κάτι, να μην αδικήσεις ούτε τον ίδιο, ούτε τους άλλους. Με κάποιο παράξενο αόρατο νήμα, είναι δεμένες οι μοίρες σας μαζί, μαθητή και διορθωτή, πάνω στις σελίδες αυτού του γραπτού. Χαμογελάς και ξέρεις πως ο μαθητής αυτός δε σε βλέπει, μα δεν πειράζει. Τον νοιάζεσαι όπου κι αν είναι.

Αλλάζεις σελίδα. Συνεχίζεις να σημειώνεις πότε με το κόκκινο και πότε με το πράσινο στυλό σου. Μέσα σου εύχεσαι να μη χρειαστεί να μπει το μαύρο. Δεν το θέλεις. Απλά δεν το θέλεις. Εξακολουθείς να ακροβατείς σαν σχοινοβάτης στις αποφάσεις σου. Οι σελίδες γυρίζουν, τα τετράδια αλλάζουν μεριά, οι στοίβες ελαττώνονται και νέες έρχονται. Την ησυχία σε αυτή την αίθουσα την ταράζει πότε – πότε ένα ξεφύσημα, ένα επιφώνημα ξαφνιάσματος, ένα μουρμουρητό, μισή κουβέντα. Μικρά πράγματα που ξεφεύγουν από τα χείλη και το νου των διορθωτών γιατί ακολουθούν με πάθος ό,τι μπροστά τους βλέπουν και αξιολογούν.

Οι ώρες κυλούν. Σελίδα τη σελίδα, γεμίζουν οι αράδες με κόκκινα και πράσινα σημάδια, μονάδες, πόντους, εκατοστά, αγωνία, κούραση, προσδοκίες, απογοήτευση, ελπίδες, χαρά. Ο ήλιος φεύγει στη μέρα που κλείνει, τα τετράδια αφήνονται στην άκρη –μικρή παύση- μέχρι την επόμενη μέρα, με νέες δυνάμεις για να γυρίσεις ξανά τις σελίδες και να ονειρευτείς μαζί τους, να γεμίσεις προσδοκίες, απογοητεύσεις, ελπίδες, χαρά, αποτυχίες κι επιτυχίες.

Αλλάζεις σελίδα, μα δεν αλλάζεις αυτές τις στιγμές. Κι εύχεσαι να γίνει το κόκκινο στυλό σου, μέσο για να αγγίξουν τα όνειρά τους, να ακουμπήσουν τις προσδοκίες τους αυτά τα παιδιά. Τι κι αν κουράζεσαι; Το αξίζουν!