Νομοτέλεια: η λειτουργία ενός φαινομένου σύμφωνα με ορισμένους σταθερούς νόμους. Σε ελεύθερη απόδοση: όταν το κάρμα σου… συνουσιάζεται, θα επέλθει με βεβαιότητα το στατιστικώς απίθανο, την πιο απίθανη στιγμή. Κι εκεί, όταν είσαι εντελώς ανυποψίαστος κι απροετοίμαστος, οι νόμοι της στατιστικής έρχονται να σου ρίξουν το ηχηρό τους χαστούκι, υπενθυμίζοντάς σου ότι δεν είσαι τίποτε άλλο, παρά ένα υποκείμενο στον συμπαντικό χώρο, ανίκανο να υπερβεί την ανώτερη κοσμική ενέργεια που σε περικλείει.

Στην Αθήνα των πέντε εκατομμυρίων, την πρωτεύουσα με τα εκατοντάδες καφέ και μπαρ, στη μητρόπολη της νυχτερινής ζωής και διασκέδασης. Εκεί όπου οι πιθανότητες είναι σχεδόν μηδενικές και οι στατιστικές είναι αμείλικτες. Εκεί λοιπόν, το δικό μου κάρμα έπαιξε παιχνίδι ύπουλο και βρώμικο και σ’ έβγαλε μπροστά μου. Διότι, μέσα στα πέντε εκατομμύρια και στα εκατοντάδες καταστήματα, ΕΠΡΕΠΕ εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ να βρεθείς ΕΣΥ μπροστά μου, να κάθεσαι δυο τραπέζια παραδίπλα μου και να μοστράρεις την περίσσια ευτυχία σου, καμαρώνοντας στο πλάι ενός ρόλου που δεν κατάφερα ποτέ να διαδραματίσω εγώ στο δικό σου “έργο”. Κι έπρεπε αμέσως να δραπετεύσω αθόρυβα και διακριτικά από την απειλητική συνωμοσία που είχε στηθεί εναντίον μου, σαν τον λιποτάκτη που τρέχει να κρυφτεί, για να μην τον συλλάβουν. Έτσι, με τον ακούσιο ρόλο του δραπέτη που μου επέβαλα, έτρεξα μακριά και ξέφυγα από το διαφαινόμενο “μπλόκο”, για άλλη μια φορά.

Ξέρεις, πέρασα πολύ δύσκολα μαζί σου! Για να ακριβολογώ, πέρασα βασανιστικά με τη σκιά του “μαζί σου”, με το “παραλίγο” που ποτέ δεν έγινε “μαζί”, με τις άπειρες ώρες που με στοίχειωνε το “αν τα πράγματα ήταν αλλιώς…” σου!

Πόσο με στιγμάτισαν αυτές οι πέντε λέξεις! Πόσο θα ‘θελα να ήξερες το πως με “σκότωναν” καθημερινά, για χρόνια ολάκερα! Και πάλεψα πολύ για να απαλλαγώ από αυτό το στοιχειό, ξέρεις. Αλλά, που να το ξέρεις; Μήπως μπόρεσα ποτέ να βρω το κουράγιο και το θάρρος να στα πω κατάματα; Μήπως ύψωσα το ανάστημά μου, για να σου καταθέσω με ειλικρίνεια όλα όσα με “έτρωγαν”, όσο εσύ διασκέδαζες επηρμένα βλέποντάς με να “τσιμπάω”; Όχι, δεν το κατάφερα. Δεν έμαθες ποτέ την αλήθεια μου, δεν προσπάθησες κιόλας, αλλά κι εγώ δεν μάζεψα ποτέ το κουράγιο για να σταθώ στα πόδια μου και να στην ξεστομίσω. Όλα μέσα μου τα κράτησα, για πολύ καιρό. Κι όταν επιτέλους βρήκα το σθένος για να τα βγάλω, κατέληξαν και πάλι στοιβαγμένα σ’ ένα συρτάρι κλειστό. Αράδες από χαρτιά που “ρούφηξαν” τις ορμητικές μου σκέψεις, που “έντυσαν” με λόγια τις ατέρμονες σκέψεις και τα δάκρυά μου. Ακόμα και τότε όμως, δεν μπόρεσα να βρω το θάρρος να σου τα στείλω. Αρκέστηκα στην καταγραφή τους, πείθοντας το είναι μου ότι με αυτόν τον τρόπο θα τα ξορκίσω όλα, για να “καθαρίσω” και ν’ απαλλαγώ από όσα με βαραίνουν. Με αυτήν την πλάνη πορεύτηκα, μέχρι κι απόψε.

Μάλλον δεν μου έχεις “τελειώσει” ακόμα, όμως. Κι αυτή ακριβώς η ανάγκη με οδηγεί τώρα στο να ξανανοίξω το συρτάρι με τις αράδες. Για μια τελευταία, αμετάκλητη φορά. Για μια ύστατη προσπάθεια να σε “θάψω” οριστικά και βαθιά μέσα μου. Να σε βάλω σε ένα σταθερό σημείο μέσα μου, μέσα μου. Πάλι μέσα μου. Έστω κι έτσι. Να μη σε ξεριζώσω και να σε πετάξω. Να σε θάψω, για να μπορώ να ξαναγυρνάω στο μνήμα. Θα θάψω μαζί και την τελευταία σου εικόνα, δίπλα στον ρόλο που δεν κατάφερα να διαδραματίσω εγώ πλάι σου. Θα θάψω το υπέροχο μου ημίμετρο, οριστικά. Συνήθισα το “ναι μεν, αλλά” σου, την αλλόκοτη σχέση μας. Εθίστηκα στο “τόσο… όσο…” που μπορούσες να αντέξεις μαζί μου. Μόνο μαζί μου. Αυτό, που το έκανες να φαντάζει πολύτιμο και με κρατούσες εκεί.

Έφυγα σαν δραπέτης από το μπαρ. Δραπέτης όχι από σένα. Από μένα. Δραπέτης από μια φυλακή που δεσμοφύλακας ήταν όλα όσα κράταγα να μην πω και σε τρομάξω, όλα όσα φίμωνα επιμελώς για να έχεις την ελευθερία της επιλογής να στέκεσαι δίπλα μου. Λόγια που δεν ειπώθηκαν, αγγίγματα που δεν έφτασαν ποτέ σε σένα. Το “τώρα” κατάπιε το “μετά” μας. Για να σ’ έχω με τον δικό σου τρόπο, εγκλωβίστηκα στο υπέροχο “τώρα” μας προκειμένου να διασφαλίσω το αβέβαιο “μετά”, το οποίο δεν αξιώθηκα.

Μέχρι τη στιγμή στο μπαρ. Που είδα το τώρα σου και το μετά σου να πορεύονται παραταγμένα σε σειρά. Κι εγώ δεν χωρούσα εκεί. Και ξαφνικά δεν χωρούσα πουθενά. Το σενάριο έπρεπε να κλείσει πια. Άνοιξα ξανά το συρτάρι με τα χαρτιά. Ένας φάκελος με το όνομά σου. Όλα τα φιμωμένα εκεί, κρατημένα. Να γυρίζω και να ξαναγυρίζω για να θυμάμαι που στέκομαι. Να μην αφήνω το δικό μου “θέλω” να με συνεπαίρνει. Να θυμάμαι πως το άπιαστο είναι άπιαστο. Να επιστρέφω σαν τον αλκοολικό στο κρυμμένο μπουκάλι. Και να το σπάω κάθε φορά και με τα γυαλιά να γράφω το όνομά σου στο δέρμα μου. Σήμερα θα είναι η τελευταία φορά. Το τελευταίο μπουκάλι. Εκεί, δίπλα στο χαρτομάνι, με περιμένει για να τελειώσει. Δεν θα είναι απλά, σήμερα. Σήμερα αποποιούμαι τον ρόλο που δεν θέλησες να παίξω στο δικό σου έργο. Σήμερα το σενάριο θα κλείσει. Νομοτέλεια.

 

 

Θανάσης Νάκος – Despina Alice Paulson