“Στο επόμενο διάλειμμα, ο διευθυντής θα σας δει. Δε θα αργήσει να χτυπήσει το κουδούνι. Μπορείτε να περιμένετε εδώ και θα σας φωνάξει”, είπε ευγενικά μια καθηγήτρια και ο Θοδωρής κάθισε σε μια καρέκλα που βρισκόταν λίγο παράμερα, μέσα στην αίθουσα των καθηγητών. Νευρικά, ακούμπησε τα χέρια του πάνω στο φθαρμένο τζιν του, χαζεύοντας τα λασπωμένα του παπούτσια. Έπρεπε να είχε περάσει από το σπίτι να αλλάξει, σκέφτηκε μετανιωμένος και αναθεμάτισε τον παρορμητισμό του. Και όσο τα λεπτά κυλούσαν αργά και βασανιστικά, τα τραχιά χέρια του άρχισαν και πάλι να τρέμουν. Μπορεί να είχαν περάσει τόσες ώρες, αλλά η ταραχή δεν έλεγε να τον εγκαταλείψει. Θλιμμένος, τα σταύρωσε σφιχτά σε μια προσπάθεια να τα σταματήσει, αλλά μάταια. Πώς έχασε τον έλεγχο τους; Πώς μετατράπηκε σε αυτόν τον άντρα, που ο άνθρωπος που αγαπούσε περισσότερο στον κόσμο, αντίκρισε χθες το απόγευμα; Μπορεί ένα σαράκι να σε μετατρέψει σε τέρας; Να σε κάνει να μοιάσεις με την ίδια την αιτία, που χρόνια πριν, άνοιξε σε σένα βαθιές πληγές;

“Πως αλλιώς να σου το πω! Δεν τα θέλω!”
“Τα θες, δεν τα θες, θα τα μάθεις! Θα γίνεις άνθρωπος! Με το στανιό θα τα μάθεις! Ο δικός μου γιος να κινδυνεύει να χάσει τη χρονιά; Σαράντα αδικαιολόγητες απουσίες; Το σκας από το σχολειό, για να τρέχεις στα γήπεδα; Θα σου τα κόψω εγώ και τα ποδόσφαιρα, και όλα!”
“Σιγά μη σε ρωτήσω κιόλας. Δεκαπέντε είμαι και ότι γουστάρω θα κάνω! Κομπλεξικέ! Που το μόνο που σε νοιάζει είναι οι βαθμοί ρε φίλε!”

“Πρόσεχε πως μου μιλάς! Ναι, οι βαθμοί. Να σπουδάσεις. Να ανοίξει το ρημάδι το μυαλό σου, που λιώνω στα χωράφια για να μην σου λείψει τίποτα. Σου στέρησα ποτέ κάτι; Όχι, σε ρωτάω! Σου κάνουμε ιδιαίτερα σχεδόν σε όλα τα μαθήματα και εσύ μας έχεις γραμμένους. Τι σου ζήτησα; Να διαβάζεις μόνο. Αυτό είναι το μόνο που θέλω από σένα. Με αυτή τη συμφωνία σε άφησα να γραφτείς στην ποδοσφαιρική ομάδα, ανάθεμα την ώρα. Και να με παίρνουν από το σχολείο, να πάω να δικαιολογήσω τις απουσίες, για να μην χάσεις τη χρονιά;Τι θα κάνεις παιδάκι μου στη ζωή σου;”
“Θα γίνω ποδοσφαιριστής και θα βγάζω περισσότερα από εσένα. Είμαι αστέρι. Στο είπε και ο προπονητής μου. Είναι θέμα χρόνου να με ανακαλύψει κάποιος κυνηγός ταλέντων και τότε να δω τι θα πεις.”

“Σύνελθε Γιώργο και μην πετάς το μέλλον σου έτσι αλόγιστα. Δεν είναι εύκολη η ζωή και θέλει εφόδια.”
“Τους είδα και του πανεπιστημίου. Γκαρσόνια είναι σε καφετέριες με τρεις και εξήντα. Χέσε με, ρε πατέρα, με τις μαλακίες που μου λες.”

“Συγχαρητήρια. Ωραία γλώσσα. Εκεί στα γήπεδα με τα ρεμάλια που κάνεις παρέα τα μαθαίνεις αυτά; Αν νομίζεις πως εγώ θα σε ταΐζω για να κλοτσάς την μπάλα, είσαι γελασμένος.”
“Αυτό είναι δηλαδή το ζητούμενο; Το αν θα με ταΐζεις; Δεν σε έχω ανάγκη. Κατάλαβε το γέρο, δεν σε έχω καμία ανάγκη. Εσύ πάλι, με έχεις ανάγκη! Που επειδή δεν σε άφησαν να κάνεις τότε το δικό σου, πληρώνω εγώ τα σπασμένα τώρα! Άκου το λοιπόν και βάλε το καλά στο μυαλό σου. Εγώ βλάκας σαν εσένα δεν πιάνομαι. Εγώ θα κάνω αυτό που τραβάει η καρδιά μου, δεν πα να με διώξεις και από το σπίτι. Εγώ κακομοίρης σαν και του λόγου σου, δεν γίνομαι! Που μας έχεις ζαλίσει τα αρχίδια τόσα χρόνια με το μαράζι σου. Αυτό σου άξιζε, αυτό πήρες. Μόνο για αγρότης ήσουν άξιος και ας παραμυθιάζεσαι πως θα μπορούσαν τα πράγματα να ήταν αλλιώς. Και αν δεν ήταν η μάνα μου να σε κάνει άνθρωπο, ναυάγιο θα ήσουν, να μπεκροπίνεις όπως τότε που σε γνώρισε. Άχρηστε!” είπε και το χέρι του Θοδωρή σηκώθηκε για πρώτη φορά στη ζωή του απειλητικά στον αέρα. Και καθώς κατέβαινε αμείλικτο προς το πρόσωπο του παιδιού του, έμεινε μετέωρο διαγράφοντας μόνο τη μισή τροχιά. Και ήταν ακόμα και αυτή, η μισή τροχιά, τόσο επώδυνη για τον Γιώργο, που τα μάτια του βούρκωσαν.
“Χτύπα με, ρε! Χτύπα με, να νιώσεις άντρας!” ούρλιαξε το παιδί απελπισμένο κοιτώντας τον θαρρετά κατάματα. Και ο Θοδωρής δεν άντεξε το βλέμμα του, με φόρα βγήκε παραπατώντας από το σπίτι και κοπάνησε την πόρτα πίσω του.

Αν η Ματίνα ήταν σπίτι, ίσως να μην είχαν φτάσει τα πράγματα μέχρι εκεί. Η γυναίκα του κατάφερνε πάντα να κατευνάζει την κόντρα ανάμεσα σε πατέρα και γιο. ‘Ένα χάδι στο αγόρι και ένα ικετευτικό βλέμμα σε εκείνον συνήθως ήταν αρκετά για να αποφορτιστεί η μεταξύ τους ένταση. Χτες όμως η Ματίνα έλειπε. Πόσο την είχε ερωτευτεί και πόσο την είχε αγαπήσει αυτή την απλή, γλυκιά γυναίκα. Μόνο εκείνη είχε καταφέρει να δει σε εκείνον κάτι καλό και ας κόντευε κλείσει τα σαράντα όταν τη συνάντησε. Και πίστεψε ότι με την αγάπη της σιγά, σιγά, έδιωξε το ευνουχισμένο παιδί από μέσα του. Ώσπου ήρθε στον κόσμο και ο γιος τους και ήταν πλέον σίγουρος, πως οι μέρες της αυτολύπησης, της πικρίας και του θυμού, είχαν χαθεί ανεπιστρεπτί. Ο Γιωργάκης του ήταν η ελπίδα.

Θα την έχανε όμως την “ελπίδα” του. Αυτό σκεφτόταν ολόκληρο το προηγούμενο βράδυ, πάνω στο τρακτέρ κλαίγοντας. Τα ίδια σκατά με τον άλλο είχε γίνει. Μόνο που αυτός τον είχε χτυπήσει χωρίς έλεος, εκμεταλλευόμενος τον όγκο του. Είχε όμως άραγε καμία διαφορά; “Γαμώ τον αντίχριστο σου, θέλουν τα μούτρα σου και εισαγωγικές εξετάσεις. Μαζί μου στα χωράφια θα έρθεις τεμπέλη, να βγάλεις το ψωμί σου όπως το βγάζω και εγώ μέσα στα χώματα και τον ήλιο! Που θες να γίνεις κουστουμάτος, λες και είσαι γιος του Ωνάση! Κατάλαβες;” ούρλιαζε ενώ με τη δερμάτινη ζώνη χτυπούσε με μανία τα πλευρά του Θοδωρή. Και οι μελανιές στα πλευρά έσβησαν μέρες μετά, αλλά οι μελανιές στη ψυχή δεν έλεγαν να σβήσουν. Με ένα ζωνάρι, ο δικός του πατέρας, χαράκωσε τα όνειρα του τότε και να που τώρα, έκανε και εκείνος σχεδόν το ίδιο. Και καθώς ο ήλιος ξεμύτιζε πίσω από κάτι ελιές, ο Θοδωρής έβλεπε πλέον καθαρά, πόσο λάθος είχε κάνει. Είχε έρθει επιτέλους η ώρα να σταματήσει να λυπάται το μελανιασμένο του εγώ. Την “αλυσίδα” εκείνος θα την έσπαγε.

“Κύριε Συμεωνίδη για να δικαιολογήσετε τις απουσίες του Γιώργου ήρθατε, σωστά; Ο γιος σας είναι καλό παιδί. Λίγο ατίθασο, λίγο αδιάφορο ως προς το σχολείο, αλλά είναι και η εφηβεία στη μέση και το καταλαβαίνω. Περάστε, σας παρακαλώ” είπε ο διευθυντής στον Θοδωρή που κοντοστεκόταν ακίνητος στην πόρτα του γραφείου κοκαλωμένος.
“Κύριε διευθυντά δεν ήρθα για τον Γιώργο. Βασικά μιας και ήρθα, θα δικαιολογήσω και τις απουσίες του. Εγώ…θέλω…” ψέλλισε δειλά ο Θοδωρής προσπαθώντας να βρει κουράγιο να ξεστομίσει αυτό που ήθελε.
“Μην στέκεστε στην πόρτα. Περάστε μέσα και πείτε μου τι θέλετε”, τον παρότρυνε εγκάρδια ο διευθυντής.
“Θέλω να δώσω εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Μπορείτε να με κατευθύνετε στο τι χρειάζεται να κάνω;” ρώτησε με φόρα ο Θοδωρής μπαίνοντας αποφασιστικά μέσα στο γραφείο, αφήνοντας τον έκπληκτο διευθυντή πίσω του, να κλείνει την πόρτα του γραφείου.