Πες μου ρε μάνα. Μόνο πες μου. Πώς νιώθεις όταν πληγώνεται το παιδί σου; Και αν αυτές οι πληγές γεννιούνται από λόγια πράξεις ή παραλείψεις δικές σου; Λες λες λες… μιλάς ασταμάτητα σαν να μην υπάρχει αύριο. Και εγώ κάθε φορά σε ακούω. Αλήθεια, έχεις συνειδητοποιήσει πόσοι λίγοι μείναμε να σε ακούμε πια; Να σε ακούμε αληθινά όχι απλά να κουνάμε το κεφάλι σαν πλαστικά σκυλάκια σε αμάξι της δεκαετίας του 60. Να παίρνουμε τις λέξεις σου και να τις κάνουμε κτήμα μας. Τις λέξεις τις όμορφες να τις χρησιμοποιούμε για δύναμη να βγάλουμε την δική μας δύσκολη καθημερινότητα, τις λέξεις τις σκληρές να τις φοράμε αλυσίδες στους αστραγάλους για να βουλιάξουμε λίγο πιο βαθιά; Πόσοι είμαστε; Μόνο εγώ ίσως;

Σε ξέρω τόσο καλά και ας μην το πιστεύεις. Για χρόνια ένιωθα ως η μόνη πραγματική φίλη που έχεις. Τα παράπονα σου για τον βουλιαγμένο σου εαυτό εγώ τα έχω όλα ακούσει. Και όσα δεν ειπώθηκαν καν τα έχω καταλάβει. Τις μέρες που έχουν περάσει και σε έχουν βρει θαμμένη μέσα σε ένα νοικοκυριό με ίσως καμία ευκαιρία να πεις έστω μια κουβέντα, εγώ προσπάθησα χωρίς καν να το ξέρεις να βρω κουράγιο, χρόνο, ενέργεια ή ότι άλλο χρειαζόταν ώστε να ‘ρθω να ακούσεις μια Καλημέρα , να αναλωθείς σε μια ασήμαντη κουβεντούλα – επειδή και εγώ το ήθελα, αλλά κυρίως επειδή ένιωθα πόσο ανάγκη σου ήταν.

Όλοι σε βαραίνουν. Σου αναθέτουν δουλειές, σε φορτώνουν ενοχές και προβλήματα. Όμως το σκέφτηκες ποτέ, πόσα από αυτά με τη σειρά σου εσύ φέρνεις σε μένα; Επειδή εσυ φορέσες τη φήμη της ευαίσθητης και εγώ ντύθηκα τον μανδύα της σκληρής νομίζεις έχεις μεγαλύτερο δικαίωμα να υποφέρεις; Δεν είμαι αγνώμων. Σε αγαπώ και σε ευγνωμονώ για όσα κανείς για μένα. Αλλά να, αυτές τις αραιές φορές που εσύ πνίγεσαι μήπως θα μπορούσες να μην κρατιέσαι από το δικό μου μπατζάκι; Αν το έκανες για να βγεις να πάρεις αέρα πολύ ευχαρίστως. Αλλά νιώθω σαν να το κάνεις για να ‘ρθω και εγώ κάτω μαζί σου. Σαν να θες φορές να μην είναι μόνο ο δικός σου γάμος αποτυχημένος. Μόνο τα δικά σου όνειρα ανεκπλήρωτα!

Πόσες φορές μου είπες για την ηλικιακή κρίση που πέρασες εκεί στα 30; Μα, ξέρεις κάτι, μαμά; Είμαι περασμένα 40 και μια φορά δεν αναρωτήθηκες αν εγώ βίωσα ποτέ κάτι παρόμοιο. Αυτό που εσύ θυμάσαι ως τραγική στιγμή σου, 40 χρόνια μετά. εγώ το ζω τώρα. Σε ένοιαξε;

Και νομίζω δεν είμαι κακιά κόρη. Πίνω καφέ μαζί σου, σε αφουγκράζομαι, σε παροτρύνω, σε συμβουλεύω όταν πελαγώνεις.

Σου έκανα εγγόνια. Να βρεις μέσα από αυτά το κουράγιο και την ελπίδα ξανά όπως εγώ. Και στα έδωσα λευκό χαρτί, να τα επηρεάσεις να τα κανακέψεις να τα πνίξεις από αγάπη. Και στον τελευταίο τσακωμό είπες «εγώ κρατώ τα παιδιά σου»

Σόρρυ ρε μάνα. Εκεί διαφέρουμε τελικά. Εγώ βλέπεις είχα την εντύπωση πως κρατούσες τα εγγόνια ΣΟΥ. Όχι για να πάω μπουζούκια εκδρομές κομμωτήρια. Αλλά για να δουλέψω παραπάνω να ζήσουν αυτά καλύτερα. Τα παιδιά μου για σένα, είναι παιδιά μας, για μένα, βλέπεις. Το βλέπεις άραγε; Γνωρίζω πως μετά από τέτοιες κουβέντες μετανιώνεις. Και εγώ το ίδιο. Γι’ αυτό δεν τις μετράω.

Αλλά να ρε μανούλα, κλαίω.

Όχι για όσα είπες. Αλλά για όσα δεν σκέφτηκες. Που έμαθα να ζω με το μυαλό στο αν θα σε πληγώσω (και εσένα και όλους γύρω μου) στο αν θα σας επιβαρύνω, αν είστε ευτυχισμένοι. Και δεν έχει ακόμα βρεθεί ένας σας. Ένας και μόνο «δικός» να αναρωτηθεί. Αυτό το παιδί (ετών 40και) είναι ευτυχισμένο; Κοιμάται τα βράδια; Έθαψε όνειρα; Χόρεψε πάνω από στάχτες για να βρεθεί τώρα εδώ; Βασανίστηκε απ ερωτηματικά που ποτέ δεν απαντήθηκαν; Όταν πάει στο μπάνιο μήπως κλαίει με αναφιλητά και μετά βγαίνει έξω με χαμόγελο φτιαγμένο με δυσκολία; Γέμισε κόλλες χαρτί με λυγμούς και μετά τα έκανε χίλια κομματάκια για να μην βγουν ποτέ από το λαρύγγι; Ένιωσε αποτυχία; Δυστυχία; Ματαιότητα;

Άραγε βρέθηκε κάποτε με ένα ξυράφι στο χέρι; Φροντίζοντας να μην το μάθεις ποτέ, για να μην στεναχωρηθείς; Ε; μαμά; Ρώτησες ποτέ;

 

Κ.Σ