Η ξύλινη πόρτα κλείνει με δύναμη, ένα σύννεφο αποπνικτικής σκόνης κυκλώνει το γυμνό της σώμα. Χορεύει γύρω της σαν δαίμονας και εκείνη χαμογελά αυτάρεσκα. Έχει πάρει την απόφαση της, απόψε θα τελειώσουν όλα και θα αρχίσει την εκδίκηση της σε αυτόν τον σκληρό και αδιάφορο κόσμο που την εκμεταλλεύτηκε και την πρόδωσε, την πόνεσε και δεν την άφησε να αναδείξει το υπέροχο ταλέντο της.

Κεριά γύρω της ανάβουν ένα ένα, συνένοχοι στο έγκλημα που ετοιμάζεται να διαπράξει. Ο άδειος καμβάς έχει πάρει την θέση του στο ξύλινο και ταλαιπωρημένο καβαλέτο. Τα βρώμικα πινέλα δίπλα της αραγμένα πάνω στο παλιό και σκονισμένο τραπέζι περιμένουν να τα διαλέξει για το τελευταίο της σατανικό σχέδιο. Εκείνη χορεύει γύρω του με τα μακριά ανακατεμένα μαλλιά της, μπλεγμένα στα δάχτυλα της. Δάκρυα τρέχουν από μάτια της ασυναίσθητα και το γέλιο της είναι σχεδόν τρομακτικό. Τα μαύρα της μάτια σταματούν στο λευκό του καμβά.

– Ήρθε η ώρα λατρεμένε μου Άμαρθ, σύντομα θα είσαι εδώ, να δείξεις την δύναμη σου σε όλους.

Η Βαλέρια ζαλισμένη από το μίσος, ανοίγει την παλιά σκαλιστή ντουλάπα δίπλα της. Με ευλάβεια σκύβει μπροστά σε ένα ξύλινο κουτί. Το σηκώνει απαλά, σχεδόν με λατρεία. Το κοιτάζει σαν να το βλέπει πρώτη φορά. Το ανθρώπινο δέρμα πάνω του γυαλίζει στο φως των κεριών. Ταιριάζει υπέροχα με το μαύρο ξύλο και το μέταλλο σκέφτεται. Χαϊδεύει με τα δάχτυλα της την σφραγίδα που το κρατά κλειστό αιώνες τώρα. Το σύμβολο του αγαπημένου της δαίμονα, του Άμαρθ.
Με αργές κινήσεις το τοποθετεί δίπλα στα πινέλα της. Σχεδόν όλα έτοιμα σκέφτεται και ακουμπά και το μεταλλικό δοχείο με το λινέλαιο δίπλα στο παράξενο κουτί. Το τελευταίο και καλύτερο, ψιθυρίζει σχεδόν ερωτικά και γλύφει με ευχαρίστηση την άκρη ενός στιλέτου.

Με μία απότομη κίνηση κόβει την αριστερή της παλάμη. Αίμα κυλά στην χούφτα της κι εκείνη δαγκώνοντας τα χείλη της από την αγωνία, αφήνει το αίμα να κυλήσει στο μεταλλικό άλφα, το σύμβολο του καταραμένου κουτιού που είχε μπροστά της. Μόλις γεμίσει με το σχεδόν μαύρο και πηχτό της αίμα, το κουτί ανοίγει απότομα. Η χαρά και η ανυπομονησία είναι χαραγμένη στο πρόσωπο της. Μια απαίσια μυρωδιά απλώθηκε στο δωμάτιο. Το βιβλίο με το ξόρκια είναι πλέον στα χέρια της.

Διαβάζει με κατάνυξη τις άγνωστες λέξεις και στριφογυρίζει γυμνή γύρω από τον λευκό καμβά. Το αίμα στο χέρι της, έχει καλύψει την μισή της πλευρά αλλά δεν την νοιάζει. Θέλει αίμα, πολύ αίμα, για να ολοκληρώσει το σχέδιο της.

Ξεκινά να ανακατεύει τα χρώματα της με το λάδι. Το αίμα της ανακατεύεται κι αυτό μαζί. Φτιάχνει τους συνδυασμούς της με πάθος και η πρώτη πινελιά απλώνεται στον καμβά της. Σχεδόν ηδονίζεται με το άρωμα του χρώματος ανακατεμένο με το αίμα. Ψιθυρίζει ταυτόχρονα τα ξόρκια του βιβλίου. Πριν καν το καταλάβει ήδη έχει σχηματίσει την μορφή του. Καστανόξανθα μακριά μαλλιά χύνονται στους ώμους του. Το σκληρό του πρόσωπο πανέμορφο και αρρενωπό ταυτόχρονα. Τα μάτια του πετούν φλόγες και η έκφραση του σε ανατριχιάζει. Το μέταλλο της πανοπλίας του γεμάτο χαρακιές απο τις χιλιάδες μάχες. Το ερυθρό ύφασμα που τον τυλίγει στάζει αίμα. Οι μύες στα χέρια του σφιγμένοι και έτοιμοι για μάχη.

Χρειάζομαι κι άλλο αίμα λέει η Βαλέρια και με το στιλέτο αρχίζει να χαράζει τα πλευρά της. Πόνο δεν ένιωσε, η λαχτάρα της για εκδίκηση είναι πιο μεγάλη.

Μετά από αρκετές ώρες η Βαλέρια έχει γονατίσει μπροστά στον πίνακα της εξαντλημένη. Βαθιές χαρακιές καλύπτουν το γυμνό της σώμα. Το αίμα την έχει καλύψει σχεδόν παντού. Τα μακριά της μαλλιά κόλλησαν στο κορμί της σαν να ήθελαν να την προστατέψουν. Μα εκείνη πρέπει να τελειώσει, δεν κάνει πίσω. Με μία βαθιά ανάσα σηκώνεται μπροστά στον άντρα που έχει ζωγραφίσει με το αίμα της. Εκείνος είναι σαν να την κοιτά με οίκτο και αηδία, το αυστηρό του βλέμμα την κατακρίνει που δεν έχει τελειώσει ακόμα.

– Οι τελευταίες πινελιές είναι αγαπημένε μου Άμαρθ. Συγχώρα με που δεν έχω δύναμη πλέον.

Με δυσκολία σηκώνει το πινέλο της και τελειοποιεί το σύμβολο που φορά στο στήθος του ο σκληρός πολεμιστής, το Άλφα. Το πινέλο πέφτει από τα χέρια της ασυναίσθητα και εκείνη παραπατώντας κάνει ένα βήμα πίσω. Δεν έχω τελειώσει ακόμα λέει με δυσκολία. Όχι, όχι!
Το βλέμμα του πολεμιστή αγριεύει και την κοιτά έντονα. Η Βαλέρια πέφτει αδύναμη στο πάτωμα. Με μισόκλειστα μάτια βλέπει τον Άμαρθ να κουνά το κεφάλι του δεξιά αριστερά θυμωμένος. Μια άγρια και βαριά φωνή ακούγεται καθώς το σκοτάδι την τυλίγει.

– Καταραμένη με παγίδεψες εδώ μέσα!

Η Βαλέρια άφησε την τελευταία της πνοή, πνιγμένη στο ίδιο της το αίμα. Καθώς εκείνος ούρλιαζε και πάλευε να ελευθερωθεί από τα δεσμά του πίνακα της.

Δύο αιώνες μετά, ο καταραμένος πίνακας του Άμαρθ βρίσκεται στο μουσείο Γκέτι στο Λος Άντζελες. Το αίμα πάνω του είναι ακόμα ζεστό αν τον αγγίξεις και αν τον κοιτάξεις έντονα θα σε καταραστεί να πνιγείς στο αίμα σου. Όπως έκανε και στα προηγούμενα χιλιάδες θύματα του. Αν βάλεις το αυτί σου κοντά, θα ακούσεις στον εαυτό σου να ουρλιάζει από πόνο. Γιατί ο Άμαρθ είναι ο θεός του χάους και το χάος είναι ο Θάνατος. Ακόμα και αν είναι παγιδευμένος, θα σε εκδικηθεί.