Το ήξερε ότι θα έρχονταν σύντομα. Κάποιος μάλλον άκουσε τι είχε συμβεί και κάλεσε την αστυνομία. Αυτό που θα έπρεπε να κάνει εκείνος ήταν να περιμένει. Όλα θα τελείωναν σε λίγο.

Στάθηκε ακίνητος στη μέση του σαλονιού, τρέμοντας από αυτό που είχε κάνει. Τα χέρια του είχαν ακόμα ματωμένα σημάδια στα σημεία που δεν τα είχε καθαρίσει καλά. Είχε την αίσθηση ότι το μυαλό του δε δούλευε κανονικά, έπιασε τον εαυτό του να σκέφτεται ασήμαντα πράγματα, όχι αυτά που πραγματικά είχαν σημασία. Έπρεπε άραγε να τηλεφωνήσει στον καλύτερό του φίλο; Μήπως στον δικηγόρο του; Έπρεπε να πάρει ο ίδιος την αστυνομία, ίσως; Δεν ήξερε για πόσο ακόμα θα μπορούσε να αντέξει την αναμονή.

Κάθισε αργά στον καναπέ και κοίταξε τριγύρω στο δωμάτιο. Ήταν το σαλόνι που θυμόταν από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. Το οικογενειακό δωμάτιο όπου είχε μεγαλώσει, όπου είχε περάσει αμέτρητα Σαββατοκύριακα βλέποντας τηλεόραση με τον μπαμπά του, παίζοντας σκάκι με τον αδερφό του. Το βλέμμα του έπεσε στη γωνία του δωματίου, εκεί που έστηναν πάντα το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Χαμογέλασε με την σκέψη. Κάθε χρόνο, η μητέρα τους έβγαζε τις κούτες με τις μπάλες και τα φωτάκια και τα αγόρια στόλιζαν το δέντρο και το δωμάτιο ολόκληρο. Ευχήθηκε να μπορούσε να νιώσει ξανά τόσο ευτυχισμένος όσο ήταν τότε.

Δεν μπορούσε να στέκεται ακίνητος. Αποφάσισε ότι ήθελε να ρίξει μια τελευταία ματιά στα δωμάτια του σπιτιού. Το πιθανότερο ήταν ότι δε θα ξαναπατούσε το πόδι του εκεί. Με βήματα βαριά και αργά, έσερνε τα πόδια του μέσα στα δωμάτια. Καθώς περπατούσε άφηνε ματωμένα χνάρια στο πάτωμα. Δε νοιάστηκε να τα καθαρίσει.

Η κουζίνα ήταν ο δεύτερος σταθμός του. Το στρογγυλό, ξύλινο τραπέζι στη μέση, τέσσερις καρέκλες που ποτέ δεν ήταν άδειες και κάποιες φορές δεν έφταναν για όλους, οπότε κουβαλούσε από τα άλλα δωμάτια. Ο φούρνος που χρησιμοποιούσε η μάνα του για να μαγειρεύει τα λαχταριστά φαγητά της, δυο και τρεις φορές τη μέρα, ειδικά όταν είχαν καλεσμένους. Σωριάστηκε σε μια καρέκλα και έβαλε το κεφάλι στα χέρια του. Ήθελε να κλάψει, και ήταν η πρώτη φορά από τότε που πέθαναν οι γονείς του που έκλαιγε. Του έλειπαν τόσο και τώρα δεν υπήρχε κανείς να τον παρηγορήσει και να του πει ότι είχε κάνει το σωστό.

Μετά το θάνατο των γονιών του και αφού ο αδερφός του είχε μεταναστεύσει στην Αυστραλία, ο ίδιος παντρεύτηκε και εξακολούθησε να ζει στο σπίτι της παιδικής του ηλικίας. Με μερικές ήπιες αλλαγές στο χρώμα των τοίχων, έζησε εκεί και την ενήλικη και έγγαμη ζωή του, επίσης. Όλο το σπίτι ήταν γεμάτο με χαρούμενες αναμνήσεις. Πάρτι γενεθλίων γεμάτα με δώρα, παραμονές Χριστουγέννων με οικογένεια και φίλους γύρω από το τραπέζι, επιδρομές τα Σαββατοκύριακα στο σούπερ μάρκετ με τις σακούλες με τα ψώνια απλωμένες στο πάτωμα. Μαγειρέματα με τη μαμά του όταν ήταν μικρούλης, ψήσιμο κέικ και σοκολατάκια χειροποίητα. Και αργότερα, φίλοι που έρχονταν να κοιμηθούν εκεί, πάρτι τα σαββατόβραδα με τόσο δα αλκοόλ, μέχρι που να μεγαλώσει αρκετά για να μπορεί να πιει. Και ακόμα πιο μετά, μ’ εκείνη αγκαλιά, να την κοιτάει στα μάτια και να μην πιστεύει στην τύχη του.

Προχώρησε προς τη σκάλα που οδηγούσε στο πάνω πάτωμα. Όχι, δε θα ανέβαινε επάνω, δεν ήθελε να δει το θέαμα που τον περίμενε εκεί. Θα τους άφηνε και τους δυο εκεί που ήταν. Κι αυτήν και τον άλλον. Έτσι ώστε όποιος τους έβλεπε, να τον καταλάβει και να τον δικαιολογήσει. Άστους εκεί. Γυμνούς και ματωμένους.

Το βλέμμα του έπεσε στις φωτογραφίες στον τοίχο δίπλα από τη σκάλα. Οι γονείς του, πριν να αρρωστήσουν, χαμογελούσαν ο ένας στον άλλον, καλοσύνη και αγάπη και χαρά ακτινοβολούσαν στα πρόσωπά τους. Άλλη μια φωτογραφία, οι τέσσερις τους, όταν αυτός και ο αδερφός του ήταν ακόμα μικροί- αυτό ήταν το είδος της οικογένειας που λαχταρούσε να φτιάξει κι εκείνος. Και δίπλα στις άλλες, η νυφική τους φωτογραφία, την ημέρα του γάμου τους, τη μέρα που νόμιζε ότι τον αγαπούσε, τη μέρα που ήθελε να της χαρίσει τα πάντα.

Είχε κουραστεί από την αναμονή. Ευχήθηκε να ερχόταν τώρα η αστυνομία, γιατί το μόνο που ήθελε να κάνει ήταν να κουλουριαστεί, να κλάψει και να κοιμηθεί για πάντα. Τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν στο πρόσωπό του. Για τη χαμένη του ζωή, για τη δική της χαμένη ζωή, για τα όνειρα που είχε κάνει και που ποτέ δε θα γίνονταν πραγματικότητα. Το χτύπημα στην πόρτα του φάνηκε ευλογία. Επιτέλους. Έσυρε για μια ακόμα φορά τα πόδια του προς την πόρτα και την άνοιξε. Δυο αστυνομικοί στέκονταν μπροστά του.
“Κύριε, λάβαμε αναφορά ότι ακούστηκαν πυροβολισμοί στο σπίτι σας.”
Πήρε βαθιά ανάσα και σήκωσε ψηλά τα χέρια του. “Σκότωσα τη γυναίκα μου. Και τον εραστή της.”

Οι χειροπέδες βρέθηκαν γύρω από τους καρπούς του πριν καν προλάβει να το συνειδητοποιήσει. Ένας από τους αστυνομικούς του διάβαζε τα δικαιώματά του. Είδε έναν γείτονα να κοιτάζει πίσω από την κουρτίνα του, χωρίς να τολμάει να την ανοίξει εντελώς. Έκλεισε τα μάτια του και αφέθηκε να τον οδηγήσουν στο περιπολικό. Μέσα σ’ αυτό πια, τα άνοιξε για να δει το σπίτι που είχε ζήσει ολόκληρη τη ζωή του, μια τελευταία φορά.