«Ωραία ατμόσφαιρα για Μεγάλη Παρασκευή» της είπε και η Ξένια γύρισε και τον κοίταξε.  Όχι τελικά ήταν πεπεισμένη. Δεν μπορούσε να αντισταθεί στα μάτια αυτά. Από το πρωί της προηγούμενης μέρας τον είχε ανακαλύψει στο νησί, σε καφέ, σε βόλτες, ακόμα και στο μαγαζί που έφαγε με την Αριάδνη σήμερα.  Και εδώ και μια ώρα που πίνανε τα ρακόμελά τους τα δυο κορίτσια, εν μέσω πασχαλινών διακοπών, δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα της από πάνω του. Τα οπίσθια αυτά, το στέρνο, τα μπλε μάτια. Σύνελθε, σκέφτηκε εκείνη την στιγμή αναμένοντας στο μπαρ άλλη μια παρτίδα ρακόμελα δίπλα του.

«Ναι πολύς κόσμος, αν και έρχομαι πρώτη φορά προφανώς έρχεσαι συχνά και ξέρεις το μέρος», ξεροκατάπιε καθώς έβλεπε το βλέμμα του.

Εκείνος την πλησίασε λίγο πιο κοντά ενώ τα βαθιά μπλε μάτια ταξίδεψαν στα μαλλιά της, στο μέτωπό της, στάθηκαν για μερικά δευτερόλεπτα στα μάτια της και μετά κατέβηκαν στο στόμα της όπου ασυναίσθητα ξεκόλλησε τα χείλη της. Ήθελε πολύ αυτό το ρακόμελο τώρα, ήταν ήδη σε μεγάλη ένταση μόνο που τον αντίκρυζε. Φαντάσου να την ακουμπούσε.

Ο Λαέρτης σαν να μπήκε μέσα στις σκέψεις της, χωρίς να την ακουμπήσει βέβαια, χαμήλωσε το κεφάλι του και της μίλησε στο αυτί με τρόπο που σίγουρα μόνο εκείνη θα τον άκουγε.

«Θα ήθελα πολύ να ταξιδέψω στο κορμί σου. Από το πρωί που σε είδα μου έχεις γίνει εμμονή. Σε θέλω στο κρεβάτι μου. Σε φαντασιώνομαι τόσο λαχταριστή να σε αγγίζω που άνετα θα έκοβα τη νηστεία μου σήμερα για να σε βάλω κάτω να αναστενάζεις μέχρι το πρωί».

Η Ξένια έκλεισε τα μάτια της. Τώρα οι χτύποι ήταν ανεξέλεγκτοι. Ο πόθος της είχε χτυπήσει κόκκινο. Ίσως κάποια άλλη στη θέση της να το χαστούκιζε με τα λόγια αυτά αλλά εκείνη ήδη το φαντασιωνόταν το σκηνικό. Απομακρυνόμενος από το πρόσωπο της, στιγμιαία άφησε το δείκτη και το μέσο του αριστερού του χεριού να της χαϊδέψουν το λαιμό. Ανατρίχιασε. Οι ρώγες της σκλήρυναν και διέγραφαν μέσα από το τοπ της.

«Όμως πρέπει να κοινωνήσω αύριο. Είμαι ο Λαέρτης», της χαμογέλασε και της έκλεισε το μάτι πίνοντας μία γουλιά από το ποτό του.

Η Ξένια ζεστάθηκε. Ναι, τα θρησκευτικά προσχήματα τους μάραναν. Λάτρευε το φλερτ και τα παιχνίδια και της είχαν λείψει. Πέρασε καιρός από την τελευταία φορά. Τόση κούραση στη δουλειά και αμέτρητες ώρες διαβάσματος για το μεταπτυχιακό την είχαν περιορίσει. Είχε χωρίσει εδώ και μήνες και αναζητούσε αλλαγή. Αυτό άλλωστε ήταν και το σκεπτικό της εκδρομής στο νησί αυτό.

«Κι εγώ θα κοινωνήσω αύριο..» αποκρίθηκε η Ξένια. Μετά σηκώθηκε ελαφρά στις μύτες και πλησίασε στο δικό του αυτί μιλώντας του ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που και εκείνος επέλεξε νωρίτερα.

«Για φαντάσου όμως την αυριανή Ανάσταση», ξερόβηξε και χαμογέλασε, «Για φαντάσου αυτήν την παλάμη να σε χουφτώνει την ώρα που θα αναστενάζω» και τρύπωσε το χέρι της μέσα από το σακάκι του στο ύψος της μέσης γλιστρώντας το αργά και απαλά προς τα πίσω μέχρι που στρίμωξε στα δάχτυλά της στο γλουτό του.

Του χαμογέλασε και διακριτικά επανέφερε το χέρι της. «Αναρωτιέμαι ποιος θα αναστηθεί αύριο. Είμαι η Ξένια» και του έκλεισε το μάτι.

Ο Λαέρτης έφτιαξε τη γραβάτα του και ένιωσε ένα τράβηγμα στο μπροστινό μέρος του παντελονιού του. Κοίταξε γύρω του με ένα χαμόγελο πονηρό. Φαντασιώθηκε το στόμα της στο δικό του όργανο. Φτου! Μεγάλη αναμονή να περιμένεις ένα εικοσιτετράωρο. Η Ξένια κούνησε το κεφάλι της χαιρετώντας τον και έφυγε να βρει την Αριάδνη. Δεν αντάλλαξαν στοιχεία αλλά η επιθυμία της να πηδηχτεί χρονιάρες μέρες ήταν τόσο έντονη που αισθάνθηκε και λίγο τύψεις γιατί η πασχαλινή εβδομάδα της ήταν πάντα ιερή. Δηλαδή μέχρι σήμερα, γιατί σίγουρα μερικά χιλιόμετρα εξομολόγησης μόνο και μόνο με τις σκέψεις θα την έβαζαν να κοινωνήσει πάλι σε καμιά δεκαριά χρόνια.

Βγαίνοντας από το μαγαζί η Ξένια με την Αριάδνη κατηφόρισαν προς το πάρκιγκ της Χώρας για να φύγουν.

«Δεσποινίς», μία γνώριμη ζεστή φωνή έκανε και τις δύο κοπέλες να γυρίσουν. «Αυτό είναι δικό σας φαντάζομαι».

Η Ξένια είδε το Λαέρτη να κρατά το κινητό της και αμέσως της ήρθε η αναλαμπή ότι το ξέχασε στο μπαρ. Τον πλησίασε και άπλωσε το χέρι της να το πάρει. Την ώρα που το έβαλε στην παλάμη της ο δείκτης του χάιδεψε το μέσο της και ψιθυριστά της αποκρίθηκε «Λέω να αναστηθώ αύριο μαζί σου!»

Η Ξένια χαμογέλασε. «Λες;» Και γέλασε κατηφορίζοντας να βρει τη φίλη της. Στα μισά του δρόμου γύρισε το κεφάλι της και αντκρύζοντάς τον του χάρισε ένα γεμάτο χαμόγελο.

Μέσα από το χαμόγελο όμως έβραζε. Δύσκολη νύχτα θα περνούσε. Και δύσκολη μέρα. Μεγάλη η αναμονή μέχρι να τον ξαναδεί, μιας και δεν είχε ούτε ένα στοιχείο δικό του εκτός από το όνομα. Αναρωτιόταν για τη σιγουριά του, αφού δεν την ήξερε καν. Ούτε πού έμενε. Οπότε κοιμήθηκε περίεργα. Ένιωθε μεγάλη ακόμα ένταση από τα λόγια και τα ελάχιστα αγγίγματα, ώσπου εφιαλτικά πέρασε το ξημέρωμα, η πρώτη Ανάσταση (βοήθειά της!), το μεσημέρι και το απόγευμα.

Ήρθε όμως το βραδάκι. Η Αριάδνη είχε ήδη πλάνο κανονισμένο μετά το φαγητό, με το σέξι αγόρι που κουβαλούσε τον επιτάφιο την προηγούμενη ημέρα. Η Ξένια ακόμα σκεφτόταν αν θα ξαναέβλεπε το Λαέρτη. Ήλπιζε απλά να τον ξαναδεί και ας μην ξημερώνονταν παρέα σε κρεβάτι. Βέβαια ο πόθος ήταν στο κόκκινο. Μόνο που οραματιζόταν γυμνά κορμιά να πηδιούνται μέχρι το πρωί τρελαινόταν. Η ώρα περνούσε και έπρεπε να φύγουν για να προλάβουν το Άγιο Φως πριν την αλλαγή της ώρας.

«Χριστός Ανέστη αγαπημένη μου! Έχω μια πείνα πάμε πριν πλακώσει ο κόσμος!»

«Αληθώς ο Κύριος!»

Τα δυο κορίτσια επανήλθαν στη Χώρα και στο εστιατόριο της Μανωλίτσας όπου είχαν κλείσει τραπέζι για μαγειρίτσα και λίγο κατσικάκι. Η Ξένια ήταν αγχωμένη και ανυπόμονη. Ο Λαέρτης μέχρι τότε ήταν άφαντος. Κόσμος φασαρία, γέλια, χαρές, πυροτεχνήματα, όμως εκείνος πουθενά στα γνωστά μέρη.

«Κορίτσια κερασμένο κρασάκι», ο σερβιτόρος τους άφησε ένα κιλό κόκκινο και έτεινε με το χέρι του να δείξει στο βάθος τη γνώριμη φυσιογνωμία που τους χαμογελούσε.

Η Ξένια φωτίστηκε αλλά και αγχώθηκε. Καλά, μπροστά της ήταν τόση ώρα; Η ένταση στο κορμί της επανήλθε. Ο Λαέρτης πλησίασε μαζί με το κρασί του τις κοπέλες.

«Χριστός Ανέστη κορίτσια και ό,τι επιθυμείτε», έκανε πρόποση.

«Ό,τι επιθυμούμε;» Ασυναίσθητα βγήκε από τα χείλη της Ξένιας και αμέσως δαγκώθηκε. Ο Λαέρτης χαμογέλασε ενώ η Αριάδνη χαχάνισε. Αστεια στιγμή. Εκείνος αρκετά σίγουρος, έσκυψε πάλι με τον ίδιο τρόπο όπως το προηγούμενο βράδυ στο αυτί της Ξένιας.

«Ό,τι επιθυμείς εσύ Ξένια, θέλεις να γίνεις η δική μου Ανάσταση; Σε μία ώρα θα σε περιμένω έξω από το μαγαζί», της έκλεισε το μάτι και με την παλάμη του χάιδεψε το μάγουλό της γλυκά. Εγνεψε χαμογελαστά στην Αριάδνη και επέστρεψε στο δικό του τραπέζι.

Πράγματι ο Λαέρτης, κουστουμάτος, με το μπλε ρουά πουκάμισο ασορτί με τα μάτια του και τα χέρια στις τσέπες της μεσάτης καμπαρντίνας του που είχε ξεκούμπωτη, την περίμενε υπομονετικά. Μόλις την εντόπισε να βγαίνει το βλέμμα του φωτίστηκε και πλησίασε.

Έκαναν μία διαδρομή περίπου δέκα λεπτά με τα πόδια. Δε μίλησαν πολύ. Ίσως η ένταση και η προσμονή δεν τους άφηναν. Η Ξένια ήξερε πως ήταν μόνο ένα βράδυ που θα περνούσε μαζί του. Σαν δυο ξένοι. Θα πηδιούνταν θα περνούσαν καλά και όλη αυτή η συσσωρευμένη αναμονή μηνών για να ξαναβρεί γκόμενο θα ημέρευε με την επαφή τους. Ο Λαέρτης πλησίασε ένα όμορφο πέτρινο σπίτι. Ξεκλείδωσε την πόρτα και της έτεινε με το χέρι να μπει.

Δεν ήταν ένα μεγάλο σπίτι. Αλλά φαινόταν να έχει ιστορία. Ανακαινισμένο, με μοντέρνα στοιχεία  εξέπεμπε θαλπωρή. Απίστευτη θέα! Έβλεπες κάτω χαμηλά όλο το λιμάνι. Τα φωτάκια τα βραδινά. Πόσο όμορφα! Τα υπέροχα παράθυρά του ξεκινούσαν από ψηλά και κατέληγαν μέχρι το πάτωμα. Θα έλεγε κανείς πως ήταν ένα με τον πέτρινο τοίχο.

Της πήρε το σακάκι και έβγαλε κι εκείνος το δικό του. «Το σπίτι είναι της γιαγιάς μου. Μου το άφησε πριν καιρό. Όποτε έρχομαι στο νησί μένω εδώ. Απολαμβάνω τη θέα αυτή και ονειρεύομαι!»

Η Ξένια εξεπλάγη από τα λόγια του νεαρού άντρα. Της άρεσε η ρομαντική διάθεσή του. Γύρισε και τον κοίταξε. Τα μπλε μάτια του φαίνονταν στο μισοσκόταδο λαμπερά. Το στόμα του ήταν μισάνοιχτο. Σκέφτηκε πως ήθελε να την κάνει να νιώσει άνετα. Ήδη εκείνη όμως ήταν έτοιμη να πάει παρακάτω.

Έβγαλε τις γόβες της και πλησίασε το Λαέρτη. «Αυτή η θέα είναι υπέροχη. Θέλω να μου μείνει αξέχαστη!»

Ο Λαέρτης έβγαλε το σακάκι του. Ξεδίπλωσε με το ένα χέρι τη γραβάτα ενώ με το άλλο έπιασε την Ξένια από το σβέρκο και τη φίλησε βαθιά Η γλώσσα του ταξίδεψε στη δική της ενώ τα χείλη του γεύονταν τη γλύκα από το κόκκινο κρασί στο στόμα της. Η Ξένια άναψε με το φιλί του και με μία κίνηση έσκισε το πουκάμισό του. Στη συνέχεια ξεκούμπωσε τη ζώνη του και άνοιξε το παντελόνι του απλώνοντας την παλάμη της επάνω στο μόριο του. Ο Λαέρτης ένιωσε ηδονή. Έχωσε το χέρι του μέσα στο τοπ της και της τράβηξε το σουτιέν προς τα κάτω απελευθερώνοντας τα βυζιά της. Τα ακροδάχτυλα έπαιξαν με τις ρώγες της. Η Ξένια τυφλωμένη από τον πόθο έβγαλε την μπλούζα της και το σουτιέν. Έβγαλε και τα υπόλοιπα ρούχα της και έμεινε κατάγυμνη. Πήρε το χέρι του και τον οδήγησε στο ημίδιπλο κρεβάτι όπου ξάπλωσε στους αγκώνες της, ανοίγοντας προκλητικά τα πόδια της μπροστά του.

Ούτε εκείνος έχασε χρόνο. Το θέαμα ήταν ήδη αρκετά τολμηρό για να μείνει άπρακτος. Έσκυψε στο κρεβάτι και η γλώσσα του ταξίδεψε στο αιδοίο της. Τα δάχτυλά του έπαιζαν με τις ρώγες της, ενώ η Ξένια τρελή από το μούδιασμα που ήδη την επισκεπτόταν, ανασήκωσε τους γλουτούς της για να τη γλείψει ακόμα πιο βαθιά.

Εκείνος την ένιωσε έτοιμη, υγρή. Την έπιασε από τα χέρια και την οδήγησε κοντά στο καμπυλωτό πέτρινο μεγάλο παράθυρο με την εκπληκτική θέα στο λιμάνι.

«Και αυτό για να σου μείνει αξέχαστη η θέα! Τη γύρισε προς το παράθυρο και έβαλε τα χέρια της στο παράθυρο, σκύβοντας ελαφρά μέχρι ο κώλος της να στηθεί μπροστά του. Ήταν έτοιμος, όπως κι εκείνη. Τα δάκτυλά του ταξίδεψαν απαλά στην πλάτη της μέχρι που έπιασαν τα κωλομέρια της και  με μία άμεση κίνηση μπήκε μέσα της ενώ η κοπέλα έβγαλε μία κραυγή γλυκού πόνου.

Κινήσεις ρυθμικές κατέκλυσαν τα κορμιά, ενώ τα δάκτυλά του ταξίδευαν στις ρώγες της, χαϊδεύοντάς τες. Σε κάποια στιγμή η Ξένια τυφλή από πόθο, σήκωσε τον κορμό της ενώ εκείνος χαμήλωσε ελαφρά τη μέση του για να ευθυγραμμιστεί μέσα στο αιδοίο της,  κλείνοντας στις παλάμες του τα βυζιά της. Η πλάτη της Ξένιας έγινε ένα με το στέρνο του. Τα χέρια της αναζήτησαν τους γλουτούς του και τα δυο κορμιά ανεβοκατέβαιναν χωρίς σταματημό. Στην αρχή αργά, μέχρι που οι κινήσεις έγιναν γρήγορες, μαχητικές, μαζί με φωνές πάθους μέχρι που τέλειωσαν και οι δυο μαζί… μπροστά στη θέα που είχαν μπροστά τους. Ο Λαέρτης συνέχισε για λίγο ακόμα να τη γεμίζει ρυθμικά μέχρι που βγήκε προσεκτικά από μέσα της και τη γύρισε προς το μέρος του. Της έδωσε ένα φιλί ζεστό, καυτό ικανοποίησης χαϊδεύοντας την υγρή πλάτης της. Και η Ξένια ανταπέδωσε, κλείνοντας τα χέρια της πίσω από το κεφάλι του.

Βρέθηκαν στο κρεβάτι. Και συνέχισαν αυτόν τον αγώνα οργασμών και αμοιβαίας ικανοποίησης μέχρι τις πρωινές ώρες. Δεν αντάλλαξαν τίποτε άλλο εκτός από ερωτικές κουβέντες. Ούτε καν όταν τη συνόδευσε το πρωί στο δωμάτιό της, αποχαιρετώντας την με ενα ταπεινό φιλί στο μέτωπο. Δε μίλησαν, δεν είπαν κουβέντα. Η Κυριακή του Πάσχα ήταν γιορτινή. Πάλι δε μίλησαν,  αν και έτυχε να φάνε στο ίδιο τραπέζι.  Η Ξένια και ο Λαέρτης αντάλλασσαν μόνο ματιές, τίποτα παραπάνω. Δευτέρα τα κορίτσια επέστρεφαν όμως η Ξένια ήθελε κι άλλο. Δεν της άρεσαν οι σχέσεις της μίας βραδιάς. Ήλπιζε πως αυτή θα ήταν κάτι παραπάνω από αυτό αλλά μάλλον έπεσε έξω. Ήθελε να γνωρίσει το Λαέρτη αλλά μάλλον όλα τελείωσαν σε μία Ανάσταση χωρίς μέλλον.  Λυπήθηκε αλλά ήταν μεγάλο κορίτσι.

Δευτέρα το πλοίο αναχώρησε το πρωί.  Απογευματάκι θα έφταναν Πειραιά. Η Ξένια κοίταξε  μελαγχολικά το λιμάνι όσο το πλοίο έφευγε. Η σκέψη της ήταν μόνο στο Λαέρτη. Στη μαγική ερωτική νύχτα τυς. Κρίμα που δεν κατάφεραν να μιλήσουν. Να γνωριστούν. Να μάθει την ιστορία του. Δεν ήθελε να νιώθει μόνο ένα πήδημα. Μία κατάκτηση. Αυτά σκεφτόταν όπως έβλεπε τα κύματα την ώρα που το καράβι έφευγε μεσοπέλαγα. Κάποια στιγμή, το τηλέφωνό της χτύπησε. Σκέφτηκε πως η Αριάδνη την έψαχνε στο πλοίο, όμως ο αριθμός που εμφανίστηκε είχε όνομα. Γούρλωσε τα μάτια της απορημένη αλλά αποφάσισε να απαντήσει χωρίς δεύτερη σκέψη.

«Καιρός να γνωριστούμε καλύτερα. Τι λες?» Η Ξένια χαμογέλασε. «Μου αρέσει όταν χαμογελάς». Η Ξένια πάγωσε και σούφρωσε τα φρύδια. «Και όταν σουφρώνεις τα φρύδια». Κατέβασε το τηλέφωνο από το αυτί γεμάτη απορία και γυρίζοντας το κεφάλι της προς τα δεξιά, μερικά μέτρα στο βάθος είδε τη γνώριμη συντροφιά της το βράδυ της Ανάστασης. Το βλέμμα της έλαμψε καθώς ο Λαέρτης την πλησίαζε.

«Και ίσως όταν τα πούμε λίγο καλύτερα, να εξετάσουμε και το νόημα της Ανάστασης, σε βάθος χρόνου.» Τη φίλησε παθιασμένα. Και η Ξένια ανταπέδωσε.

 

ExtraTerrestrial

 

Ελένη Σαββαϊδου-Εσώρουχα