Αν είχα σκοτώσει άνθρωπο την πρώτη φορά που το σκέφτηκα, τώρα θα ήμουν έξω. Ίσως να ήμουν ήδη έξω και από τη δεύτερη φορά που θα είχα καθαρίσει αυτόν που θα με είχε βγάλει εκτός εαυτού. Επειδή οι πρώτες φορές που «είδα κόκκινο” πάνε πίσω στην παιδική μου ηλικία.

Προφανώς δεν έχω βάψει τα χέρια μου με αίμα (ακόμα, τουλάχιστον). Επειδή το κομμάτι του μυαλού μου που “παγώνει” τις εγκεφαλικές συνάψεις που τρέχουν την εντολή “Kill’em all” είναι κομάντο – προλαβαίνει και αλυσοδένει με “δεν πρέπει – δεν είναι σωστό – λυπήσου τους γονείς σου, το παιδί σου, το γατί σου, το σκυλί σου, το σκατί σου” κάθε μου παρόρμηση να αιματοκυλίσω το σύμπαν.

So far.

Κάθομαι πάνω στα χέρια μου για να μην τα τυλίξω γύρω από το λαιμό σου, κλείνω το στόμα μου για να μην το ανοίξω και σηκώσω από τους τάφους τους όλους τους πεθαμένους σου, κλείνομαι στο καβούκι μου για να μην σου κάνω κακό, 5 λεπτά, 10 λεπτά – θα περάσει κι αυτό, δεν θα περάσει; Και μου επιβάλλω ασκήσεις διαχείρισης θυμού και είμαι υπέρ του δέοντος καλόβολος άνθρωπος (ανησυχητικά καλόβολος) μα κυλάνε οι μήνες και τα χρόνια και όλο και πιο δύσκολα τιθασεύονται πια τα πρωτόγονα ένστικτα μου που ζητάνε εκδίκηση για κάθε μικρή και μεγάλη μαλακία που αναγκάστηκα να υπομείνω, κάθε ηλίθιου που ακροβατεί στα όρια της υπομονής μου έχοντας άγνοια κινδύνου ή απλά ρισκάροντας χωρίς να νοιάζεται για το ότι κάποια στιγμή θα τελειώσει η τύχη του και θα του κληρώσει να πληρώσει σπασμένα δεκαετιών.

Βαθιές ανάσες και η ζωή συνεχίζεται. Έξω στο φως. Και ας σκέφτομαι καμιά φορά πως εκτίοντας ποινή σε ανήλιαγο μπουντρούμι, στα χείλια μου θα είχα χαμόγελο άρρωστης ικανοποίησης και θα απολάμβανα την αγαλλίαση και την ηρεμία του αγανακτισμένου δράστη. Και ας μην μου αναγνώριζαν το “εν βρασμώ ψυχής” αν λάμβαναν υπόψην πως δε γίνεται κανείς να τελεί “εν βρασμώ” όλη τη ζωή του. Θα έκαναν λάθος. Γίνεται. Αλλά δεν θα είχε σημασία. Αν περάσεις τα κόκκινα, όλα είναι κόκκινα και τίποτα πλέον δεν έχει σημασία.

Αλλά είπαμε. Τα κομάντο της αυτοσυγκράτησης κρατούν τα χαλινάρια. Ρίχνουν αφρό και κατασβήνουν καταστροφικές πυρκαγιές εν τη γενέσει τους. Και με αφήνουν μουδιασμένο και εξαντλημένο άνθρωπο, πάντα. Χρειάζεται μεγαλύτερη ενέργεια να πνίξεις το θυμό σου, παρά να τον αφήσεις να ξεχυθεί και να αντιμετωπίσεις τις συνέπειες του.

Αναρωτιέσαι πως μοιάζουν αυτοί οι άνθρωποι, αυτοί οι τόσο εύφλεκτοι. Θα τους αναγνωρίσεις. Είναι αυτοί που παλεύουν για τη ζωή σου, κάθε μέρα. Παλεύουν για να μην την τερματίσουν! Είναι οι άνθρωποι με τα δαγκωμένα χείλια, με τις σφιγμένες γροθιές – οι άνθρωποι ωρολογιακές βόμβες, προγραμματισμένοι να αυτο-απενεργοποιούνται για να μη σκορπίσουν τον όλεθρο. Να τους αγαπάτε λίγο περισσότερο.

Είμαστε πολλοί, δεν είμαι μόνο εγώ. Αποθήκες με πυρομαχικά γεμάτες, το μυαλό μας. Και δεν ζωνόμαστε τ’ άρματα ποτέ κι ας είναι μονίμως η γεύση στο στόμα μας πικρή. Και ας έχουμε σταμπάρει ποιους θα πάρει πρώτους ο διάολος, μία στο εκατομμύριο αν απασφαλίσουμε τελικά πριν προλάβουν να μας σταματήσουν οι κοινωνικές νόρμες και οι ηθικοί κανόνες της συνείδησης μας.

Εσένα που διαβάζεις αυτό το κείμενο. Σ’έχω σκοτώσει ήδη χίλιες φορές μέσα στο μυαλό μου. Μα ζεις ακόμα. Γι’ αυτό να μ’ αγαπάς λίγο περισσότερο. (Και μην είσαι τόσο χαλαρός και άνετος. Ποτέ δεν ξέρεις, ε;)