Αύγουστο γεννήθηκε η Άννα.

Αύγουστο σίγουρα μου είχε πει η μάνα ότι γεννήθηκε, γιατί τα σταφύλια ήταν σχεδόν έτοιμα για τον τρύγο, έτσι της είχε πει η μάνα της.

Στο Τσεσμέ άνοιξε πρώτη φορά τα μάτια της. Δυο μάτια τεράστια κατάμαυρα τόσο υπέροχα, σαν τις ελιές που φόρτωναν τα λιόδεντρα στις ευλογημένες πεδιάδες του χωριού της. Ήταν όμορφο μωρό, όμορφο παιδί, που πρόλαβε να ζήσει την ξεγνοιασιά του τόπου της για λίγο. Την πρόλαβε η μανία του πολέμου και την ξερίζωσε, μακριά από το σπίτι της, τ’ αδέρφια της και την αυλή της. Μια αυλή που όταν έτρεχε και έπαιζε σαν μικρό παιδάκι, το στήθος της γέμιζε με μυρωδιές από αγιόκλημα και γιασεμί.

Δεν τα έζησε πολύ η Άννα, τα περιέγραφε στα παιδιά της αργότερα με νοσταλγία αλλά σαν όνειρο. Ήταν μικρή όταν έφυγαν το 1918. Έβλεπαν το κακό να έρχεται και δεν το άντεχαν. Πήραν την απόφαση και μπήκαν σε ένα πλοίο και έφυγαν μακριά πριν από την μεγάλη σφαγή. Ξεριζώθηκαν από τον τόπο τους και μοιράστηκαν σε όλη την Ελλάδα. Δυο αδέρφια της στην Χίο, ένα στην Σκιάθο, ένα στην Καβάλα. Τα μεγαλύτερα και εκείνη η μικρότερη με την μάνα της και μια θεία της βρέθηκαν στον Βόλο. Εκεί ρίζωσαν, εκεί έκανε οικογένεια. Σε ένα μικρό χωριό του Βόλου που έμοιαζε πολύ με το Τσεσμέ, με χαμηλά όμορφα σπίτια και πράσινο παντού, με στενά σοκάκια γεμάτα από βουκαμβίλιες και γιασεμί.

Εκεί στο χωριό μεγάλωσε αλλά την μικρασιάτικη αρχοντιά δεν την έχασε ποτέ. Ήταν νοικοκυρά από της λίγες και αυτή και η μάνα της η Μαριγώ. Άπλωναν την μπουγάδα και έτριζε ο τόπος, μαζεύονταν οι γειτόνισσες και αναρωτιόντουσαν πως τα έκαναν τόσο καθαρά να αστράφτουν! Μαγείρευαν και μοσχοβολούσε η γειτονιά, ζύμωναν ψωμί από σιτάρι και μάθαιναν και τις συγχωριανές τους, γιατί εκείνη την εποχή χρησιμοποιούσαν μόνο το καλαμποκάλευρο στο χωριό, το σταρένιο αλεύρι δεν το ήξεραν! Αρχόντισσα η Άννα όλοι στην γειτονία την καμάρωναν. Όμορφη, ψηλή, μελαχρινή σαν μελανούρι και νοικοκυρά από τις λίγες! Όλοι την ήθελαν για νύφη, όμως η Άννα ήθελε να δουλέψει να ζει με αξιοπρέπεια και έτσι και έγινε. Έπιασε δουλειά στο εργοστάσιο αλίπαστων και ήταν ευτυχισμένη. Κι εκεί τη βρήκε ο έρωτας.

Στο εργοστάσιο δούλευαν μόνο γυναίκες, οι άντρες ήταν μετρημένοι. Ένας από αυτούς ήταν ο διευθυντής τους, χήρος με 2 παιδιά, ψηλός, λεβέντης, αρχοντάνθρωπος. Όλοι του έλεγαν να ξαναπαντρευτεί να βρει μια καλή κοπέλα να του αναθρέψει τα παιδιά αλλά δεν δεχόταν. Μέχρι που είδε την Άννα. Μέχρι που είδε αυτά τα δυο μεγάλα καρβουνάκια να τον κοιτούν και άλλαξε γνώμη. Και πήγε και την ζήτησε και η κυρά Μαριγώ έσκασε από περηφάνια. Ήταν μεγάλη τιμή και μεγάλη χαρά για το σπιτικό τους. Μα πιο μεγάλη ήταν η χαρά της Άννας. Γιατί τον κύριο Γιώργη τον είχε στην καρδιά της από την πρώτη στιγμή, στην καρδιά της και στον νου της. Τον αγάπησε από την πρώτη ματιά και γέμισε η ζωή της. Γέμισε η καρδιά της, η ψυχή της, όλο της το είναι. Όμως γέμισε και η αγκαλιά της. Γιατί ο κύριος Γιώργης είχε 2 παιδιά μια κόρη την Ολυμπία και έναν γιο τον Παντελή. Η Άννα τους στάθηκε μάνα από την πρώτη στιγμή και ας ήταν μικρή σε ηλικία. Μια μάνα που τα αγάπησε περισσότερο και από τα δικά της παιδιά που έκανε μετέπειτα με τον Γιώργη. Η ζωή τους δεν ήταν εύκολη, πέρασαν βάσανα, κακουχίες, τον πόλεμο του 40. Χάσανε αδέρφια και παιδιά, αλλά δεν τους είδε κανείς ποτέ μαλωμένους, ποτέ χωριστά. Πάντα ο ένας είχε τον άλλον. Ώσπου ο Γιώργης αρρώστησε και έφυγε από την ζωή και έμεινε μόνη με τα παιδιά της. Όμως η Άννα ήταν αρχόντισσα. Τα μάζεψε όλα, όλες τις οικονομίες της και έφυγε μακριά! Μακριά απ’ όλα Είχε μπράτσα είχε και αξιοπρέπεια. Δούλεψε σκληρά και τα κατάφερε. Τα μεγάλωσε όλα της τα παιδιά, τα προίκισε, τα καλοπάντρεψε και έζησε ευτυχισμένη που είδε εγγόνια και δισέγγονα .

Αυτή ήταν η ζωή της Άννας της αρχόντισσας μέσα σε λίγες γραμμές. Δεν ήταν ρόδινη, μα πάντα έλεγε να κρατάμε μόνο τα καλά της ζωής μας και την μυρωδιά από το γιασεμί τον Αύγουστο.

 

Αράν