Μέρα εργάσιμη η σημερινή. Οι δουλειές τρέχουν και να που βρίσκεσαι να διασχίζεις την κεντρική πλατεία, πες την Ομόνοια, Πλατεία Αριστοτέλους, ακόμα και Times Square. Πες την όπως θες, έτσι κι αλλιώς δεν έχει σημασία το σχήμα της, αλλά ο κόσμος της. Μια μέρα σαν ετούτη, αν για μία στιγμή κοντοσταθείς μπορείς με μια ματιά να περιπλανηθείς στον κόσμο που συνθέτει το ζωηρό μέρος της εικόνας σου. Άνθρωποι βιαστικοί, μοναχικοί, άλλοι σε ζευγάρια ή μεγαλύτερες παρέες. Γελαστοί, σκυθρωποί, αγχωμένοι ή χαλαροί, ντυμένοι στην πένα ή κάζουαλ, ενίοτε ίσως και ρακένδυτοι. Διασταυρώνονται οι δρόμοι, σχεδόν σε τυχαίες πορείες προσανατολισμένες σε κάποιο άγνωστο στα μάτια σου σκοπό.

Εκεί υπάρχουν όλα. Ξέρεις πως στατιστικά, όλα είναι εκεί μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Αν μπορούσες να τον κλείσεις σε μια χούφτα για να τον παρατηρήσεις, ίσως να μπορούσες να ξεχωρίσεις ανθρώπους υγιείς, ασθενείς, απλά κρυολογημένους ή αναμένοντας το μοιραίο. Αυτή η βοή μαρτυρά τόσα και κρύβει πολλά περισσότερα. Κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις, μια καλοκουρδισμένη που βλέπεις εύκολα με την πρώτη ματιά. Υπάρχει όμως και μία άλλη, αθέατη, ξεκούρδιστη, που για να τη δεις πρέπει να ψάξεις, να σκύψεις, να σκαλίσεις, να προσέξεις.

Κοντοστέκεσαι, παίρνεις μια βαθιά ανάσα και χάνεσαι για μια στιγμή στην παράξενη ετούτη χλαλοή. Δεν είναι θόρυβος, ούτε μουσική, δε μοιάζει καν με συγκεκριμένο ήχο. Πιο πολύ θυμίζει τον ήχο των σπασμένων γραναζιών. Πόσοι άνθρωποι άραγε κάτω από την ανάσα αυτής της πόλης ζουν συντροφιά με κάποιο παράταιρο, αταίριαστο γρανάζι του νου; Πόσοι άνθρωποι παλεύουν να βάλουν σε σειρά σπασμένα γρανάζια; Τόσος κόπος, μόχθος, πόνος, δάκρυ, χρήμα, ανάσα, όλα ξοδεύονται σε έναν ατέρμονο χορό.

Κάποιος εκεί μέσα σε αυτό τον όχλο, δε μπορεί να δει τα χρώματα με τον ίδιο τρόπο, να ακούσει τα ίδια τραγούδια, να χορέψει μαζί με τους άλλους. Μοναχικότητα, κατακερματισμένη πραγματικότητα, ένας κόσμος εχθρικός, ακατανόητος. Στιγμές φόβου, ανησυχίας, άγχους. Ένα αίσθημα πνιγμού, που κυριεύει τη στιγμή, τη μέρα, το χρόνο, τη ζωή ολάκερη. Μια προσπάθεια να μπει ο κόσμος σε τάξη, μα πώς να γίνει; Αβεβαιότητα κυριεύει τη ζωή, ανασφάλεια. Γιατί άραγε οι άλλοι φέρονται τόσο παράξενα; Τι τρέχει και δε μπορεί να τους προβλέψει; Τι να κάνει για να προχωρήσει σε μια βασανιστική πραγματικότητα χωρίς νόημα; Κάποιος εύχεται να ήταν ο κόσμος διαφορετικός και μιας και δε μπορεί να τον αλλάξει, φτιάχνει τον δικό του παράλληλο κόσμο και τον στολίζει όπως θέλει. Δημιουργεί τα νήματα που εκείνος επιθυμεί και μπλέκεται σε κάθε χτύπο του ρολογιού όλο και περισσότερο μέσα τους. Ένα ταξίδι με άγνωστο προορισμό –όπως και τόσα άλλα.

Άλλος εκεί στον κόσμο, συντροφιά με έναν τρελό –θα πεις τη λέξη άραγε; Θα την προφέρεις; – προσπαθεί να κρατήσει το ξέφρενο ετούτο θεριό. Στιγματισμένος, ανήμπορος, μόνος να προσπαθεί να κρύψει όσα οι άλλοι βλέπουν αλλά δε μιλούν, κοιτάζουν αλλά δεν ακουμπούν. Η μοναξιά σφραγίζει και έτερο νου, η αντάρα του μυαλού παρασέρνει μια δεύτερη σάρκα. Ισορροπία πώς να κρατήσει; Τον βλέπεις που κλείνει τα μάτια και προσπαθεί να κερδίσει, μια μάχη απ’ την αρχή της χαμένη.

Παίρνεις μια ανάσα. Κοιτάς επίμονα, στη χούφτα σου, το ετερόκλητο αυτό πλήθος της πλατείας. Κάποια σιωπηλή κραυγή ακούς, ενός τρίτου ανθρώπου. Βλέπεις σε εικόνες τις σκέψεις του μυαλού του που αναδύονται, κύματα ταραγμένα. Από τα βάθη του νου ξεκινούν και ατίθασα συναντούν της στιγμής τους αιώνες. Μουδιάζει ο νους του, αρνείται να μαζευτεί. Αφήνει τις σκέψεις και τους συνειρμούς του να ταξιδεύουν, καΐκια μικρά, προς κάθε κατεύθυνση. Τα βλέπεις εμπρός σου, λευκά πανιά, σωρό που ξεχύνονται τα «πως» και τα «γιατί» του. Τα «πώς» τα γεμίζει, με λέξεις, με αράδες, με βιβλία ολάκερα. Βλέπεις στην περπατησιά του πως διαβάζει, στραγγίζει τις γνώσεις τόσο που μοιάζουν πηγαίος κώδικας σε υπολογιστή. Τα «γιατί» όμως δεν γεμίζουν, μόνο βρίσκονται εκεί, αιωρούνται πάνω του, στοιχειώνουν τις στιγμές του σαν χέρια που του τραβούν τα ρούχα, σκαλώνοντας σε κάθε κίνηση, όσο πιο βίαια, τόσο πιο έντονα. Κανείς δεν τον ακούμπησε, κι όμως ο νους του σφραγισμένος από τροφό διαταραγμένο, μόνιμα στιγματισμένος με αδιόρατο, ανεξίτηλο σημάδι, σφραγίδα του «εγώ» με πυρωμένο σίδερο μόνιμα χαραγμένη.

Τρομάζεις. Ανοίγεις τη χούφτα σου, να ξεχυθεί ο κόσμος, αφήνεις τη ροή του χρόνου μαζί της να πάρει φωνές, σκέψεις κι ανάσες. Ήχοι και σιωπές γεμίζουν ξανά την πλατεία και τα αυτιά σου. Μα κάτι πια σε ενοχλεί. Μήπως ξέρεις και δε μιλάς; Μήπως κοιτάζεις αλλά προτιμάς το βλέμμα να στρέφεις αλλού; Μήπως φοβήθηκες να απλώσεις το χέρι; Είσαι ίσως ένας κρίκος από τα αναρίθμητα «γιατί» που πλήγωσαν τα αυτιά σου σ’ αυτό το βλεφάρισμα του νου, σ’ αυτή τη χούφτα των ανθρώπων; Νιώθεις άβολα, η χούφτα σου σε καίει, τριβελίζει το μυαλό σου, ξεσηκώνει το «είναι» σου: Μη γίνεις το «γιατί» κάποιου ανθρώπου!

Ξυπνάς από το στιγμιαίο λήθαργό σου, αιώνιο ταξίδι του νου. Μετράς τα βήματά σου που προσπερνάνε την πλατεία. Μόνο που αυτή, την έχεις πια μαζί σου, μέσα στη χούφτα σου, να την ακούς και να την αφουγκράζεσαι.