Πιστεύω στην τύχη, αλλά όχι στην τυχαιότητα.

Δεν δέχομαι δηλαδή ότι η ζωή ενός ανθρώπου ορίζεται από την ακανόνιστη κι αυθόρμητη ροή τυχαίων γεγονότων. Υπάρχει μια συγκεκριμένη “ενορχήστρωση”, αρκεί κανείς να μπορέσει να δει “πίσω” από τις καταστάσεις, για να καταλάβει. Ένα συνηθισμένο απόγευμα Δευτέρας, ένα συνηθισμένο τηλεφώνημα από τον μικρό: “θα μπορέσεις να με βοηθήσεις με μια άσκηση στην <<Οδύσσεια>>, που δεν την πολυκαταλαβαίνω;”.

Και τι δεν θα ‘δινα να επέστρεφα στα θρανία της Α’ Γυμνασίου, να ήταν οι ερωτήσεις της Οδύσσειας οι μόνες μου έγνοιες, το μόνο που θα με απασχολούσε… Σε πέντε λεπτά ο μικρός είχε καταφθάσει, σπεύδοντας να με ενημερώσει ότι “έχει μόνο μισή ώρα στη διάθεσή του”, γιατί είχε κανονισμένο ραντεβού για ποδόσφαιρο με τους φίλους του. Πριν ξεκινήσουμε, φρόντισε να με “στολίσει” με ένα ακόμα… κομπλιμέντο του τύπου “γιατί εσείς οι φιλόλογοι να μας ταλαιπωρείτε έτσι;”.

Ομολογώ ότι το συγκεκριμένο απόσπασμα της Οδύσσειας δεν το θυμόμουν καν, ίσως και να μην το είχα διδαχτεί, δεδομένου ότι έχουν παρέλθει και σχεδόν είκοσι χρόνια από την εποχή της δικής μου ανεμελιάς. Ο δύσμοιρος Οδυσσέας έχει πάρει επιτέλους τον δρόμο της επιστροφής, αλλά κι εκεί ακόμα τυραννιέται για να προσεγγίσει την Ιθάκη.

Μελετώντας σιωπηλά το απόσπασμα, τα μάτια μου μεγάλωσαν απότομα, ένα απροσδιόριστο συναίσθημα κατέκλυσε το μέσα μου κι ένα ρίγος διαπέρασε τη ραχοκοκκαλιά μου. “Δεν μπορεί, δεν είναι δυνατόν, δεν γίνεται να είναι έτσι”, μονολογούσα σε μια σιωπηρή συζήτηση με τον εαυτό μου, προσπαθώντας να μην εξωτερικεύσω την ταραχή μου, για να μην την παρατηρήσει το παιδί. Δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι αυτό που διάβαζα δεν ήταν ένα απόσπασμα του έπους, ήταν η λογοτεχνική μεταφορά αυτού που είχα ζήσει το προηγούμενο βράδυ. Αποτραβήχτηκα για λίγο στο διπλανό δωμάτιο, με την πρόφαση ότι έπρεπε να κλείσω το παράθυρο, γιατί εν τω μεταξύ είχε αρχίσει να κάνει ψύχρα. Ή μήπως ήταν το σύγκρυο από αυτά που είχα μόλις διαβάσει; Επιβάλλω στον εαυτό μου τη διατήρηση της ψυχραιμίας κι επιστρέφω στο παιδί, για να ξεκινήσουμε την ανάλυση της ερώτησης.

Ο Οδυσσέας επισκέπτεται την Αντίκλεια στον Άδη, αντικρίζοντας την για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια. Εκείνη, στέκεται απέναντί του και τον κοιτά, του μιλάει, αυτός της απαντά, κάνουν διάλογο. Τα δάκρυα κυλούν εκατέρωθεν σαν ποταμοί, όμως δεν μπορεί να την αγγίξει, προσπαθεί να την αγκαλιάσει, να πέσει στο στήθος της, κι εκείνη γίνεται σκιά, μια άυλη οντότητα που στέκει ακίνητη απέναντί του.

Ακριβώς όπως κι εσύ…

Δέκα χρόνια κι έξι μήνες τώρα, δεν σταμάτησες ούτε στιγμή να έρχεσαι. Στέκεσαι απέναντί μου, με κοιτάζεις, σχεδόν κάθε φορά βλέπω τα γκριζοπράσινα μάτια σου να γίνονται θάλασσες…. Όμως εσύ δεν μου μιλάς, όπως η Αντίκλεια. Πάντα εγώ είμαι αυτός που μιλάει, που σε καλεί. Κι εσύ μένεις εκεί, με το βλέμμα σου σχεδόν ακινητοποιημένο πάνω μου.

Προσπαθώ να σε φτάσω, να σε ακουμπήσω ακριβώς όπως ο Οδυσσέας, αλλά γίνεσαι αέρας, άπιαστη. Φωνάζω τ’ όνομά σου, προσπαθώ να φτάσω κοντά, αλλά δεν το καταφέρνω ποτέ. Το προηγούμενο βράδυ θυμάμαι ότι ούρλιαζα κι έκλαιγα γοερά, σε ρωτούσα αν έβλεπες την κόλαση στην οποία ζω, εκλιπαρούσα για τη βοήθειά σου… Σε ρωτούσα γιατί με αφήνεις να παιδεύομαι έτσι, γιατί δεν κάνεις κάτι για να με βοηθήσεις, να με βγάλεις από το αβάσταχτο μαρτύριο που με ταλανίζει. Όλα εκείνα που ένας “Οδυσσέας” θα έλεγε στη δική του “Αντίκλεια”. Κι εσύ παρέμενες εκεί, αμίλητη κι ακίνητη, με ωκεανούς να ξεπηδούν από τα μάτια σου.

Ενώ η ανάλυση του αποσπάσματος με το παιδί ήταν σε πλήρη εξέλιξη, ο παραλληλισμός μέσα στο κεφάλι μου άγγιζε τα όρια της παράνοιας. Προσπαθώντας να διατηρήσω τους παλμούς μου σε φυσιολογικά επίπεδα, βοήθησα τον μικρό να βάλει τις σκέψεις του σε μια τάξη και να τις καταγράψει με μια λογική σειρά, για να πετύχει μια απάντηση με ειρμό κι επί της ουσίας. Η αποστολή ολοκληρώθηκε με επιτυχία κι ο λιλιπούτειος ομηρικός αναλυτής αναχώρησε για το ραντεβού με τους φίλους του. Άνοιξα ξανά το παράθυρο (η ψύχρα είχε μετατραπεί πλέον σε αφόρητη ζέστη) κι άναψα τσιγάρο, κοιτάζοντας τον απέραντο ορίζοντα.

Στην τελευταία σκηνή του αποσπάσματος, η Αντίκλεια αποχαιρετά τον Οδυσσέα της, λέγοντάς του ότι “πρέπει τώρα να επιστρέψει στο φως”. Άραγε εσύ θα μου υποδείξεις ποτέ το δικό μου “φως”; Θα με πάρεις από το χέρι για να μου δείξεις τον δρόμο, όπως έκανες όταν μου έμαθες τα πρώτα μου βήματα; Ή μήπως η αέναη σιωπή σου, υποδηλώνει τη μη ύπαρξη κάποιας “Ιθάκης” για μένα;

*Για όλους τους “Οδυσσέες” που κυκλοφορούν εκεί έξω αναζητώντας την Ιθάκη τους και όλες τις “Αντίκλειες” που τους καθοδηγούν…