Ο Ορέστης βγήκε από την πολυκατοικία. Ήταν μια ηλιόλουστη, κρύα μέρα, ιδανική για περπάτημα. Αυτό είχε σκεφτεί ο Ορέστης, δηλαδή, όταν ξεκίνησε για το ιατρείο του ογκολόγου που τον παρακολουθούσε. Ένα όμορφο πρωινό του Δεκέμβρη. Του άρεσε να κυκλοφορεί αυτές τις μέρες χωρίς το αμάξι του. Να περπατάει ανέμελα στην πόλη, να σταματάει στο κάθε μαγαζί, να παρατηρεί τους διαβάτες και τους πελάτες και τις βιτρίνες. Να ακούει τις συνομιλίες των γερόντων και τι έκαναν στον πόλεμο.

Λυπόταν που δεν θα είχε αυτό το προνόμιο για πολύ ακόμα. Κούμπωσε το μπουφάν του και έβαλε το σκούφο του. Είχε χάσει τα μαλλιά του σταδιακά και πολύ επώδυνα. Το ίδιο συνέβαινε και με τη ζωή του.

Εισέπνευσε τον αέρα. Υπήρχαν χωράφια κοντά στην πολυκατοικία που στεγαζόταν το ιατρείο και ο Ορέστης συχνά ξεγελούσε τον εαυτό του ότι βρισκόταν στην εξοχή. Του είχαν απαγορεύσει να τρώει και να πίνει ό,τι ήταν νόστιμο. Όχι όμως και την ονειροπόληση. Αυτή ήταν ακόμα ακίνδυνη.

Ο δρόμος που περνούσε παράλληλα με την πολυκατοικία περιστοιχιζόταν από άλλα μικρότερα σπίτια και παρκαρισμένα αμάξια. Πιο πάνω ήταν μια μεγάλη, πολύβουη λεωφόρος. Από την άλλη μεριά, ο δρόμος κατέληγε σε άλλα σπίτια και παράδρομους.

Ο Ορέστης έβηξε και κάλυψε το στόμα του με ένα μαντήλι, νιώθοντας το στομάχι τον να διαμαρτύρεται. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι γι’ αυτό. Σκούπισε τα χείλη του και έβαλε το μαντήλι στην τσέπη του μπουφάν του. Δεν το κοίταξε. Ήξερε ήδη ότι θα είχε κόκκινες κηλίδες.

Κατέβηκε τις σκάλες και κατευθύνθηκε προς την λεωφόρο. Όμως, τότε άκουσε κάτι αγκομαχητά και γύρισε. Είδε δυο γυναίκες να σέρνουν ένα άλλο άτομο, μικρόσωμο, που φορούσε φόρμα και κουκούλα στο σκυφτό του κεφάλι. Είχε τα χέρια πίσω και ο Ορέστης ήταν σίγουρος πως μάλλον θα ήταν δεμένα.

Ό,τι και να συνέβαινε δεν του άρεσε καθόλου.

Η μία γυναίκα άνοιξε τις πόρτες ενός κλειστού, λευκού βαν. Το άτομο που κρατούσε η άλλη γυναίκα έκανε σπασμωδικές κινήσεις. Προσπαθούσε να απελευθερωθεί. Δεν μιλούσε και ο Ορέστης σκέφτηκε πως θα ήταν φιμωμένο. Η γυναίκα που το κρατούσε το έσπρωξε προς το εσωτερικό του οχήματος. Απαγωγή, σκέφτηκε ο Ορέστης. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Ήταν αδιανόητο. Ποιος κάνει τέτοια πράματα πρωινιάτικα; Και πού ήταν όλοι οι γείτονες; Γιατί δεν εμφανιζόταν κανείς να παρέμβει;

Έπρεπε να κάνει κάτι. Δεν γινόταν να κάτσει με σταυρωμένα τα χέρια. Τι όμως; Ήταν άρρωστος, αδύναμος. Δεν μπορούσε να εμποδίσει μόνος του αυτές τις γυναίκες.
Έβγαλε το κινητό του. «Έι!» είπε. «Έι, σταματήστε!»

Η γυναίκα που είχε ανοίξει την πόρτα του βαν τον κοίταξε. Φορούσε γυαλιά ηλίου και είχε τα μαλλιά της πιασμένα κότσο. Φορούσε μπλουτζίν, μπότες και αθλητικό μπουφάν. Και δερμάτινα γάντια. «Μην ανακατεύεσαι», είπε. Η άλλη που είχε παρόμοια εμφάνιση με τη συνεργάτιδά της, βγήκε και έκλεισαν την πόρτα.

Ο Ορέστης σήκωσε το κινητό του. «Σταματήστε, γιατί θα καλέσω την αστυνομία». Ένιωθε… ενθουσιασμένος. Είχε καιρό να νιώσει κάτι τέτοιο. Λες και ήταν ήρωας κάποιας αστυνομικής ταινίας. Τότε έβηξε ξανά. Δυνατά, αυτή τη φορά. Δεν πρόλαβε να βγάλει το μαντήλι του, αλλά κάλυψε το στόμα του με το χέρι του. Οι γυναίκες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Έπειτα, έτρεξαν προς τις πόρτες του οδηγού και του συνοδηγού.

Ο Ορέστης άκουσε το άτομο που βρισκόταν στο εσωτερικό του βαν να χτυπάει την πόρτα, αλλά χωρίς δύναμη. Θα του είχαν δώσει κάποιο ναρκωτικό, σίγουρα. «Σταμ… Σταματήστε!» Ένιωθε πως θα έκανε εμετό, αλλά δεν έδωσε σημασία. Έτρεξε προς το βαν. «Σταματήστε!» είπε ξανά. Έπιασε το χερούλι της πόρτας της κλειστής καρότσας και προσπάθησε να την ανοίξει, αλλά δεν τα κατάφερε. Το κινητό τού έφυγε από τα χέρια –αδιαφόρησε. Από μέσα το θύμα των απαγωγέων τον βοήθησε, όμως το αποτέλεσμα δεν άλλαξε.

Ακούστηκε ο βόμβος της μηχανής που παίρνει μπρος.
Όχι, γαμώτο!
Ο Ορέστης μάζεψε τις δυνάμεις του και φώναξε: «ΒΟΗΘΕΙΑ! ΒΟΗΘΕΙΑ!»
Πού ήταν όλοι, να πάρει η ευχή;
Τράβηξε ξανά το χερούλι. Τίποτα. Τότε ήταν ένιωσε κάποιον να αρπάζει το δεξί του χέρι και να το γυρίζει προς τα πίσω. Ούρλιαξε από τον πόνο. Άφησε το χερούλι της πόρτας και προσπάθησε να ελευθερωθεί. Ένα άλλο χέρι του κάλυψε το στόμα. «Σκάσε πια», είπε η μία γυναίκα, αυτή που τον κρατούσε.

Είδε την άλλη γυναίκα να έρχεται από την αριστερή πλευρά του βαν. Κάτι κρατούσε στο δεξί της χέρι. Όταν ένιωσε το τρύπημα στο λαιμό του, κατάλαβε, αλλά ήταν αργά.

Ξύπνησε με πονοκέφαλο. Ήταν σκοτεινά. Προσπάθησε να σηκώσει τα χέρια του, όμως ήταν δεμένα στην πλάτη του. Όπως και τα πόδια του. Έκανε να φωνάξει, αλλά ήταν φιμωμένος. Ένιωθε κάποια κίνηση, το περιβάλλον γύρω του μετακινιόταν, γρήγορα τη μια στιγμή, λίγο πιο σιγά την άλλη, σταμάτημα και ξεκίνημα, και άκουσε τον ήχο των τροχών που γυρνούσαν στο κράσπεδο. Γούρλωσε τα μάτια του στο σκοτάδι. Τον είχαν απαγάγει. Έριξε το κεφάλι του και έκλαψε.

«Έπρεπε να ανακατευτείς», είπε μια φωνή. Ήταν η μία από τις δύο γυναίκες, αυτή που τον είχε αρπάξει. Γύρισε το κεφάλι του και είδε ένα μικρό άνοιγμα ανάμεσα στην καρότσα και τα μπροστινά καθίσματα. Φαινόταν η πλάτη της συνοδηγού και ο δρόμος έξω από το παρμπρίζ. «Γιατί φέρονται όλοι τόσο ηλίθια;»
Ο Ορέστης έκανε να μιλήσει, αλλά δεν τα κατάφερε.
«Επειδή δεν ξέρουν», είπε η άλλη γυναίκα, η οδηγός. «Ούτε οι γείτονες ήξεραν, όταν τους πήραμε. Ούτε τόσοι άλλοι πριν από αυτούς».
«Τι νομίζουν, ότι μας αρέσει να απαγάγουμε κόσμο;»
«Βασικά, νομίζουν πως είμαστε οι κακοί της υπόθεσης».
Ο Ορέστης είδε τη συνοδηγό να γυρίζει προς τα πίσω και να τον κοιτάζει με τα γυαλιά της. «Δεν είμαστε οι κακοί της υπόθεσης», είπε. Σήκωσε το χέρι. «Αλλά αυτός είναι».
Ο Ορέστης στράφηκε προς τα δεξιά. Στο αχνό φως που έμπαινε από το άνοιγμα είδε μια φιγούρα. Φορούσε βρόμικα αθλητικά παπούτσια, μαύρη φόρμα… Ήταν το άτομο που είχε δει να βάζουν στο βαν. Ήταν ακίνητο.
«Λυπάμαι που έμπλεξες σ’ αυτό», είπε η γυναίκα από μπροστά. «Εμείς απλά κάνουμε τη δουλειά μας. Μαζεύουμε τα φρικιά και τα σκοτώνουμε. Αλλά εσύ…».

Όταν είδε τα κόκκινα μάτια του άλλου να γυαλίζουν στο μισοσκόταδο, ο Ορέστης προσπάθησε να ουρλιάξει και πάλι, αγνοώντας τη γυναίκα που έκλεισε ξανά το άνοιγμα, λέγοντας: «Εσύ πήγαινες γυρεύοντας».