Κοίταξε τα πασαλειμμένα με κακαόπαστα δάκτυλά του και σήκωσε το κεφάλι του θυμωμένος. Είκοσι τέσσερις ώρες κλεισμένος μέσα στη σάλα και ακόμα να καταφέρει να κλείσει τη ρωγμή που καθημερινά επανεμφανιζόταν. Με την άκρη της παλάμης του, σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του ενώ πλησίασε την ψηφιακή ασφάλεια της θερμοκρασίας να ελέγξει τον κρύο αέρα. Δεν ήταν ιδέα του. Όντως άρχισε να κάνει ζέστη.

Με τα λερωμένα χέρια του άρχισε να πετάει στους τοίχους ό,τι εργαλείο έβρισκε μπροστά του. Ούρλιαζε με μανία καθώς πλησίαζε το σχεδόν τελειωμένο του έργο με πρόθεση να το καταστρέψει. «Μερντ! Ούτε μια θερμοκρασία πια δεν ξέρουν να βάλουν τα σκατόπαιδα εδώ μέσα! Αλλά θα σας δείξω εγώ ποιος είναι το αφεντικό! Τομάρια όλοι σας». Τα δάχτυλά του ήταν πια ένα μείγμα σοκολάτας και ιδρώτα ενώ τα μάγουλά του ήταν φλογισμένα, κατακόκκινα. Κατευθύνθηκε στη βρύση να σαπουνίσει σχολαστικά τις παλάμες και τα δάκτυλα, όπως θα έκανε ένας σωστός μεγάλος ζαχαροπλάστης. Αλλά ξέχασε. Ήταν μεγάλος ζαχαροπλάστης. Ένας ήρωας, ένας ηγέτης. Μία εικόνα ίνδαλμα για τα παλιόπαιδα που εισέβαλλαν στο χώρο του, τάχα μου σαν μαθητευόμενοι, με σκοπό να γίνουν σαν κι αυτόν. Σιγά μη γίνουν τίποτα, οι άχρηστοι και ελεεινοί. Γεννημένοι δούλοι και δεύτεροι. Το κομψοτέχνημά του αυτό κανείς δε θα το έπιανε στα χέρια του. Μόνος του το πάλευε και μόνος του θα το ολοκλήρωνε. Ήταν το όραμά του. Η Γαλάτεια που εξ’ αρχής δημιούργησε από το μηδέν, έτσι όπως την είχε μνημονεύσει και όπως φάνταζε καθημερινά μπροστά του. Η απόλυτη τελειότητα. Σχεδόν.

«Η τέχνη Ρομπέρ αποτυπώνεται με όραμα. Κι εσύ είσαι γεννημένος για μεγάλα πράγματα. Η γνώση είναι δύναμη. Και εσύ πια την έχεις στα χέρια σου!», αυτά του είπε ο δικός του σεφ και τα λόγια αυτά τον στοίχειωναν σε κάθε πτυχή της μετέπειτα ζωής του. Μέσα σε ένα περιβάλλον που παράλληλα με την καλλιτεχνική του φύση εκπαίδευε τη νεολαία για να μπορεί να εκθέτει τα δικά του δημιουργήματα περήφανος. Δυνατός και ελεύθερος.

Το είδωλό του στον καθρέφτη ήταν κουρασμένο. Ένα τόσο τέλειο κομψοτέχνημα, με ένα μηδαμινό πρόβλημα που δυσκολευόταν να λύσει. Η έκθεση τέλος του μήνα, ως το αναμενόμενο γεγονός των Παρισίων, πλησίαζε και θα επισκίαζε προφανώς οποιοδήποτε άλλο καλλιτεχνικό δρώμενο. Η μυστική του τεχνική για να δημιουργήσει, να καμουφλάρει να τελειοποιήσει αλλά και να αποδώσει, είχε γίνει το όπλο της επιτυχίας του. Ο σεβασμός, η ποίηση και η έκφραση, στα μάτια των άλλων.

Ένας ηγέτης ήταν. Με ένα μόνο μυστικό. Αυτό το μυστικό που τον οδηγούσε κάθε φορά στο απόγειο των γλυπτικών του ικανοτήτων. Τα χέρια του αποτύπωναν με μαθηματική ακρίβεια κάθε σπιθαμή του όράματός του. Είχαν τη μεγάλη δύναμη να δημιουργούν ζώα αλλά και ανθρώπους από σοκολάτα. Σαν να ήταν ζωντανά πλάσματα που ημέρευαν το ανήσυχο μυαλό του, την τάση του να νιώθει θεός. Ένας θεός με δαιμονικές σκέψεις αλλά και αγγελική έκφραση.

Ήλεγξε τη θερμοκρασία της σοκολάτας. Μαύρη, δυναμική, άρτι αφιχθείσα από την Ακτή Ελεφαντοστού. Πανέτοιμη να συμβάλλει σε ένα ακόμα δημιούργημά του. Άπλωσε το μέσο του και τον κάλυψε με λίγη ποσότητα, ενώ σε μία σύριγγα πρόσθεσε μία σημαντική ποσότητα σοκολάτας. Η δουλειά του ήθελε ταχύτητα. Η ρωγμή στην πλάτη έπρεπε αυτήν τη φορά να κλείσει για τα καλά, προτού προχωρήσει στη λείανση της επιφάνειας. Ο μέσος του χάιδεψε απαλά την πλάτη του καλλιτεχνήματός του καθώς η σύριγγα βυθιζόταν μέσα στη ρωγμή για να καλύψει γρήγορα το κενό και να σφίξει. Αδυνατούσε να καταλάβει πώς η ρωγμή αυτή επανεμφανιζόταν καθημερινά.  Παράτησε τη σύριγγα και βύθισε τις κορυφές των δακτύλων του στη σοκολάτα. Τα χέρια του, οι παλάμες του, χάιδευαν απαλά το σοκολατένιο σώμα της γυναίκας, ενώ τα ακροδάχτυλά του περνούσαν απαλά γύρω από τις καμπύλες του στήθους θέλοντας να διασφαλίσουν πως παραμένει στητό και πάνω από όλα σταθερό. Τα δάχτυλα ταξίδεψαν στους γλουτούς και σχολαστικά μελετούσαν τις καμπύλες και τις γραμμώσεις για να δώσουν ζωή στα οπίσθια μίας σοκολατένιας οπτασίας. Της ιδανικής γυναίκας. Αυτής που εκείνος γνώρισε πριν ακριβώς ένα χρόνο. Και την ερωτεύθηκε παράφορα.

Σκούπισε τα χέρια του στην ειδική ποδιά και κράτησε μία απόσταση από το κομψοτέχνημά του θαυμάζοντάς το. Ήταν ξαπλωμένη, γυμνή, τέλεια, με τα υπέροχα χέρια της να κείτονται επάνω στη μαρμάρινη δροσερή επιφάνεια, ενώ τα γόνατά της κυματιστά, ξαπλωτά, έδιναν την αίσθηση ενός ανθρώπου που απολάμβανε έναν ανέμελο ύπνο.  Θα έλεγε κανείς μία πραγματική γυναίκα, σοκολατένια, ζωντανή. Ήταν τόσο άψογη που ένιωσε την παρόρμηση να την πάρει στην αγκαλιά του και να τη φιλήσει με πάθος. Όπως τότε. Να αισθανθεί την παρουσία της . Κρατήθηκε όμως. Γιατί η ψυχή της είχε πετάξει.  Το μόνο που θύμιζε την παρουσία της μέσα στο χώρο ήταν το ξεδιπλωμένο του ταλέντο επάνω στη σοκολάτα. Ένα σώμα που εγκλωβίστηκε κι έγινε ένα με τη σοκολάτα. Που πάλευε, βέβαια ανεξήγητα, να ξεφύγει, δημιουργώντας ρωγμές μέσα στην τελειότητά της. Αλλά που σίγουρα εκείνος θα κατάφερνε να υποτάξει, φυλακίζοντάς την εκεί, αιώνια, ώστε να μην του φύγει ξανά ποτέ. Συνέχισε να την παρατηρεί. Περίεργο αλλά θα ορκιζόταν πως είδε το καλλιτέχνημά του να αναπνέει. Μάλλον ιδέα του ήταν.

Ήταν πια σίγουρος πως για άλλη μία φορά κατάφερε να αποδώσει την τελειότητα χρησιμοποιώντας για πολλοστή φορά την τεχνική του που έκανε τη διαφορά από οποιονδήποτε άλλο καλλιτέχνη. Δε χωρούσε αμφιβολία πως θα δοξαζόταν πάλι. Ένας άπληστος μικρός θεός που κρατούσε κοντά του όλα όσα προσπαθούσαν να του ξεφύγουν. Χάριν στην τεχνική του. Θυμήθηκε τα σοφά λόγια του πατέρα του, την πρώτη φορά που πήγαν για κυνήγι. «Η ταρίχευση αποτυπώνει αυτό που δε θέλεις να χάσεις. Αυτό που θέλεις να μείνει μαζί σου για πάντα. Χρήσιμη θα σου φανεί κάποτε. Να σε βοηθήσει στο όραμά σου, στην έμπνευσή σου».

Καθάρισε τα χέρια του, η δουλειά του τελείωσε για σήμερα. Έμενε η λείανση και όλα θα ήταν άψογα και έτοιμα. Μόνο κάποιες λεπτομέρειες έμεναν. Ήλεγξε για άλλη μία φορά τη θερμοκρασία, έκλεισε το χαμηλό φωτισμό και έφυγε.

Κι εκεί, μέσα στο σκοτάδι, ακούστηκε ένας συρτός αλλά διακριτικός ήχος. Εκεί, επάνω στην πλάτη της, στη μέση της σπονδυλικής στήλης της, η ρωγμή επανεμφανιζόταν σαν ένα φερμουάρ που ξεκουμπώνει.  Κι ένας ψίθυρος απελευθερώθηκε με όλη του τη δύναμη: «ΠΟΤΕ!»