Ήταν μία απ’ αυτές τις μέρες. Αυτές που ό,τι και να κάνεις, καταλήγει σε αποτυχία. Αυτές που η μουσική είναι βαρύ λαϊκό, ο καφές πικρός και το πληκτρολόγιο δεν βγάζει τις λέξεις που θες. Τα παράτησα, πήρα υπολογιστή και πήγα στο γειτονικό μπαρ. Τι κι αν η ώρα ήταν μόνο μία; Το καλό κρασί δεν έχει ώρα. Φέρνει όμως έμπνευση.

Η γωνία ήταν κενή. Χαιρέτησα, παρήγγειλα και άνοιξα το λάπτοπ Κάτι πάλι με χάλαγε, κάτι δε με άφηνε να συγκεντρωθώ. Ανάθεμα τη ματιά σου. Την ένιωθα να με καίει, να με γδύνει. Γουλιά κρασί και προσπαθώ να σε αγνοήσω. Πρέπει να γράψω, πρέπει να παραδώσω, πρέπει να δημιουργήσω. Αν με αφήσει η υγρασία ανάμεσα στα πόδια μου….

Δεύτερο ποτήρι κρασί προσγειώνεται μπροστά μου και εσύ το ακολούθησες. Ανούσιες κουβέντες, κοινότυπες, βαρετές. Ίσα για να δικαιολογήσουν την τελευταία και σημαντική. «Απόψε;» «Απόψε». Ερώτηση και απάντηση. Απόψε λοιπόν. Η δουλειά έμεινε στη μέση, το πρότζεκτ δεν θα παραδοθεί στην ώρα του. Οι λέξεις στην οθόνη έγιναν γαλάζιες σαν τα μάτια σου, τα πλήκτρα σκληρά σαν το στήθος σου που φευγαλέα χάιδεψα.

Απόψε λοιπόν. Σε άλλο μπαρ…Με άλλο ποτήρι κρασί μπροστά μου. «αργείς;» σου γράφω. «Δεκαεπτά λεπτά συν πάρκινγκ» μου απαντάς… Περιμένω με τα πόδια σταυρωμένα σφιχτά.

Απόψε λοιπόν. Ήρθες. Στα δεκαεπτά λεπτά συν πάρκινγκ. Με μία -τόσο καβλωτική- αμηχανία. Πέντε λεπτά κάτσαμε. Τόσο αντέξαμε το χέρι του ενός πάνω στο γόνατο του άλλου.

Απόψε λοιπόν. Σπίτι σου ή σπίτι μου; Σου… πάντα σου. Το σπίτι μου είναι άβατο. Χαμογελάς και καταλαβαίνεις. Οπότε, σου. Στο εργένικο σπίτι σου.

Απόψε λοιπόν. Στην πόρτα όρθια. Με την πλάτη στον τοίχο. Τα χέρια σου να χαϊδεύουν άγρια το κορμί μου, να χουφτώνουν το στήθος μου, να σπρώχνουν τα γόνατα μου να ανοίξουν. Νιώθω τις μελανιές να με γεμίζουν. Δε με νοιάζει, μ’ αρέσει. Μ’ αρέσει που ξέρεις τι να μου κάνεις, μ’ αρέσει που παίζεις το κορμί μου, μ’ αρέσει που με κατακτάς έτσι άγρια, αντρίκεια. Μ’ αρέσει.

Όπως σου αρέσει που, όταν ήρθε η σειρά μου, κατέβηκα στα γόνατα. Και που θηλυκά και αισθαντικά, σε πήρα στο στόμα μου. Ήθελα τη γεύση σου, εκεί μπροστά στη πόρτα. Με τα μισά μας ρούχα στο πάτωμα και τα άλλα μισά να τα φοράμε. Ήθελα το στόμα το δικό μου να σου μείνει αξέχαστο. Τόσο, που καμία άλλη, ποτέ στη ζωή σου, δεν θα είναι αρκετή. Δεν με αντέχεις; Για αυτό με σπρώχνεις μακριά σου και με μία βίαιη κίνηση με σηκώνεις όρθια; Δεν αντέχεις…

Σφίγγεις δυνατά τον ώμο μου και με καθοδηγείς στην κρεβατοκάμαρα. Στοίβες χαρτιά και βιβλία στο κρεβάτι σου. Στο πάτωμα και αυτά μαζί με το εσώρουχο μου που σκίζεις σα να είναι από χαρτί. Με πετάς πάνω στα σεντόνια σου. Μυρίζουν το άρωμα σου. Πέφτεις πάνω μου και αρχίζεις να με φιλάς στο λαιμό, στο στήθος, στη κοιλιά. Παίζεις με την κλειτορίδα μου, την δαγκώνεις και τη ρουφάς. Μη σταματάς…μη σταματάς…

Σταματάς. Σηκώνεσαι απότομα και εξαφανίζεσαι στο σκοτεινό διάδρομο. Με αφήνεις να αναρωτιέμαι που πας. Που πας και με αφήνεις να τρέμω.

1,2,3,4,5,10 δευτερόλεπτα περνάνε. Ακούω ντουλάπια να ανοίγουν και πόρτες να βροντάνε. Εμφανίζεσαι πάλι και κάτι κρατάς στα χέρια σου. Σαν μπουκάλι μου μοιάζει. Χωρίς λέξη, ίσα μόνο με την αναπνοή να ακούγεται με γυρνάς μπρούμυτα. Νιώθω ένα παγωμένο υγρό στη πλάτη μου και μετά τα χέρια σου να το απλώνουν παντού πάνω μου. Απλώνεις, τρίβεις, μαλάζεις, πιέζεις, τρελαίνεις. Βάζεις τα χέρια σου κάτω από τους γοφούς μου και με στήνεις στα τέσσερα. Έφτασε η ώρα. Μπαίνεις αποφασιστικά και δυνατά. Σα γνήσιο αρσενικό. Μόνο που εγώ δεν σε θέλω έτσι. Δεν μπορώ να σε νιώσω όσο βαθιά θέλω έτσι. Θέλω να γυρίσεις, να τυλίξω γύρω σου τα πόδια μου, να με πάρεις άγρια και δυνατά. Και το κάνεις…

Το κάνεις και είναι, ωωωω, πόσο ωραίο είναι. Τα κορμιά μας ενώνονται σαν να ήταν φτιαγμένα το ένα για το άλλο. Το σχήμα σου, το μέγεθος σου σε απόλυτη ταύτιση με το σχήμα και το βάθος μου. Σου γρατζουνάω τη πλάτη και με κάθε νυχιά μου μπαίνεις πιο βαθιά. Ακούω την αναπνοή σου να κόβεται; Πλησιάζεις μωρό μου; Τελειώνεις; Για αυτό πας όλο και πιο γρήγορα;

Όλο και πιο δυνατά;

Όλο και πιο βαθιά;

Φτάνω και ‘γω. Σηκώνω τα πόδια μου στο λαιμό σου και με αυτή την κίνηση πλημμυρίζω. Η κορύφωση ήταν ταυτόχρονη. Μαζί, με τα υγρά σου να αναμειγνύονται με τα δικά μου, αφήνουμε τις κραυγές μας. Σκληραίνουν τα σώματά μας και γίνονται τόξα όσο διαρκεί αυτή η θεϊκή κορύφωση.
Αποκαμωμένοι και οι δύο, μετράμε ανάσες μέχρι να ηρεμήσουμε.

Μέχρι να έρθει το επόμενο «απόψε»

 

Ελένη Σαββαϊδου-Εσώρουχα