Υπήρξε αναμφίβολα το τηλεοπτικό φαινόμενο της χρονιάς, λαμβάνοντας διαστάσεις που ξεπερνούν κατά πολύ τα δεδομένα ενός απλού προγράμματος. Αποτέλεσε αντικείμενο φανατισμού, ταύτισης, εμμονικής προσέγγισης και αδιάλειπτης παρουσίας στο καθημερινό μενού όλων των ηλικιακών target groups, ανεξαιρέτως. Αυτό ήταν το Survivor, που ολοκλήρωσε χθες την αλματώδη πορεία του στους δέκτες μας, για φέτος. Η αλήθεια είναι πως κανείς δεν περίμενε τη σαρωτική αυτή επιτυχία, δεδομένου ότι επρόκειτο για τον πέμπτο κύκλο ενός concept που είχε ήδη παρουσιαστεί στο ελληνικό κοινό, την περίοδο 2003-2006. Παρά ταύτα, το εγχείρημα σημείωσε ασύλληπτα ποσοστά τηλεθέασης, καταφέρνοντας να μονοπωλήσει την καθημερινότητα εκατομμυρίων θεατών, που το έχρισαν το πιο επιτυχημένο real life πρόγραμμα που έχει ποτέ προβληθεί στη χώρα μας (ναι, πιο επιτυχημένο ακόμα κι από τις πρώτες αντίστοιχης θεματολογίας παραγωγές, που ήρθαν στη ελληνική τηλεόραση στις αρχές του 2001). Πώς άραγε τα κατάφερε; Τι δείχνει η “ακτινογραφία” του παιχνιδιού επιβίωσης;

Πολλοί έσπευσαν να ισχυριστούν ότι η επιτυχία του οφείλεται στον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκαν φέτος τα αγωνίσματα-δοκιμασίες στις οποίες υποβάλλονταν οι παίκτες. Θα μπορούσε εν μέρει να ισχύει, αν ήταν η πρώτη φορά που βλέπαμε κάτι τέτοιο στις οθόνες μας. Καθώς όμως το μάτι του Έλληνα τηλεθεατή είναι ήδη εκπαιδευμένο σε παρεμφερή θεάματα, θεωρώ ότι αλλού πρέπει να αναζητήσουμε την αιτία της μαζικής αποδοχής του. Κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι το πρόγραμμα ξεχώρισε ως “μονόφθαλμος” στη μάζα των “τυφλών” προϊόντων μιας ελληνικής τηλεόρασης που μαστίζεται από την ένδεια, ως απότοκο της οικονομικής κρίσης. Ίσως κι αυτό να συνέβαλε. Ωστόσο, η προσωπική μου εκτίμηση είναι πως άλλη ήταν η κυριότερη παράμετρος που οδήγησε στον θρίαμβο της συγκεκριμένης παραγωγής. Συνοψίζεται σε μια και μόνο λέξη: ταύτιση! Ναι, το πιστεύω πλέον ακράδαντα, καθένας από τα εκατομμύρια που κάθε βράδυ συντονίζονταν για να δουν τα επεισόδια, είχε διακρίνει κάτι από τον ίδιο του τον εαυτό, μέσα στο παιχνίδι αυτό. Ήταν σαν να έπαιζες ο ίδιος, να αποτελούσες ένα κομμάτι του. Εκεί κρύβεται το κλειδί της επιτυχίας, κατ’ εμέ. Ας δούμε παρακάτω τα επιμέρους στοιχεία που διαμόρφωσαν την εικόνα αυτή.

Ξεκινάμε με τον παρουσιαστή. Νέος, ωραίος, άφθαρτος τηλεοπτικά. Γνώριμος στα νεανικά κυρίως κοινά από προηγούμενη ταξιδιωτική εκπομπή εξ’ ολοκλήρου δικής του χρηματοδότησης και παραγωγής, δεν άργησε να ενσαρκώσει το πρότυπο του μέσου όρου των θεατών. Με κάκιστα Ελληνικά (εδώ κι αν ταυτίστηκε κόσμος και κοσμάκης…), με ανεπιτήδευτο στυλ (στα περισσότερα επεισόδια εμφανιζόταν ξυπόλυτος ή με δίχαλες πλαστικές σαγιονάρες), με τον ιδιαίτερο τρόπο παρουσίασης που υιοθέτησε (ουρλιάζοντας, σαν να περιγράφει ποδοσφαιρικό αγώνα Δ’ Εθνικής κατηγορίας), με την ταυτόχρονη πλήρη έκθεση της προσωπικής του ζωής στα social media, εύκολα αποτέλεσε αντικείμενο ταύτισης για τον μέσο νεοέλληνα, που είδε στο πρόσωπό του το μοντέλο εκείνο ζωής του ανθρώπου που “έπιασε την καλή”, χωρίς ιδιαίτερο κόπο.

Κι ύστερα ήρθαν οι παίκτες. Χωρισμένοι σε δύο ομάδες, τους (κατ’ ευφημισμόν και μόνο) “Διάσημους” και τους άσημους “Μαχητές”, που αφέθηκαν ως άλλοι ναυαγοί σε ένα τροπικό νησί της Καραϊβικής για πέντε μήνες, μέχρι να επιζήσει ο πιο δυνατός. Η μεν πρώτη ομάδα αποτελείτο από πανελίστες πρωινο-μεσημεριανών μαγκαζίνο (στην τηλεοπτική αργκό αποκαλούνται “γλάστρες”), παλαίμαχους αθλητές β’ κατηγορίας (που κανείς δεν θυμόταν την ύπαρξή τους), καλλιτέχνες που είχαν κάποτε γίνει γνωστοί με μια επιτυχία τους κι αποζητούν εναγωνίως ένα comeback, τηλεοπτικές γυμνάστριες, δόκιμους ρεπόρτερ αμφιβόλου προέλευσης, αλλά και ανερχόμενους wannabe celebrities, που ψάχνουν μια θέση στο πάνθεον του προβολέα. Στην αντίπερα όχθη βρίσκεται η καλύβα των “κοινών θνητών”, με πρωταγωνιστές τους υποτιθέμενους ανθρώπους της “διπλανής πόρτας”: περσόνες της καθημερινότητας, με κύριο χαρακτηριστικό τους σμιλευμένους κοιλιακούς τους, και τα φουσκωμένα μπράτσα. Ποιος θα καταφέρει να επιζήσει; Ποιος θ’ αντέξει να φτάσει μέχρι το τέλος;

Κι αν το αθλητικό κομμάτι του προγράμματος αποτέλεσε ένα σημαντικό μέρος της επιτυχίας, κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει ότι οι διαπροσωπικές σχέσεις που αναπτύχθηκαν ανάμεσα στους συμμετέχοντες, καθώς και η συνύπαρξη και διαβίωση σε καθημερινό επίπεδο, απασχόλησαν εντόνως τους τηλεθεατές. Άλλωστε, αυτή είναι και η “βάση” των real life παραγωγών, προκειμένου να προσελκύσουν κατά το δυνατό μεγαλύτερα ποσοστά κοινού. Εκεί λοιπόν, στην καθημερινή “τριβή”, ήταν που καθένας εντόπισε στοιχεία του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς του, έτσι όπως αυτά αναδείχθηκαν μέσα από τους παίκτες. Και πράγματι, υπήρξε ποικιλία σε ιδιοσυγκρασίες και συμπεριφορές. Ενδεικτικά, αναφέρω μερικές. Ο υποχθόνιος και δολοπλόκος χαρακτήρας που είχε καταστρώσει στρατηγική, προκειμένου να κερδίσει το έπαθλο. Οι “δορυφόροι” του, που εκτελούσαν άβουλα και χωρίς δεύτερη σκέψη τις προσταγές του, προκειμένου να εξολοθρεύσουν πιθανούς διεκδικητές της νίκης. Ο δύστροπος συγκάτοικος, που δυσανασχετεί με τις κακουχίες και τις μη ευνοϊκές συνθήκες. Το “καλό, λαϊκό παιδί”, αψεγάδιαστος αθλητικά και πιστός οικογενειάρχης-καλός χριστιανός, που έχει τύχει της απομόνωσης από τους υπολοίπους, καθώς διαφαίνεται από την αρχή η τελική του επικράτηση. Η χαζοχαρούμενη κι αφελής ομορφούλα, που τα βρίσκει όλα ρόδινα κι ονειρικά. Ο νωχελικός και βραδυκίνητος “πολλά βαρύς” μαγκάκος, που έχει συμμετάσχει απλά “για να γουστάρει”. Η πανούργα και κουτοπόνηρη σφετερίστρια, που προτίθεται να “πατήσει επί πτωμάτων” προκειμένου να κατακτήσει τον τελικό της στόχο, λειτουργώντας με τρόπο “υπόγειο” και ύπουλο. Ο αγαθός “γίγαντας” που δεν συμμετέχει σε δολοπλοκίες και συνωμοσίες, παρά επικεντρώνεται στη σωστή αθλητική προετοιμασία και προπόνηση. Ο κλασικός, αυθεντικός κουτσομπόλης-ανακατώστρας, που καταφέρνει να σπείρει τη διχόνοια ανάμεσα στους υπολοίπους, ενώ ο ίδιος στο τέλος τη βγάζει πάντα “λάδι”.

Αυτά ήταν μερικά από τα μοντέλα χαρακτήρων που διαφάνηκαν μέσα από τηλεπαιχνίδι-φαινόμενο, που μονοπώλησε τη φετινή τηλεοπτική σεζόν. Στον χθεσινό τελικό είδαμε την (προβλεπόμενη) επικράτηση και νίκη του νέου λαϊκού ειδώλου, του αγνού νησιώτη και καλοκάγαθου “παιδιού της γειτονιάς”. Λίγο η αναμφισβήτητη ικανότητά του στα αθλήματα, λίγο το ανυπέρβλητο sex appeal του (πολλοί και πολλές θα πρέπει να τον ευχαριστούν, καθώς άθελά του, αλλά εξ’ αιτίας του είδαν την ερωτική τους διάθεση και ζωή να… ανασταίνεται), λίγο οι συνεχείς του προσευχές και οι επικλήσεις του στα κομποσκοίνια, λίγο η περιθωριοποίηση που έτυχε από τους συμπαίκτες του, κατάφεραν στο σύνολο να του αποφέρουν μια θριαμβευτική επικράτηση, που επισφράγισε την πορεία προς το όνειρο.

Αυτό ήταν για φέτος, Survivor ήταν και πέρασε, από του χρόνου πάλι. Ό,τι ταυτιστήκατε, ταυτιστήκατε. Λίγο ή πολύ, καλό θα ήταν να ψάξετε σε ποια σημεία “είδατε” τον εαυτό σας μέσα σε αυτό και να κρίνετε αν σας αρέσει ή όχι. Κλείνοντας, επισημαίνω ότι το παρόν κείμενο αντανακλά αυστηρά τις προσωπικές μου απόψεις και μόνο, και σε καμία περίπτωση δεν αντιπροσωπεύει το σύνολο των συντακτών της σελίδας.

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΝΑΚΟΣ