Σημεία στίξης, μικρά σύμβολα απαραίτητα στον γραπτό λόγο για την σωστή ανάγνωση ενός κειμένου. Κάπως έτσι ίσως να μας τα σύστηνε ένας φιλόλογος και στη συνέχεια θα ξεκινούσε να μας αναλύει τους κανόνες που τα διέπουν. Γιατί πανέμορφη η γλώσσα μας, αλλά τίγκα στους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες. Κανόνες που τη καθιστούν εκτός από πλούσια και άκρως δύσκολη. Ρώτα και τη μαμά μου που σαράντα χρόνια τώρα, ακόμα αναρωτιέται, τι τα θέλουμε τόσα “ι”.

Πριν προχωρήσω λοιπόν παρακάτω να ξεκαθαρίσω το εξής. Κουμπούρας ήμουν στα φιλολογικά. Μεγάλος κουμπούρας σου λέω. Μόνο ένα μάθημα μ άρεσε από τα λεγόμενα της θεωρητικής κατεύθυνσης και αυτό ήταν η λογοτεχνία. Διότι άλλο φιλόλογος και άλλο λογοτέχνης. Ο ένας είναι ο χειρούργος του λόγου και ο δεύτερος ο εραστής. Ο χειρούργος ξέρει με ακρίβεια κάθε ανατομική λεπτομέρεια και με λεπτές κινήσεις καταφέρνει και γιατρεύει ακόμα και τα πιο αδιόρθωτα κείμενα. Ο δεύτερος τώρα, στις περισσότερες περιπτώσεις, έχει χεσμένους τους κανόνες, ακόμα και αν τους κατέχει. Διαισθητικά καθαρά, χαρτογραφεί την ανατομία ενός κειμένου και σταλάζοντας το απόσταγμα της ψυχής του μέσα από λέξεις και προτάσεις προσπαθεί να φτιάξει εικόνες και συναισθήματα. Άλλοτε χωρίς τόνους, άλλοτε χωρίς σημεία στίξης , άλλοτε χωρίς καν σωστή ορθογραφία. Ευλογημένοι βέβαια αυτοί που είναι και τα δύο, και φιλόλογοι και λογοτέχνες. Αν και μεταξύ μας λιγάκι σπάνιο ο πιστός σύζυγος να είναι ταυτόχρονα και ο φλογερός παράνομος εραστής. Γι’αυτό και πιστεύω πως οι επιμελητές λογοτεχνικών κειμένων είναι οι αφανείς ήρωες πίσω από τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα. Γιατί ωραίο το απόσταγμα της ψυχής δεν λέω, αλλά αν το σερβίρεις μέσα σε βρώμικο ποτήρι κανένας δεν θα θελήσει να το δοκιμάσει.

Εγώ φυσικά δεν αξιώνομαι τίποτα από τα παραπάνω. Φιλόλογος δεν είμαι επ’ ουδενί και λογοτέχνης ελπίζω να γίνω όταν μεγαλώσω (γελάστε ελεύθερα!). Η προσέγγιση μου όμως ως προς τον γραπτό λόγο έχει περισσότερο λογοτεχνική χροιά και λιγότερο φιλολογική. Να το θυμάσαι αυτό και να μου δίνεις άφεση για τυχόν ατοπήματα.

Ένας λοιπόν από τους βραχνάδες όλων εμάς που γράφουμε, είναι αυτά τα ρημάδια σημεία στίξης. Τα αγαπάμε, τα χρειαζόμαστε, τα ξεχνάμε καμιά φορά από βιασύνη ή τα χρησιμοποιούμε σε πλεονασμό από παρόρμηση. Το βασικότερο όμως είναι πως έχουμε δικούς μας άγραφους κανόνες για το πως λειτουργούν (αγαπητέ φιλόλογε αναγνώστη μην πάθεις εγκεφαλικό σε παρακαλώ).

Ας δούμε όμως ένα παράδειγμα.

“Σ’ αγαπώ.”
Το σ’ αγαπώ τελεία , είναι ένα σ αγαπώ αδιαπραγμάτευτο. Ένα σ’ αγαπώ που δεν έχει τίποτα να αποδείξει σε κανέναν, ούτε καν στον ίδιο του τον εαυτό. Ένα σ αγαπώ που στέκεται ολομόναχο , άρτιο και περήφανο. Ένα σ αγαπώ που συνήθως απαντάτε σε πολύ λίγες ανθρώπινες σχέσεις, ίσως και μόνο σε μια. Αυτό το σ αγαπώ είναι το σ αγαπώ της μάνας προς το παιδί της αν με ρωτάς.

“Σ’ αγαπώ!”
Το σ’ αγαπώ θαυμαστικό , είναι το φασαριόζικο σ’ αγαπώ. Ένα σ’ αγαπώ που θέλει να ακουστεί. Ένα σ’ αγαπώ που φοβάται κομματάκι πως ο παραλήπτης του θα το αμφισβητήσει. Ένα σ’ αγαπώ που θέλει να επιβληθεί. Αυτό το σ’ αγαπώ είναι συνήθως το σ’ αγαπώ των παθιασμένων εραστών.

“Σ’ αγαπώ;”
Το σ’ αγαπώ ερωτηματικό είναι ίσως το πιο έντιμο απ’ όλα τα σ’ αγαπώ. Μέσα στην πλήρη αμφισβήτηση του εαυτού του , δειλό και τρομαγμένο ψάχνει να βρει την αλήθεια του. Είναι γόνιμο, είναι παρεξηγημένο, είναι αυτό το σ ‘ αγαπώ που ρωτάμε καθημερινά τον εαυτό μας και που μόνο όταν βρούμε την απάντηση μπορούμε να είμαστε ευτυχισμένοι.

“Σ’ αγαπώ,”
Το σ’ αγαπώ κόμμα είναι το πιο ύπουλο. Να το φοβάσαι όταν το συναντάς τόσο σε κείμενο όσο και στη ζωή . Συνήθως θα ακολουθήσει δευτερεύουσα αιτιολογική πρόταση ή ακόμα χειρότερα δευτερεύουσα εναντιωματική πρόταση. Είναι το σ’ αγαπώ με προϋποθέσεις που ενώ όλοι το αντιπαθούμε οικτρά, είναι και το πιο συχνό.

Και τέλος “Σ’ αγαπώ…”
Το σ’ αγαπώ αποσιωπητικά είναι το σ’ αγαπώ που κρύβει μέσα του χιλιάδες λέξεις. Είναι εκείνο το σ ‘ αγαπώ που δεν ειπώθηκε ποτέ, που βγήκε σαν λυγμός, που έκρυψε παράπονο, πόθο, λαχτάρα, απελπισία και τόσα τόσα ακόμα. Είναι αυτό το σ ‘αγαπώ που όταν το δείτε γραμμένο να ξέρετε πως αυτός που το έγραψε δεν θα τον έφταναν ποτέ οι 500-800 λέξεις να το αναλύσει. Είναι αυτό το σ αγαπώ που απλά δεν μπορεί να χωρέσει πουθενά, πόσο μάλλον σε πέντε γράμματα.

Γιατί τα αποσιωπητικά, που τόσο ενοχλούν στα κείμενα και που τόσο αγαπάμε εμείς που γράφουμε, είναι να ξέρεις το πιο πολύτιμο εργαλείο μας. Είναι αυτά που εμφανίζονται όταν το συναίσθημα φοβόμαστε ότι θα μας καταπιεί. Είναι εκείνα που σου πετάμε στο χαρτί για να τελειώσεις εσύ την πρόταση όπως γουστάρεις, κάνοντας σε μέτοχο και κοινωνό αυτής της αμφίδρομης διαδικασίας του γράφω και διαβάζομαι. Άνθρωποι βρίσκονται πίσω από τις λέξεις, μην το ξεχνάς. Άνθρωποι αδύναμοι, άνθρωποι τρωτοί, άνθρωποι σαν εσένα που διαβάζεις. Άνθρωποι που προσπαθούν να παίξουν με το μυαλό σου ενώ στύβουν και ματώνουν το δικό τους.

Τώρα λοιπόν που ξέρεις τι είναι όλες αυτές οι εκνευριστικές τελείες που συναντάς στα κείμενα μας (και που αν δεν υπήρχε η σύνεση της αρχισυντάκτριας μας θα ήταν ακόμα περισσότερες ), ελπίζω να μας συγχώρεσες. Δεν είναι απλές αδικαιολόγητες παύσεις. Είναι αναστενάγματα της ψυχής μας…