Κάθε μα κάθε μέρα, θα ακούσω τουλάχιστον μια φορά μια ατάκα που αφορά την ιστορία της Ελλάδος.<<Εμείς δώσαμε τα φώτα του Πολιτισμού στην Δύση>>, <<Όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες (πάντα στον πληθυντικό αριθμό) , αυτοί έτρωγαν βολβούς>> και φυσικά το κορυφαίο <<Θα έπρεπε να μας πληρώνουν για κάθε ελληνική λέξη που χρησιμοποιούν, έχεις διαβάσει τον λόγο του Ζολώτα;>>. (Παρεμπιπτόντως αν δεν τον έχετε διαβάσει κάντε μια αναζήτηση στο διαδίκτυο να του ρίξετε μια ματιά.)

Και αναρωτιέμαι λοιπόν , αφού έχουμε τόσο δυνατό dna, τι στο καλό πήγε στραβά; Γιατί σήμερα δεν μπορούμε όχι μόνο να μεγαλουργήσουμε δημιουργώντας, αλλά ούτε καν να συντηρήσουμε αυτά που έχουμε. Πολλές φορές αποφασίζω να δημιουργήσω εγώ, να κάτσω να σκεφτώ , να στύψω το μυαλό μου και να γεννήσω μια καινούρια Ιδέα, τόσο πρωτοποριακή που όλος ο κόσμος θα θαυμάζει την ελληνική μου εφευρετικότητα. Πως ο Πυθαγόρας σκέφτηκε το Πυθαγόρειο Θεώρημα, και ο Αρχιμήδης την άνωση. Ε, κάτι θα πρέπει να μπορώ να σκεφτώ κι εγώ.

Όμως λίγο η κούραση από την δουλειά, λίγο το άγχος για τις καθημερινές υποχρεώσεις του σπιτιού, λίγο που πρέπει να πεταχτώ στο σούπερ μάρκετ και στο συνεργείο για το αυτοκίνητο, έρχεται το βράδυ και με βρίσκει στον καναπέ, να κοιτάζω σαν ζόμπι την τηλεόραση, χωρίς ουσιαστικά να παρακολουθώ τίποτα συγκεκριμένο, σε μια άκαρπη προσπάθεια να ξεκουράσω τόσο το κορμί όσο και κυρίως το μυαλό μου. Οπότε οι μέρες περνούν και δεν βρίσκω χρόνο να αφιερώσω στην αυτή την υπέρλαμπρη ιδέα που θα βάλει την Ελλάδα πάλι μέσα στο παιχνίδι της Ιστορίας.

Ένα βράδυ λοιπόν σκέφτηκα ότι το λογικό θα ήταν να διδαχτώ από τους προγόνους μου. Αν κατανοούσα τον τρόπο σκέψης τους, ίσως ακολουθούσα το μονοπάτι της έμπνευσής τους. Δεν μπορεί. Κάποιο μυστικό θα υπήρχε κι εγώ το μόνο που είχα να κάνω ήταν να το βρω. Ξεκίνησα λοιπόν να βρω τι κάνουμε λάθος οι σύγχρονοι Έλληνες και δεν μπορούμε να φτάσουμε ούτε στο μικρό τους δακτυλάκι τους αρχαίους ημών προγόνους.

Ας μεταφερθούμε για λίγο στην Αρχαία Ελλάδα. Και πιο συγκεκριμένα στην Αρχαία Αθήνα. Την πόλη που γέννησε την Δημοκρατία και έχτισε τον Παρθενώνα. Ωραία! Τι έκαναν στην καθημερινότητά τους οι Αθηναίοι; Βασικά δεν έκαναν τίποτα. Περιφερόντουσαν όλη μέρα μες στην πόλη, από την Αγορά στην Πνύκα και τούμπαλιν. Τις γυναίκες τους τις είχαν κλεισμένες στο σπίτι, να μεγαλώνουν τα παιδιά τους, και είχαν τους δούλους να κάνουν τις χειρωνακτικές εργασίες και τους μέτοικους για τα υπόλοιπα. Οι Αθηναίοι δεν διανοούνταν να κάνουν οποιαδήποτε εργασία, για αυτό το λόγο άλλωστε άφηναν και μακριά νύχια προς απόδειξη τούτου. Και φυσικά υπήρχαν τα συμπόσια. Όπου άντρες ξαπλωμένοι σε ανάκλιντρα έπιναν το νερωμένο κρασί τους και αερολογούσαν επί ώρες. Εκεί λοιπόν μεταξύ ξάπλας και οινοποσίας γεννιόντουσαν οι μεγαλύτερες ιδέες. Η πόλη μεγάλωνε , δυνάμωνε, θέριευε και όλο και περισσότεροι δούλοι και μέτοικοι υπηρετούσαν τους Αθηναίους, οι οποίοι γεννούσαν όλο και περισσότερες ιδέες ξαπλωμένοι, τρώγοντας και πίνοντας.

Ακολουθώντας το μονοπάτι της αντίστροφης συλλογιστικής μου, εύκολα καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι η λύση στο πρόβλημά μου είναι απλή. Αρκεί με κάποιο τρόπο που δεν έχω σκεφτεί ακόμα, δεν βρήκα χρόνο για αυτό, να λύσω το θέμα της καθημερινής επιβίωσης, να μην χρειάζεται να δουλεύω ώστε να έχω άπλετο χρόνο να σκεφτώ χωρίς άγχος. Βέβαια θα πρέπει όλα τα παραπάνω να ισχύουν και με μπίρα, αφού το κρασί με πειράζει στο στομάχι, αλλά ελπίζω αυτό να είναι μια λεπτομέρεια που δεν θα σταθεί εμπόδιο στο σχέδιό μου. Ας τσουγκρίσουμε λοιπόν όλοι τα ποτήρια μας για μια καλύτερη Ελλάδα.