Ήταν από εκείνους τους έρωτες που δε ξεκίνησε όπως οι συνηθισμένοι, θα μπορούσε να θεωρηθεί και προξενιό, όχι όμως με την τόσο παλιομοδίτικη έννοια της λέξης. Όλα ξεκίνησαν με μία συνάντηση γνωριμίας κάπου στις αρχές Δεκέμβρη, έτσι μωρέ, να κάνουμε λίγη παρέα, να πάμε για κάνα καφέ. Η πρώτη συνάντηση ήταν χλιαρή, αλλά «κανείς δεν έχασε μ’ έναν φίλο επιπλέον», οπότε μετά από λίγες μέρες κανονίστηκε το επόμενο ραντεβού, στο ίδιο χαλαρό μοτίβο. Δεν θυμάμαι ποια μέρα ακριβώς άρχισε να αλλάζει αυτό, αλλά ήταν σύντομα, κάπου εκεί στις γιορτές, όπου οι βόλτες στο κέντρο της Αθήνας ήταν πιο γλυκές, πιο ζεστές και μάλλον δεν οφειλόταν στο χριστουγεννιάτικο στολισμό!!!

Δεν ήταν ο άντρας που σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό, ωστόσο είχε τη δική του ομορφιά, αυτήν τη ζεστασιά στα μάτια, αυτήν τη στοργή στα χέρια και μια ψυχούλα μάλαμα. Ο θεός Έρωτας ήδη με σημάδευε με τα βέλη του και ήταν θέμα ημερών να βρουν τον στόχο τους. Ό,τι πιο κοντά στο τέλειο, τρυφερός, στοργικός, αγάπη ντόμπρα, χωρίς δεύτερες σκέψεις!!! Κάθε μου «θέλω» γινόταν πριν το ζητήσω, έφτανε μόνο να κοιταχτούμε στα μάτια και ξέραμε τι θέλαμε. Κι εκείνη τι βραδιά εκείνος ήξερε πολύ καλά τι ήθελε να μου πει. Χειμώνας ακόμη, αλλά από αυτές τις γλυκιές βραδιές που σου μαρτυρούν ότι όπου να ‘ναι θα έρθει η άνοιξη, στη διαδρομή προς Βαρυμπόμπη. Έξω σκοτάδι, που μόνο τα φώτα του αυτοκινήτου το «έσπαζαν», στο cd player έπαιζε το «HEY YOU» των Pink Floyd κι εμείς σιωπηλοί, από τις λίγες φορές που δε συζητούσαμε κάτι. Ξαφνικά, με φωνή σταθερή και ύφος απόλυτα φυσιολογικό, μου ζητάει να τον παντρευτώ. Όχι εκείνη τη στιγμή, όχι εκείνον τον καιρό, ήμουν μικρή, ήμουν «μωρό», αλλά ήθελε να είμαι επίσημα δική του. Όχι ξεπέτα, όχι για πλάκα, τίποτα για εκείνον δεν ήταν στη πλάκα. Δέχθηκα, ήξερα ότι ήταν το άλλο μου μισό, ο πρίγκηπας στο δικό μου παραμύθι, ένας άγγελος πάνω σ΄ αυτήν τη γη. Κι αφού συνωμοτήσαμε, αποφασίσαμε να το κρατήσουμε κρυφό απ΄ όλους, μέχρι εκείνη τη μέρα.

Αχ αυτή η μέρα!!! Μέρα χαράς, αλλά και συγκίνησης, σίγουρα όμως απόλυτης ευτυχίας!!!
Το καλοκαίρι έχει ξεκινήσει, τα σχέδια για διακοπές πέφτουν πάνω στο τραπέζι κι όλα κυλούν ονειρεμένα, ώσπου ένα πρωί χτυπάει το τηλέφωνο. Ήταν «κάπως» ο ήχος αυτής της κλήσης και η ανησυχία απλώθηκε γρήγορα στην ατμόσφαιρα. «Έλα γρήγορα, είναι στο νοσοκομείο, δεν ξυπνάει, δεν ξέρω τίποτε άλλο». Τα λόγια αντίλαλος στα αυτιά μου και η διαδρομή ατέλειωτη, δεν άκουγα τίποτα, δεν έβλεπα τίποτα, το μόνο που ήθελα ήταν να φτάσω γρήγορα, πολύ γρήγορα και να του βάλω τις φωνές που μας τρόμαξε. Και να γελάγαμε αγκαλιά, όπως ακριβώς το προηγούμενο βράδυ, που με χαιρέτησε μ΄ ένα φιλί κι ένα «θα τα πούμε αύριο, καληνύχτα». Όμως δεν μου έδωσε την ευκαιρία ούτε να τον αποχαιρετήσω, είχε ήδη «φύγει» μόνος του τόσο απλά, σαν να κοιμόταν! Μα, αφού κοιμόταν….

«Ξύπνα, σήκω πάνω»! Είπες ότι δεν θα μ΄αφήσεις ποτέ, και ήταν το πρώτο και μοναδικό σου ψέμα! Όλα σκοτείνιασαν, όλα άλλαξαν σ΄ένα λεπτό, σε μια καταραμένη στιγμή. Ο πόνος βουβός, τα μάτια πλημμυρισμένα, η καρδιά κομμάτια κι αυτός ο κόμπος στο λαιμό, δεν μ΄αφήνει να πάρω ανάσα! Και ξημέρωσε η πιο δύσκολη μέρα, η μέρα του αποχαιρετισμού… Η απόφαση είχε ληφθεί, δεν γινόταν να φορέσω μαύρα πλάι σου. Θα φορέσω λευκά! Όχι νυφικό, αφού κάποιος μας τα χάλασε, αλλά λευκά. Έτσι κι έγινε. Στάθηκα δίπλα σου και σε κοιτούσα ντυμένο γαμπρό, σ΄έναν σχεδόν γάμο, με στολισμούς και μπομπονιέρες και λουλούδια, πολλά λουλούδια!

Ο χρόνος γι΄ αρκετό καιρό είχε σταματήσει σ΄ εκείνη τη μέρα που σε είδα για τελευταία φορά, που σε φίλησα για τελευταία φορά, που όλα έγιναν για τελευταία φορά.
Το ξέρω, η ζωή συνεχίζεται, έτσι γίνεται, έτσι πρέπει! Αλλά ο κόσμος είναι φτωχότερος χωρίς εσένα κι εγώ σίγουρα έθαψα ένα κομμάτι του εαυτού μου εκείνη τη μέρα, δίπλα σου!

Πριν λίγες μέρες συμπληρώθηκαν 16 χρόνια από εκείνη τη μέρα της ξαφνικής φυγής σου. Και πονάει ακόμα, θα πονάει για πολλά χρόνια ακόμα…!

 

Κατερίνα Μωυσιάδη