Αυτός έχει χαθεί εδώ και μια βδομάδα και αυτή από τότε δεν έχει κλείσει μάτι. Ήταν η αγάπη της, ήταν η ζωή της. Ανέπνεε γι’ αυτόν, ζούσε γι’ αυτόν, ξυπνούσε και κοιμόταν γι’ αυτόν, και τώρα; Τώρα δεν μπορεί να κοιμηθεί.
Χάθηκε ημέρα Τετάρτη. Στην αρχή θύμωσε, τον έψαξε. Σκέφτηκε ότι την παράτησε. Εξοργίστηκε που δεν της είπε πού πάει, με ποιον… ή μήπως με ποια; Δεν είναι σίγουρη. Έτσι έγινε όντως;
«Ω θεέ μου, αυτή η αϋπνία θα με εξοντώσει! Λίγο ύπνο ζητάω μόνο!».

Αλήθεια έλεγε. Μόνο ύπνο ζητούσε. Ήταν ήδη Τρίτη και αυτή δεν είχε κλείσει μάτι. Στην αρχή από την αγωνία της, ύστερα από τον φόβο της, μετά από την θλίψη της… από το βαθύ πένθος της. Η αϋπνία άρχισε να την καταβάλει. Να την καταναλώνει. «Έτσι έγιναν όλα, όντως;» Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή, Δευτέρα…και τώρα πάλι Τρίτη. Βράδυ. Μεσάνυχτα. Ξημερώματα Τετάρτης. Έξι μέρες χωρίς ύπνο. Έξι μέρες που κλείνει τα μάτια της και βλέπει μόνο εφιάλτες. Ίσως και να κοιμήθηκε μερικά λεπτά τώρα που το σκέφτεται. Ίσως και να έκλεισε λίγο τα μάτια της, πριν πεταχτεί ξανά όρθια κλαίγοντας.

Είναι ξαπλωμένη και προσπαθεί να κοιμηθεί. Θυμάται μια βδομάδα πριν. Τετάρτη. Πριν αυτός χαθεί. Θυμάται ότι ξυπνήσαν μαζί. Σε αυτό, το ίδιο κρεβάτι. Θυμάται ότι την φίλησε τρυφερά και σηκώθηκε να ετοιμαστεί για την δουλειά. Σηκώθηκε κι αυτή. Την πείραξε μέσα στο μπάνιο και αυτή γέλασε. Μα γιατί χάθηκε; Όλα ήταν τόσο καλά! Τόσο όμορφα… Όλοι τους έλεγαν πως είναι γεννημένοι για να είναι μαζί. Όμως τώρα αυτή είναι μόνη. Στο κρεβάτι τους. Σκέφτηκε το χαμόγελο του. Σκέφτηκε τα μάτια του. Μια ζεστασιά την τύλιξε. Γύρισε το κεφάλι της προς την μεριά του, στο μαξιλάρι του και τον είδε! Τον είδε εκεί δίπλα της! Ζωντανό! Να της χαμογελάει! Άγγιξε το στήθος του στο μέρος της καρδιάς. Να νιώσει τους παλμούς του. Ήθελε να σιγουρευτεί ότι είναι εκεί. Δίπλα της. Τον άγγιξε κι αυτός πάγωσε. Το ζεστό του σώμα έγινε κρύο σαν μάρμαρο. Το όμορφο κεφάλι του εξαφανίστηκε. Μια φριχτή πληγή που αιμορραγούσε φάνηκε εκεί που θα έπρεπε να είναι ο λαιμός του. Μια ακόμα στο μέρος τη καρδιάς που άγγιξε. Ένα ακέφαλο σώμα, βουτηγμένο στο αίμα πήρε την θέση του δίπλα της. Πετάχτηκε πάνω τσιρίζοντας άλλο ένα βράδυ. Πετάχτηκε πάνω λουσμένη στον κρύο ιδρώτα. Με μάτια κόκκινα, πρησμένα και έναν φόβο που σχεδόν μπορείς να αγγίξεις.
«Γαμημένη αϋπνία!»

Παίζει με το μυαλό της εδώ και μια βδομάδα. Την κάνει να βλέπει πράγματα που δεν συνέβησαν. Συνέβησαν; Όλα είναι θολά. Όλα είναι μπερδεμένα. Όταν έχεις να κοιμηθείς έξι μέρες είναι σαν να είσαι βαριά μεθυσμένος. Σαν να ζεις σε όνειρο και στην πραγματικότητα ταυτόχρονα. Είναι λες και το μυαλό σου προσπαθεί να ονειρευτεί με το ζόρι. Ακόμα και αν τα μάτια σου είναι ορθάνοιχτα. Ακόμα κι αν είσαι στο μπάνιο μπροστά στον καθρέφτη όπως αυτή τώρα και προσπαθείς να ρίξεις λίγο νερό στο πρόσωπο σου να συνέλθεις. Τότε το νερό θα μοιάζει με αίμα. Όπως μοιάζει τώρα σ ‘αυτήν. Μα δεν είναι δυνατόν! Το νερό μοιάζει με αίμα!

«Ξύπνα!» Διατάζει τον εαυτό της. «Κοιμάσαι όρθια και βλέπεις μαλακίες!»

Κοιτιέται στον καθρέφτη. Τα χέρια της είναι κόκκινα. Το πρόσωπο της επίσης. Ο νιπτήρας ξέχειλος με κόκκινο, πηχτό αίμα. Φοβάται. Αηδιάζει. Κάνει εμετό στην λεκάνη δίπλα. Μένει μερικές στιγμές εκεί, κάτω στο πάτωμα του μπάνιου, κουλουριασμένη. Η αϋπνία την βασανίζει. Βλέπει μόνο εφιάλτες. Παίζει με την ψυχή της πλέον. Μαζεύει τις δυνάμεις της και σηκώνεται. Κοιτιέται στον καθρέφτη και είναι εντάξει. Καθαρή. Είναι εντάξει; Δεν ξέρει. Η αϋπνία δεν την αφήνει να αποφασίσει. Κανονικά θα έπρεπε να πάρει χάπια. Θα έπρεπε να πάρει υπνωτικά. Ο γιατρός της δηλαδή, έτσι θα της έλεγε. Ήταν σίγουρη. Αυτή όμως δεν ήθελε χάπια ξανά. Ήθελε αυτόν. Αυτόν και μόνο. Αυτόν που όταν της χαμογελούσε περνούσαν όλα και η ζωή της ήταν μόνο όμορφη. Αυτόν που κούρνιαζε δίπλα του τα βράδια και κοιμόταν στα σύννεφα. Περπάτησε προς την κουζίνα σκεπτόμενη εκείνο το απόγευμα, μια βδομάδα πριν. Γιατί; Γιατί την τελευταία φορά που τον είδε πριν χαθεί να ήταν αυτή; Μάλωσαν. Μάλωσαν άσχημα. Μάλωσαν πολύ. Αυτή ζήλευε. Είδε κάτι στο κινητό του και αρρώστησε. Αυτός προσπαθούσε να την πείσει ότι τίποτα δεν συνέβη. «Είσαι τρελή!» της είπε και αυτή θόλωσε! Άρχισε να τον χτυπάει στο στήθος με τα χέρια της και να τον βρίζει. Την απείλησε ότι θα φύγει. Ότι θα πάει στην πόλη που μένει και η μάνα του. Ότι θα την αφήσει εδώ μόνη της κι αυτή ένιωσε σαν να την σχίζουν στα δυο. Μετά αυτός χάθηκε. Κι αυτή έμεινε εδώ. Μισή. Να κοιτάει την καρέκλα του απέναντι. Τον είδε. Τον είδε να της χαμογελάει. Τα μάτια της αρχίσαν να αναβλύζουν δάκρυα. Ήταν απέναντι της στην κουζίνα και την κοιτούσε, με το παιχνιδιάρικο βλέμμα του και το στραβό του χαμόγελο. Η καρδιά της ήταν έτοιμη να σπάσει. ΖΕΙ!

«Μην με ξαναφήσεις μόνη…», του ψιθύρισε.
«Δεν θα σ’αφήσω ξανά ποτέ!», της απάντησε.

Σηκώθηκε να τον αγκαλιάσει και όλα σκοτείνιασαν. Αυτός εξαφανίστηκε! Έψαξε να βρει τις τετράγωνες πλάτες του μέσα στο χώρο και δεν ήταν πουθενά. Κοίταξε καλύτερα και είδε πάνω στην καρέκλα που καθόταν αυτός, ένα κεφάλι. Ένα απαίσιο κεφάλι με τα χαρακτηριστικά του να μην διαφαίνονται από το αίμα με το οποίο ήταν καλυμμένο. Είχε μάτια; Δεν είναι σίγουρη. Μπορεί και να μην είχε. Μα τι κάνει; Κάθεται κοιτάει το κεφάλι; Η αϋπνία παίζει πάλι με το μυαλό και τα νευρά της. Μα τι έχει πάθει επιτέλους; Το κεφάλι είναι ακόμα εκεί. Νομίζει της χαμογελάει. Τώρα καταλαβαίνει ότι δεν έχει μάτια. Κάνει εμετό στο πάτωμα και το κεφάλι την κοιτάει χαμογελώντας με δυο τρύπες να χάσκουν στο μέρος των ματιών. Ο οργανισμός της δεν αντέχει άλλο. Κλαίει. Καταρρέει. Τι συμβαίνει; Η αϋπνία αρχίζει να κάνει τα συμπτώματα της σωματικά. Την νικάει. Πέφτει στα γόνατα. Δεν μπορεί να σηκωθεί. Σωριάζεται και τα μάτια της κλείνουν. «Επιτέλους!» σκέφτεται «θα κοιμηθώ!».

Την Τετάρτη το μεσημέρι την βρήκε η αστυνομία και οι διασώστες, ακόμα πεσμένη στο πάτωμα της κουζίνας. Ήταν καλυμμένη ολόκληρη με αίμα.
«Είναι ζωντανή;» ρώτησε ο αστυνομικός.
«Δεν έχει τραύματα. Όλο αυτό το αίμα δεν είναι δικό της. Φαίνεται σαν αναίσθητη…» απάντησε ο ιατροδικαστής δίπλα του.
«Πάρτε την από δω για να φέρουμε την σήμανση!» διέταξε ο αξιωματικός του ανθρωποκτονιών, τον αστυνομικό. «Το σπίτι είναι τόπος ανθρωποκτονίας. Καλά που μας ειδοποίησε για την εξαφάνιση, η μητέρα του θύματος. Απ’ ό,τι φαίνεται τον σκότωσε η σύντροφος του. Δεν υπάρχουν πουθενά σημάδια διάρρηξης.»

Ο αστυνομικός υπάκουσε. Τα χέρια της ήταν δεμένα με χειροπέδες και περασμένα στο σίδερο του φορείου που την πήγαινε προς το ασθενοφόρο. Κοιμόταν. Και έβλεπε αυτόν. Ήταν μαζί. Αγκαλιά. Χαμογέλασε. Ο αστυνομικός είδε το ματωμένο χαμόγελο και ένα ρίγος διαπέρασε την ραχοκοκαλιά του.