Έχω μια συνέντευξη για δουλειά σε ένα σπίτι στα Βόρεια Προάστια. Μια ταπεινή babysitter που ψάχνει τρόπο να μπει στα μεγάλα σαλόνια!
Ναι, κάτσε λίγο γιατί έκλαψα!
Για τα λεφτά το κάνεις, ποτανάκι. Δεν είναι κακό να το παραδεχτείς! Διάβασα την αγγελία “ζητείται κοπέλα 25-28 ετών με αγάπη για τα παιδιά εως ενισχυτική διδασκαλία παιδιού Α’ Δημοτικού” και πήρα τηλέφωνο.

Φεύγω από το ένδοξο Περιστέρι για ν’ ανέβω στην πανέμορφη Κηφησιά. Μετά από 184 δέντρα και 76 τζιπ βρίσκω το σπίτι. Βασικά βρίσκω μια πόρτα που κρύβει και τον ήλιο κι από κάτι μικρές τρύπες διακρίνω έναν πύργο. Αιστοδιάλο θα γίνω πριγκίπισσα!

Με πλησιάζει ένας κύριος, λίγο επιθετικός, και μου χτυπάει το τζάμι… “θέλετε κάτι;”. Ναι, να ζήσω, αλλά το προσπερνώ και προσπαθώ να πιάσω feeling αθώα-κοπέλα-χάθηκε-στα-βουνά. Άκυρο! “Ε, ναι έχω ραντεβού για μια συνέντευξη!”. Δεν απαντάει. Λέει κάτι σ’ έναν ασύρματο και ανοίγει η πύλη. Που να ήξερα ότι ήταν της κολάσεως…

Ανοίγει την πόρτα το υπηρετικό προσωπικό. “Το μαντάμ είναι σαλόνι!”. Που θα ήταν το μαντάμ; Στα χωράφια; Κουνάω το κεφάλι μου και κατευθύνομαι στο σαλόνι. Πρέπει να περπατούσα κανένα πεντάλεπτο μέχρι να βγω στο ΟΑΚΑ. Α, όχι το σαλόνι είναι. Μια τρομακτική κυρία έκανε την εμφάνισή της και μου χαμογέλασε. “Είστε η κοπέλα για την αγγελία;” “Μα-μάλιστα!” “Καθίστε!”.
Κάθομαι κι εγώ, η κακομοίρα!

“Θα πιείτε κάτι;” “Ένα νεράκι!” “Τι νεράκι;”. Ερώτηση παγίδα! Εκεί κάνεις τον σταυρό σου και προσεύχεσαι σε όποιο Θεό πιστεύεις. “Ένα ποτήρι νερό βρύσης θα ήθελα!”. Λάθος απάντηση! Η τρομακτική κυρία έγινε πιο τρομακτική όταν στράβωσε λίγο το στόμα της. “Εμείς δεν έχουμε νερό βρύσης. Έχουμε νορβηγικό, γαλλικό, ελβετικό κι από τα νησιά Fiji”.
Χαιρέτα μου τον πλάτανο μωρή! Είχες και στο χωριό σου νορβηγικό νερό να πούμε! Συγκρατείς τον οχετό και λες “ένα νορβηγικό αν είναι εύκολο!”. Το χρώμα της επανήλθε στο φυσιολογικό.

Ας μιλήσουμε για business…
“Θέλω μια κοπέλα να φροντίζει, να διαβάζει και να απασχολεί το αγγελούδι μου κάθε μέρα. Ένα εξάωρο είναι καλά. Αν και θα με πιέζει ο χρόνος πιστεύω πως είναι καλά. Εσείς πιστεύετε πως μπορείτε;”. Πρώτο εγκεφαλικό. Έξι ώρες τι θα κάνω με το πρωτάκι; Κι αυτή που σκατά θα ναι τόσες ώρες; Το προσπερνώ. “Ναι φυσικά!”.
“Υπέροχα! Θέλω να είστε εδώ στις 15:00. 15:15 θα έρχεται ο μικρός με το σχολικό. Θα τον παραλαμβάνετε. Θα τρώτε μέχρι τις 16:00 το αργότερο και μετά εκείνος θα κοιμάται μια ωρίτσα. Μετά θα τον ξυπνάτε, θα πηγαίνετε μια βόλτα με τον οδηγό ως την παιδική χαρά. Γύρω στις 19.00 θα γυρίζετε, θα διαβάζετε, θα κάνετε ένα μπάνιο, θα τον βάζετε για ύπνο και μετά μπορείτε να φύγετε!”.

Άχου! Δεν είναι καλά! Αυτά και να ήθελα δεν μπορώ να τα χωρέσω σε 6 ώρες. Επίσης, τι στον μπούτσο θα κάνω μια ώρα που κοιμάται; Τη ρώτησα. “Συγγνώμη, πολύ όμορφα όλα αυτά, αλλά εγώ τι θα κάνω μια ώρα που ο μικρός θα κοιμάται; Δε θα ήταν προτιμότερο να έρχομαι κατά τις 17:00 που θα ξυπνάει;”.
Σύσπαση μυών ανάμεσα από τα μάτια.

“Και ποιος κουκλίτσα μου θα τον προσέχει; Η Ντενίζ θα πρέπει να καθαρίζει. Εγώ έχω νύχια, μαλλιά, καφέ με τα κορίτσια, ψώνια και μασάζ. Δεν μπορώ να τα κάνω όλα! Θες να πεθάνει το παιδί μου στον ύπνο του και να μην υπάρχει κανένας εδώ να τον προσέχει; Δε σε είχα για τόσο ανεύθυνη! Αν είναι δυνατόν!”.

Δεν προλαβαίνω να απαντήσω και συνεχίζει…
“Κι αν ζητήσει κάτι, ποιος θα του το δώσει; Κι αν ανοίξει κατά λάθος τη βρύση και πιει νερό; Κι αν δεν κοιμηθεί και βαριέται να παίξει στο Playroom, τι θ’ απογίνει; Κι αν αποφασίσει να βουτήξει στην πισίνα ενώ έχει φάει; Κι αν θέλει να πάει να ψωνίσει κανένα παιχνιδάκι; Παιδάκι είναι! Χρειάζεται προσοχή!” (κλαίει).
Όχι, δεν είναι μέρος του σεναρίου. Όντως κλαίει ρε μαλάκα! Κλαίει!

Επιστρατεύω όποια σοβαρότητα μου έχει απομείνει, παίρνω απολογητικό ύφος και κάνω την ερώτηση κόλαφο. “Αφού ενημερώθηκα για όλα, μπορούμε να συζητήσουμε και το οικονομικό;”
“Ναι καλή μου. Είναι 200. Κοίτα, είμαστε λίγο στριμωγμένοι οικονομικά και δε βγαίνουμε για κάτι παραπάνω!”.
200 την εβδομάδα; Τέλειο ρε! 800 το μήνα. Ζωάρα!
“Το μήνα!”
Που να ναι ο τελευταίος σου μωρή πατσαβούρα! Μόνο τα αεροπορικά του νερού σου είναι 200 ευρώπουλα!

Έφυγα τρέχοντας και δεν κοίταξα πίσω. Ούτε την πισίνα, ούτε το γήπεδο τέννις, ούτε τα μικρά kart, ούτε τον κούκλο θυρωρό. Δεν κοίταξα πουθενά! Με 200 ευρώ ούτε τον ψυχοθεραπευτή μου δεν πληρώνω! Ας το καλό… Ας πιω ένα νεράκι βρύσης να στανιάρω!