«Άκαπνο! Και τα χαρτιά όλα ενημερωμένα. Είσαι σίγουρη; Είναι καλό όπλο.» τη ρώτησε ο αξιωματικός.
«Το ξέρω. Όμως όλα τα πράγματα έχουν αρχή και τέλος. Δεν το χρειάζομαι πια. Αρκετά.» Κοίταξε τη Beretta της και χαμογέλασε. Συντροφιά κάτω από το προσκεφάλι της για περίπου δεκαπέντε χρόνια. «Μπορώ να την κρατήσω λίγο;» ρώτησε τον αξιωματικό με τα μάτια της υγρά.
«Δεν υπάρχει λόγος να την επιστρέψεις αν δεν θέλεις. Έχεις τα πάντα στην εντέλεια, ακόμα και το σκοπευτικό σου δελτίο είναι επικαιροποιημένο. Περνάς ψυχίατρο κάθε εξάμηνο και σου ανανεώνεται η άδεια. Δεν υπάρχει λόγος.»
«Όχι. Μόνο για πέντε λεπτά.»
«Όπως θέλεις. Φυσικά.»
Ήταν καλοκαίρι του 1999 όταν έφερε το αεροβόλο πρώτη φορά στο σπίτι. «Κοίτα παιχνιδάκι που πήρα!» της είπε. Τον κοίταξε σαν να έβλεπε τρελό. «Πας με τα καλά σου, χριστιανέ μου; Τι το θες το σιδερικό;» «Να παίζω.». Και έπαιζε. Έπαιζαν. Έβγαιναν νύχτα και σημάδευαν από γλόμπους μέχρι ντενεκεδάκια και κάδους απορριμμάτων. Έκαναν κόντρες ποιος θα στοχεύσει καλύτερα. Έπαιζαν. Ανέβαινε η αδρεναλίνη τους όσο ο στόχος γινόταν δυσκολότερος και εκείνος την προκαλούσε όλο και περισσότερο. «Άντε στο νεροχύτη σου, κοριτσάκι. Αυτά δεν είναι για σένα. Πήγαινε να παίξεις με τις κούκλες σου.» Πείσμωνε. Άρπαζε το σιδερικό, όπως το έλεγε, και άρχιζε να σημαδεύει. Ήταν πολύ καλύτερη από εκείνον κι εκείνος το ήξερε και θύμωνε. Μπανγκ, μπανγκ, μπανγκ. Τρείς στις τρεις βολές.
Τρεις στις τρεις όπλιζαν το θυμό του. Τρεις στις τρεις προκαλούσαν την οργή του γιατί εκείνη, εκείνη που δεν ήξερε άλλο από το να τον θαυμάζει σα θεό της, τώρα καμάρωνε που τον κέρδιζε. Εξευτελισμός. Κοίτα την. Κοίτα το βλέμμα της. Γεμάτο έπαρση, αγέρωχο. Κομπάζει σαν να κατακτάει τον κόσμο. Πιάνει το όπλο και το στήνει σαν να είναι το δικό της παιχνίδι. Κι αυτό την υπακούει. Κάνει ό,τι το προστάζει. Τα χέρια της. Δες τα. Σταθερά. Με νεύρο. Δεν τρέμει. Μπανγκ, μπανγκ, μπανγκ.
Τον τελευταίο καιρό θύμωνε πολύ. Δεν έφταιγαν οι επιδόσεις της στη σκοποβολή. Άλλα έφταιγαν. Είχε πιάσει στον αέρα την αλλόκοτη συμπεριφορά του. Και ένα βράδυ επιβεβαιώθηκε περίτρανα για την ύπαρξη μιας άλλης γυναίκας. Τον άκουσε. «Σ’ αγαπάω. Μόνο εσένα. Θα τελειώνω από δω και θα είμαστε μαζί.» Τρεις στις τρεις. Μπανγκ, μπανγκ, μπανγκ. Μέσα της. Ομηρικός καβγάς. Εκστομίστηκαν κουβέντες σκληρές και από τους δύο. Μετά εκείνος ορκίστηκε ότι τέλειωσε η ιστορία και ότι ζει για εκείνη. Για λίγο.
Δεν θέλει πολύ το πέρασμα στην αντίπερα όχθη. Δεν θέλει πολύ να ξεστρατίσεις και να περάσεις στο λυκόφως. Φύσηξε την ανάσα της η κακιά η ώρα μέσα στο στόμα της και την έκανε να τρέμει. Το ένστικτο οδηγός σε κάθε βήμα για την επιβίωση. Η διαίσθηση αλάνθαστος συναγερμός να ειδοποιεί για τον εισβολέα που ερχόταν ακάθεκτος να καταλάβει κάθε σπιθαμή και να ακυρώσει κάθε αίσθηση ασφάλειας.
Εκείνο το βράδυ γύρισαν από τους άτυπους αγώνες σκοποβολής νωρίτερα απ’ ότι συνήθως. Χτύπησε το κινητό του και το πήρε και βγήκε στο μπαλκόνι. Μετά από πέντε λεπτά ξαναμπήκε στο σαλόνι και της είπε ότι προέκυψε δουλειά στο γραφείο. Κυριακή βράδυ, ώρα 10.30. Προέκυψε δουλειά σε ασφαλιστική εταιρεία και έπρεπε να πάει. Δεν άντεξε.
«Λες ψέματα.» του είπε κοφτά.
«Ορίστε;» την κοίταξε και το βλέμμα του άρχισε να σκοτεινιάζει.
«Λες ψέματα. Πηγαίνεις εκεί.»
«Ποιος λέει ψέματα, ρε μαλακισμένο;» την πλησίασε και την άρπαξε από την αλογοουρά. Σήκωσε το χέρι του και της έριξε μια σφαλιάρα στο πρόσωπο. Τον κλώτσησε στο καλάμι και γύρισε για να ανταποδώσει τη σφαλιάρα, όμως εκείνος την άρπαξε και την πέταξε πάνω στον τοίχο. Έβγαλε από το συρτάρι το αεροβόλο και της το κόλλησε στο μέτωπο. «Θα σου την ανάψω έτσι και με ξαναπείς ψεύτη.» Η καρδιά της κόντεψε να ξεκολλήσει. «Φύγε!» του είπε. «Φύγε και μην ξαναγυρίσεις!». Πήρε το όπλο και κλειδώθηκε στην τουαλέτα απειλώντας ότι θα τη σκοτώσει και θα αυτοκτονήσει. Εκείνη καθόταν παγωμένη μέσα στην κρεβατοκάμαρα. Δεν πίστευε αυτό που είχε μόλις συμβεί. Μάζεψε όση ψυχραιμία είχε και πήγε έξω από την πόρτα της τουαλέτας. «Σε παρακαλώ, βγες έξω. Συγγνώμη.» είπε δαγκώνοντας τα χείλη της εκατό φορές που έπρεπε να παίξει αυτό το θέατρο. Όμως έπρεπε να κερδίσει χρόνο. Βγήκε, πήρε το όπλο κι έφυγε και δεν επέστρεψε παρά το επόμενο απόγευμα.

Ο άνθρωπος είναι ικανός για τα πάντα, είτε όταν κυνηγάει το μεγάλο όνειρο είτε όταν τον κυνηγάει ο Φόβος. Εκεί το παιχνίδι σταματάει. Εκεί κατακλύζεται η ύπαρξη από την ανάγκη για επιβίωση. Μπανγκ, μπανγκ, μπανγκ. Τρεις στις τρεις.
Την άλλη μέρα το πρωί συνάντησε τον Νικηφόρο. Παλιός συμφοιτητής της αξιωματικός στην αστυνομία. Του εξήγησε όσα έγιναν το προηγούμενο βράδυ και ότι γινόταν το τελευταίο διάστημα και του ζήτησε βοήθεια. Το πρησμένο της πρόσωπο και το κολλάρο γύρω από τον λαιμό της δεν άφηναν και πολλά περιθώρια διαπραγμάτευσης. «Καταλαβαίνεις ότι είναι επικίνδυνο να έχεις ένα πραγματικό όπλο μέσα στο σπίτι με αυτόν εκεί; Μπορεί εύκολα να αλλάξει χέρια. Τόσα έχω δει.» Εκείνη επέμενε. «Θα κάνεις μαθήματα. Υπόσχεση. Δεν θα απασφαλίσεις. Δεν θα οπλίσεις.» «Υπόσχεση.» Μια βδομάδα μετά ο Νικηφόρος της έφερε ένα ρεβόλβερ. Το «κορίτσι» της. Μια Beretta. Τη ζώνονταν κάθε πρωί κάτω από τα ρούχα και το βράδυ την είχε κάτω από το κρεβάτι της. Μαθήματα σκοποβολής άρχισε αμέσως. Όχι για την ευστοχία τόσο, όσο για την πειθαρχία. Να μην το χρησιμοποιήσει.
Οι υποσχέσεις είναι για να αθετούνται. Πειθαρχία: η υπακοή σε κανόνες που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά και τη δράση των ατόμων ενός συνόλου και εξασφαλίζουν την τάξη. Απασφαλίζεις την υπόσχεση και εκπυρσοκροτεί ο κανόνας. Πειθαρχείς όταν υπακούς στον κανόνα της επιβίωσης.
«Τι κάνει, το γυναικάκι μου;» τη ρώτησε ένα απόγευμα. Από εκείνο το βράδυ κάθε φορά που την πλησίαζε πάγωνε ολόκληρη. «Φοβάσαι, κοτούλα μου;» άπλωσε το χέρι του και τράβηξε την αλογοουρά της κάνοντας τον αυχένα της να τρίξει σαν να έσπαγε για άλλη μια φορά. «Μη φοβάσαι. Όσο είσαι καλό κορίτσι όλα θα πάνε καλά. Δεν είναι καλύτερα χωρίς τις υστερίες σου; Ε;». «Δεν φοβάμαι. Γιατί να φοβηθώ, μωρό μου;». «Έτσι.» Ένιωσε το παγωμένο όπλο πάνω στο μπράτσο της να τη χαϊδεύει. Γύρισε όσο πιο ήρεμα μπορούσε. Αν πλησίαζε λίγο παραπάνω θα ακούμπαγε το «κορίτσι» της και τότε κανείς δεν ήξερε τι θα γινόταν. Χτύπησε το κινητό του. «Έλα. Καλά. Εδώ παίζουμε. Ναι, το βράδυ.» «Θα βγεις;» ρώτησε εκείνη. «Ό,τι θέλω θα κάνω. Ποιος ρωτάει;» της είπε και χαμογέλασε χαιρέκακα. «Αμάν, μια ερώτηση έκανα. Κόψε το λαιμό σου. Βαρέθηκα πια.» του είπε και πήγε να βγει από την κουζίνα. Την σταμάτησε στην πόρτα και της κούνησε το όπλο μπροστά στα μάτια. «Αντιμιλάς.» της είπε δεικτικά. Έβαλε ήρεμα το χέρι στην πλάτη της κι έβγαλε τη Beretta και του την κόλλησε στο στομάχι. «Καλά κάνω.» του είπε ψιθυριστά στο αυτί. Έκανε απότομα ένα βήμα πίσω και κοίταξε το μαύρο ρεβόλβερ που ήταν στραμμένο πάνω του. «Μπα; Πήρες παιχνιδάκι;» τη ρώτησε. «Όχι ακριβώς παιχνιδάκι.» του είπε. Πήγε να της το αρπάξει αλλά σήκωσε το χέρι που κράταγε το όπλο και τον χτύπησε στο σαγόνι. Ούρλιαξε από τον πόνο. «Τι έκανες, ρε μαλακισμένο; Θα σε τελειώσω.» Πήγε να την πιάσει αλλά του ξέφυγε. Γλίστρησε κι έπεσε κάτω. Τότε βρέθηκε από πάνω του και ακούμπησε το όπλο με σταθερό χέρι στο λαιμό του. Όπλισε. «Άκου, μαλάκα. Το παιχνιδάκι μου δεν είναι ακριβώς παιχνίδι. Την επόμενη φορά θα στην ανάψω και χέστηκα για τα υπόλοιπα. Τώρα θα σε αφήσω. Θα φύγω και όταν επιστρέψω θα έχεις πάρει δρόμο. Συνεννοηθήκαμε;»
Επέστρεψε μετά από δυο μέρες. Εκείνος είχε φύγει αφήνοντας πίσω του τα σημάδια της οργής που του προκάλεσε η επανάστασή της, το θράσος της να πάρει το πάνω χέρι και να τον κάνει να φαίνεται λίγος. Εκείνο το βράδυ, όταν μπήκε στο διαλυμένο από το μένος του σπίτι, φοβήθηκε όσο ποτέ άλλοτε για το τι θα ξημέρωνε. Από εκείνο το βράδυ, κάθε πρωί ζωνόταν το «κορίτσι» της ασφαλισμένο και κάθε βράδυ το απασφάλιζε και το έβαζε δίπλα της κάτω από το μαξιλάρι του. Κάθε μέρα η ίδια ιεροτελεστία. Κάθε μέρα στο σκοπευτήριο. Όχι με το δικό της όπλο. Είχε υποσχεθεί.
Λύεται ο φόβος; Η ζωή μετατρέπεται σε καθαρτήριο αργά ή γρήγορα. Η δαμόκλειος σπάθη κάποιες φορές στρέφεται σε αυτόν που την κρατά συντελώντας στην λύτρωση του απειλούμενου από τον φόβο.
Δυο χρόνια μετά ένα έγκλημα πάθους με αεροβόλο όπλο συντάραξε το πανελλήνιο. Ο δράστης καταδικάστηκε σε ισόβια. Εκείνο το βράδυ ασφάλισε για πρώτη φορά τη Beretta και την ξαναέβαλε στη θήκη της. Μετά από δύο χρόνια κατάφερε να κοιμηθεί ξανά χωρίς το χέρι της να χαϊδεύει το «κορίτσι» της κάτω από το μαξιλάρι, ωστόσο πάντα βρισκόταν σε απόσταση αφής.
«Τελικά, θα το κρατήσεις;» ο αξιωματικός την επανέφερε στο σήμερα.
Γύρισε και κοίταξε τον άντρα που στεκόταν στην πόρτα και τον πιτσιρικά που κράταγε από το χέρι και την κοιτούσε κατάματα. Τους χαμογέλασε. «Όχι, ρε, Νικηφόρε. Μπορεί εύκολα να αλλάξει χέρια.»