152 χρόνια πέρασαν από το βράδυ που ο Ντέμιαν συνάντησε στο πλακόστρωτο λονδρέζικο σοκάκι την Νάνσυ. 152 χρόνια από το βράδυ που η ζωή τους, η αιώνια ζωή τους, ενώθηκε για πάντα.

Εκεί βρέθηκε ο Ντέμιαν, περασμένα μεσάνυχτα, να παραπατάει μεθυσμένος. Βόλτα στα μπαράκια με τους κολλητούς για να γιορτάσουν την εμφάνιση του «σούπερ μπλε ματωμένου φεγγαριού». 1866 και στον ουρανό του Λονδίνου μεσουρανούσε το ματωμένο φεγγάρι. Ο κόσμος είχε ξεσαλώσει. Το σπάνιο αυτό φαινόμενο, πανσέληνος – ολική έκλειψη Σελήνης – η πιο κοντινή απόσταση Γης-Σελήνης, έκανε τους πάντες να αλαφιάζουν. Σαν δαιμονισμένοι έμοιαζαν. Είχαν βγει στους δρόμους και χτυπιόντουσαν για το κακό που τους βρήκε. Το φεγγάρι είχε βαφτεί κόκκινο. Αυτό μόνο καλό δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί.

Άλλοι λέγανε ότι ο Θεός ετοιμάζεται να στείλει τον Άγγελο – Εκδικητή του να καταστρέψει το Λονδίνο, οι κάτοικοι του οποίου είχαν πέσει σε πλήρη ανηθικότητα και ο έκλυτος βίος των περισσότερων ήταν κοινό μυστικό. Σόδομα και Γόμορρα σκεφτόντουσαν όλοι και κοιτούσαν μαγεμένοι και εκστασιασμένοι το ματωμένο φεγγάρι, περιμένοντας πότε θα ρίξει τις κόκκινες φλόγες του και θα τα καταστρέψει τα πάντα.

Εκείνο, λοιπόν, το βράδυ, όπου όλοι επιδίδονταν σε τελετές λατρείας του Θεού, συγχώρεσης και εξαγνισμού, αλλά και σε τελετές επίκλησης του Εωσφόρου και δήλωσης υποταγής στις επιθυμίες του, ο Ντέμιαν μαζί με την παρέα του αποφάσισαν να βγουν και να διασκεδάσουν με την όλη προκατάληψη και φοβία που επικρατούσε στους δρόμους της πόλης. Φοιτητής Ιατρικής ο ίδιος δεν πίστευε σε Θεούς, δαίμονες, ματωμένα φεγγάρια. Και αλώνισαν όλα τα μπαράκια του Λονδίνου, πίνοντας, χορεύοντας και κοροϊδεύοντας τους πάντες. Άγριο ξεσάλωμα και για τον ίδιο ήταν εκείνο το βράδυ. Το βράδυ με το ματωμένο φεγγάρι.

Μετά από ένα τρελό γλέντι και ένα ακόμα πιο τρελό μεθύσι ο Ντέμιαν βρέθηκε να παραπατάει σε ένα στενό πλακόστρωτο σοκάκι. Και εκεί στην προσπάθειά του να ισορροπήσει έπεσε πάνω στη Νάνσυ. Κάγκελο έμεινε μόλις αντίκρισε τα κόκκινα μάτια της. «Τι έγινε; Σε επηρέασε το ματωμένο φεγγάρι; Τι κόκκινα μάτια σαν τη φωτιά είναι αυτά;» της είπε και αμέσως ένιωσε μία ανατριχίλα στον λαιμό του. Απέναντί του στεκόταν αμίλητη μία πανέμορφη κοπέλα. Ψηλή και με όμορφες καμπύλες, το μαύρο έξωμο φόρεμά της ερχόταν σε τέλεια αντίθεση με την κατάλευκη επιδερμίδα της. Σαν χείμαρρος έπεφταν τα μαύρα μαλλιά της στους ώμους της. Τα κατακόκκινα χείλη της σε συνδυασμό με τα κόκκινα μάτια της έδιναν μία απόκοσμη ομορφιά.

Ο Ντέμιαν, ψηλός και αυτός, με σώμα σχετικά γυμνασμένο, ασκούσε ιδιαίτερη γοητεία στο γυναικείο φύλλο, κυρίως με τα πράσινα μάτια του, τα οποία φωτιζόντουσαν ακόμα περισσότερο λόγω των μαύρων, κυματιστών μαλλιών του. Αυτά ήταν που τράβηξαν και τη Νάνσυ και την έκαναν να σκεφτεί ότι με έναν τέτοιο άντρα θα ήθελε να περάσει την αιωνιότητά της.
Η Νάνσυ του χαμογέλασε και του είπε «Που ξέρεις;! Μπορεί να επηρεάσει και εσένα. Νάνσυ» του συστήθηκε και του έτεινε το χέρι της. Το λευκό, λεπτό χέρι της, με τον λεπτεπίλεπτο καρπό, ο οποίος στολιζόταν από ένα διαμαντένιο gothic βραχιόλι καταλήγοντας σε ένα δαχτυλίδι κατακόκκινο τριαντάφυλλο στο μεσαίο δάχτυλο. « Ντέμιαν» της απάντησε και ένιωσε το κρύο δέρμα της στο δικό του.

Αυτή η κοπέλα είχε κάτι το επικίνδυνα γοητευτικό. «Το ξέρεις ότι το όνομά σου σημαίνει αυτός που υποτάσσει;» του είπε κοιτώντας τον προκλητικά στα μάτια και πλησιάζοντάς τον, τόσο που τον κόλλησε στον τοίχο και η ανάσα της χάιδευε το αριστερό αυτί του. Ταυτόχρονα, και πριν προλάβει ο Ντέμιαν να αντιδράσει, τον ακουμπούσε σιγά – σιγά με τη γλώσσα της στο αυτί, τον λαιμό, το στέρνο. Και αμέσως με μία απότομη κίνηση ανέβηκε ξανά στο πρόσωπό του και του ψιθύρισε «Θες να υποτάξεις τον θάνατο;»

Ο Ντέμιαν τραβήχτηκε όσο μπορούσε προς τα δεξιά, να ξεφύγει από την πίεση του σώματός της και γεμάτος έκπληξη την ρώτησε «Τι εννοείς;». «Το όνομά μου σημαίνει «η Χάρη του Θεού» και την προσφέρω σε όποιον την επιθυμεί. Πάρε, λοιπόν, τη χάρη που σου προσφέρω και με τη δύναμη του δικού σου ονόματος θα υποτάξεις τον θάνατο. Θα είσαι αθάνατος» του είπε και τον έβαλε ξανά στην αγκαλιά της.

«Σκέψου πόσα πράγματα θα μπορείς να κάνεις. Ό,τι πιο εξτριμ μπορείς να σκεφτείς. Και το κυριότερο; Χωρίς να φοβάσαι τίποτα. Δεν θα υπάρχει τρόμος για σένα. Αθάνατος και άτρωτος» και τα δάχτυλά της χάιδευαν απαλά τα δικά του. Ο Ντέμιαν σαστισμένος αλλά και ερεθισμένος, την κοίταγε και βαριανασαίνοντας της είπε «Πραγματικά δεν θα μπορούσες να βρεις καλύτερο τρόπο να με δελεάσεις, αλλά και καταλληλότερο βράδυ. Ματωμένο φεγγάρι και βρικόλακας. Τέλεια ιδέα». «Μωρό μου» του είπε ειρωνικά «Πόσο μέσα έπεσες!» και το φίλησε στο στόμα. «Όμως, τώρα τέρμα τα παιχνιδάκια. Και να ξέρεις ότι ήμουν ελαστική μαζί σου, απλά και μόνο γιατί γοητεύτηκα από τα υπέροχα πράσινα μάτια σου! Θα σε ρωτήσω ακόμα μία και μοναδική φορά. Θες να έρθεις μαζί μου στην αιωνιότητα;».

«Ναι. Ας υποτάξουμε το θάνατο» της είπε και της πρόσφερε τον λαιμό του. Η Νάνσυ σήκωσε το κεφάλι της προς τον ουρανό, τα μαύρα μαλλιά της ακούμπησαν την πλάτη της και με μία κραυγή έγινε η μεταμόρφωση. Οι κυνόδοντές της άρχισαν να μεγαλώνουν και να γίνονται κοφτεροί σαν μαχαίρια. Τα νύχια της μεγάλωσαν και έγιναν μυτερά σαν στιλέτο. Ο Ντέμιαν τα ένιωσε να γδέρνουν την πλάτη του, καθώς η Νάνσυ τα έσερνε από τον σβέρκο του μέχρι τη μέση, διατρέχοντας όλη τη ραχοκοκαλιά του. Οι αισθήσεις της Νάνσυ είχαν οξυνθεί. Το αίμα στις φλέβες του Ντέμιαν την αναστάτωναν όλο και πιο πολύ. Άκουγε το αίμα του να χτυπά και τους ρυθμούς της καρδιά του να αυξάνονται όλο και πιο πολύ. Και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου έσκυψε απότομα το κεφάλι της και έσκισε με τους κυνόδοντές της τη σάρκα στον λαιμό του Ντέμιαν. Μία κραυγή βγήκε από το στόμα του και ένα μικρό ρυάκι αίματος έτρεξε στον λαιμό του. Το ταξίδι στην αιωνιότητα μόλις είχε ξεκινήσει.

2018. «Σούπερ μπλε ματωμένο φεγγάρι». 152 χρόνια μετά. Η Νάνσυ και ο Ντέμιαν αγκαλιασμένοι κοιτάνε το ματωμένο φεγγάρι στη γη πέρα από το δάσος (Τρανσυλβανία). «Τι σκέφτεσαι αγάπη μου;» τον ρώτησε. «Τη μέρα που γνωριστήκαμε» . «Σήμερα έχουμε επέτειο» είπαν και οι δύο μαζί και επιδόθηκαν σε ένα ατέρμονο πάρτι ικανοποίησης των αισθήσεων.