Όλα τα παιδιά μαζεύτηκαν πάλι στη γειτονιά. Η κυρά Τασούλα μόλις ακούσει τις φωνές τους ξεκινά να στύβει πορτοκάλια. Η Λενιώ του Σταμάτη κρατά από το χέρι το μικρό του Λευτέρη. Το προσέχει, το προστατεύει, του μαθαίνει να μη βγαίνει στον δρόμο όταν περνούν τα αυτοκίνητα και δεν το αφήνει να μπερδεύεται στα πόδια των μεγαλύτερων μην τυχόν τον χτυπήσουν όπως τρέχουν με τη μπάλα. Κάθε τόσο βγαίνει η Μάρω στο παράθυρο. «Μανωλάκη!» φωνάζει με όλη τη δύναμη της φωνής της κι η Λενιώ την καθησυχάζει:
«Μαζί μου είναι θεία, τον προσέχω!»

Ο Μανωλάκης της, το στερνοπούλι της. Κανείς δεν το περίμενε τούτο το μωρό! Ντράπηκε λίγο στην αρχή να πει ότι εγκυμονεί πάλι. Και μάλιστα μετά από τόσα χρόνια! Κόρη της παντρειάς είχε πια. Κι άλλα τέσσερα, όλα στην εφηβεία. Άντε ξανά-μανά τα μωρουδιακά, δώδεκα χρόνια μετά. Μόνο ο Λευτέρης δεν έδειξε να εκπλήσσεται όταν άκουσε τα μαντάτα, κι ήταν τόση η χαρά του που έβαλε τη Μάρω σε σκέψεις, πως τελικά δεν ήταν και τόσο… «τυχαία» αυτή η εγκυμοσύνη! Μα τ’ αγαπούσε τα παιδιά ο Λευτέρης! Από την αρχή της το ‘χε πει:
«Θέλω πολλά παιδιά! Εγώ ήμουνα μοχαχοπαίδι και μου ‘χει λείψει μια μεγάλη οικογένεια.»
«Κι επειδή έχεις εσύ απωθημένα, πρέπει να γίνω εγώ κουνέλα;» έλεγε κάθε φορά η Μάρω μα κι εκείνη το ίδιο όνειρο είχε. Και κάθε φορά την ώρα που κοιλοπονούσε φώναζε:
«Να βγει τούτο γερό και δεν θα κάμω άλλο!» κι αμέσως μετά το ξεχνούσε. Και κάπως έτσι έφτασε στα έξι παιδιά!

Είχε μείνει να χαζεύει από το παράθυρο η Μάρω με τούτες τις σκέψεις. Και να, έτοιμη η κυρά Τασούλα με τον δίσκο της γεμάτο ποτήρια με φρεσκοστυμμένες πορτοκαλάδες! Φωνάζει τα παιδάκια κι εκείνα τρέχουν κοντά της, γιατί όπως τους λέει «Οι βιταμίνες κάνουν γρήγορα πόδια και γερά χέρια!». Στο λεπτό αδειάζουν τα ποτήρια και τρέχουν πίσω στο παιχνίδι τους αφού φωνάζουν σαν χορωδία «Ευχαριστούμε κυρά Τασούλα!» και της γυναίκας τα μάτια λάμπουν.
Σαν χτες θυμάται η Μάρω τον καιρό που είχε πρωτοέρθει η κυρά Τασούλα στη γειτονιά τους.

Η Μάρω τότε ήταν γύρω στα δώδεκα και την φοβόταν πολύ. Σαν γριά μάγισσα την είχε στο μυαλό της, παρόλο που δεν ήταν και πολύ μεγάλη τότε η κυρά Τασούλα. Μα στα παιδικά της μάτια έτσι φαινόταν. Απόμακρη, αγέλαστη, μοναχική. Δεν ήθελε παρτίδες με κανέναν. Οι γείτονες κάθε απόγευμα βεγγέριζαν έξω στις αυλές, μα ‘κείνη έκλεινε πόρτες και παραθυρόφυλλα και απομονωνόταν στον δικό της κόσμο. Σαν έπεφτε καμιά φορά η μπάλα των παιδιών κατά λάθος στην αυλή της, το βλέμμα της πετούσε φωτιές κι εκείνα δεν τολμούσαν να πάνε να την μαζέψουν. Κι όλοι απορούσαν, ποια είναι αυτή η παράξενη γυναίκα που ήρθε ουρανοκατέβατη στη γειτονιά τους. Μα τα νέα ταξιδεύουν γρήγορα στις γειτονιές και δεν άργησαν να μάθουν την ιστορία της. Με γουρλωμένα μάτια κρυφάκουγε η Μάρω την κυρά Θοδώρα να εξιστορεί στη μάνα της τη ζωή της κυρά Τασούλας.

«Αυτή ήτανε μεγάλη όταν την παντρέψανε, προξενιό, τι άλλο, με τον Λάμπρο τον συμπέθερο του αντρούς μου. Καλή περιουσία είχε αυτός και με την προίκα της Τασούλας γελούσανε και τα μουστάκια του πατέρα του. Γρήγορα γρήγορα γκαστρώθηκε, όλα μοιάζανε τέλεια. Μα ο Λάμπρος ήτανε μέθυσος, όλοι το ξέρανε αυτό, και κάθε τόσο την ξυλοφόρτωνε την κακομοίρα την Τασούλα. Κι αυτή πόσο ν’ αντέξει… Ετοιμόγεννη ήτανε όταν έφυγε από το σπίτι και πήγε στη μάνα της. Ο Λάμπρος δεν την άφηκε έτσι. Απειλές, φωνές, κακό. Μα ‘κείνη δεν ήθελε να ξαναγυρίσει κοντά του κι οι δικοί της την υποστηρίξανε, δε μπορώ να πω. Ώσπου ένα μεσημέρι γύρισε η μάνα της στο σπίτι και βρήκε την Τασούλα λιπόθυμη στην κουζίνα μέσα σε μια λίμνη από αίμα. Οι γιατροί παλέψανε μα δεν καταφέρανε να σώσουν το μωρό.
Τότε λένε πως η Τασούλα έχασε το μυαλό της. Έσκιζε τα ρούχα της κι έμπηγε τα νύχια στη σάρκα της μέχρι να ματώσει. Τραβούσε τα μαλλιά της και ούρλιαζε τις νύχτες. Δε μιλούσε πια, ήτανε σα ζώο ανήμερο. Κάπως έτσι κατέληξε στο τρελάδικο. Εκεί, μετά από καιρό την βοηθήσανε και σιγά σιγά βρήκε τα λογικά της. Μα στο σπίτι της δεν ήθελε να ξαναγυρίσει.
Έτσι βρέθηκε στη γειτονιά μας η Τασούλα. Τούτο το σπίτι ήτανε της αδερφής του πατέρα της, χρόνια πεθαμένη κι άκληρη και μιας που ήτανε κλειστό, ήρθε να μείνει εδώ που δεν την ήξερε κανείς. Καλή γυναίκα είναι η Τασούλα, μα βασανισμένη. Σηκώνει κι αυτή το δικό της σταυρό γι’ αυτό είναι έτσι παράξενη. Μην την επαρεξηγάτε κόρη μου.»

Τα μάτια της Μάρως τρέχανε χωρίς να το καταλαβαίνει. Ξαφνικά άρπαξε την αγαπημένη της κούκλα τη Λίζα κι έτρεξε έξω. Έσφιγγε την ξεμαλλιασμένη κούκλα στην αγκαλιά της και περπατούσε στη γειτονιά. Είχε μεσημεριάσει πια και δεν υπήρχε ψυχή τριγύρω. Τα βήματα της μικρής την οδήγησαν στο σπίτι της κυρά Τασούλας. Χωρίς να διστάσει μπήκε στην αυλή κι έτρεξε στην πόρτα του σπιτιού. Έδωσε ένα φιλί στην ξανθιά κούκλα και της ψιθύρισε: «Να κάνεις παρέα στην κυρά Τασούλα. Σ’ αγαπώ Λίζα μου, μα ‘κείνη σε χρειάζεται πιο πολύ από ‘μένα τώρα.» κι ύστερα έσκυψε και την άφησε στο σκαλάκι. Σαν γύρισε να φύγει βιαστικά, είδε ξαφνικά μπροστά της την κυρά Τασούλα και της κόπηκε η ανάσα. Μα τα μάτια της γυναίκας ήτανε γεμάτα δάκρυα και λυγμοί ξέφευγαν από το στόμα της. Η Μάρω σάστισε, δεν ήξερε τι να κάνει. Και τότε η κυρά Τασούλα άνοιξε τα χέρια της κι η μικρή έτρεξε και χώθηκε στην αγκαλιά της. Η γυναίκα σπάραζε και το κορμί της τρανταζόταν κι η Μάρω χάιδευε απαλά την πλάτη της. Πόσα χρόνια είχε να νιώσει μια στοργική αγκαλιά, ένα ζεστό χάδι στην ψυχή της αυτή η γυναίκα… Ο πόνος την είχε κάνει σκληρή σαν πέτρα, μα τούτο το κορίτσι σε μια στιγμή της χάρισε ότι πιο πολύτιμο είχε πάρει ποτέ της από άνθρωπο.
Λίγες στιγμές μετά η κυρά Τασούλα ηρέμησε και τραβήχτηκε πίσω. «Συγνώμη…» ψιθύρισε με τα μάτια χαμηλωμένα.
«Μη λες συγνώμη! Εγώ το ξέρω πως είσαι καλή. Όλοι το ξέρουμε. Η Λίζα μου θα σε προσέχει και θα σου κάνει παρέα.» είπε η Μάρω και έβαλε την κούκλα στα χέρια της γυναίκας, που για πρώτη φορά χαμογέλασε.

Με τον καιρό η κυρά Τασούλα μαλάκωσε. Οι γείτονες της φέρονταν με ζεστασιά κι εκείνη ανταποκρινόταν. Δεν ένιωσε ποτέ λύπηση, ούτε και αδιακρισία από κανέναν. Ούτε και μίλησε ποτέ για τα δικά της. Και κανένας δεν σχολίασε ποτέ ξανά κάτι. Ώσπου παντρεύτηκε η Μάρω κι έμεινε έγκυος στο πρώτο της παιδί. Ένα Αυγουστιάτικο μεσημέρι μια έντονη αδιαθεσία την έκανε να σωριαστεί στο πεζοδρόμιο. Κι αυτή η γειτονιά, όσο έσφυζε από ζωή πρωί κι απόγευμα, τόσο νεκρική σιγή επικρατούσε τα μεσημέρια. Μόνο η κυρά Τασούλα έβγαινε ‘κείνη την ώρα στην αυλή της και απολάμβανε την ησυχία. Με την άκρη του ματιού της είδε την κοπέλα να κείτεται κατάχαμα και όρμηξε έξω. Έβαλε τις φωνές και γρήγορα μαζεύτηκε κόσμος. Η Μάρω συνήλθε μετά από λίγο αλλά αιμορραγούσε και την πήγαν αμέσως στο νοσοκομείο. Η κυρά Τασούλα γύρισε στο σπίτι της και με τρεμάμενα χέρια άνοιξε το πρώτο συρτάρι της σερβάντας. Πήρε μια εικόνα της Παναγιάς και χάιδεψε απαλά το περίγραμμα του ξύλου.
«Πάει καιρός που δε σου ‘χω ζητήσει τίποτα. Είμαι ακόμα θυμωμένη μαζί σου. Μα σε παρακαλώ φύλαξε το κορίτσι αυτό και το μωρό του από κάθε κίνδυνο και κάθε κακό! Μόνο ευτυχία αξίζει στη ζωή της, μην της την στερήσεις κι εκείνης!» πήρε βαθιά ανάσα κι έβαλε ξανά την εικόνα στο συρτάρι.

Μέχρι να μάθει νέα η Τασούλα περπατούσε πάνω κάτω στην αυλή βαριανασαίνοντας. Ώσπου, το βράδυ πια, είδε τον Λευτέρη να περνά την αυλόπορτά της βιαστικός. Έτρεξε κοντά της και της φίλησε τα χέρια. Η γυναίκα τα έχασε.
«Τι κάνεις εκεί παιδί μου; Πώς είναι η Μάρω μας; Το μωρό;» τα μάτια της είχαν βουρκώσει.
«Η Μάρω και το μωρό είναι καλά, χάρη σε ‘σένα κυρά Τασούλα! Κινδυνέψανε. Αν δεν την είχες βρει εσύ, δε θέλω να σκέφτομαι τι θα ‘χε γίνει! Μα τώρα όλα είναι καλά κι αυτό έχει σημασία. Όλη μου τη ζωή θα σ’ ευγνωμονώ γι’ αυτό! Θέλω να βαφτίσεις το μωρό! Κι η Μάρω το θέλει πολύ! Σε παρακαλώ μην πεις όχι!» είπε με μια ανάσα ο Λευτέρης και τα δακρυσμένα του μάτια την κοίταζαν ικετευτικά.
Η κυρά Τασούλα δε μπόρεσε να μιλήσει, λέξη δεν έβγαινε από τα χείλη της! Έγνεψε μόνο ένα βουβό «ναι» και παραδόθηκε στ’ αναφιλητά που δεν μπορούσε πια να κρατήσει μέσα της. Ο Λευτέρης την αγκάλιασε σφιχτά κι ύστερα της φίλησε ξανά τα χέρια κι έφυγε βιαστικός. Η κυρά Τασούλα μπήκε στο σπίτι, άνοιξε το συρτάρι και πήρε την εικόνα της Παναγιάς. Την έβαλε επάνω στην σερβάντα, δίπλα στην κούκλα τη Λίζα κι έμεινε να την κοιτάζει χαμογελώντας πια…