Είμαι η Αΐντα Μοντιλιάνι. Είμαι η μόνη γυναίκα υαλουργός στο μεγαλύτερο εργαστήριο φυσητού γυαλιού στον κόσμο. Ήμουν στη φυλακή, γιατί «έσπασα» το συμβόλαιό μου με τον οίκο Αλμπερτίνι, τον μεγαλύτερο οίκο στον τομέα του φωτισμού στον κόσμο.
Από μικρό παιδί με εκστασίαζε ο τρόπος που περνούσε το φως μέσα από το γυαλί και δημιουργούσε αντανακλάσεις επάνω σε άφωτες επιφάνειες. Ο πατέρας μου με πήγαινε στους μεγαλύτερους ναούς της Ιταλίας και μου μίλαγε για τα βιτρώ. Ο Πάολο Μοντιλιάνι ήθελε να γίνει υαλουργός, αλλά εξαιτίας ενός ατυχήματος που του στοίχισε την σταθερότητα στο αριστερό του χέρι, δεν τα κατάφερε κι έτσι μετέφερε την αγάπη του για το γυαλί σε μένα, τη μονάκριβη κόρη του. Μεγάλωσα στο Βένετο μέσα σε εύπορο περιβάλλον. Σπούδασα Φυσικοχημεία στη Ρώμη με ειδίκευση στην τεχνολογία του γυαλιού και σχέδιο στη Φλωρεντία. Επέστρεψα στο Βένετο μόλις τέλειωσα τις σπουδές μου και έγινα μετά από πολύ σκληρή δουλειά η πρώτη γυναίκα υαλουργός στον οίκο Αλμπερτίνι. Μαθήτευσα δίπλα στον Βαρώνο Τζάκομο Αλμπερτίνι. Οι υαλουργοί του εργαστηρίου έμαθαν να με σέβονται όπως σέβονταν κι εκείνον.
Όταν άρχισα να μπαίνω στις διεθνείς εκθέσεις με τα έργα μου, όλοι ήξεραν ότι η μυστικοπάθειά μου έφτανε στα όρια της τρέλας. Δεν υπήρχε τίποτα σε κοινή θέα. Ο Τζάκομο Αλμπερτίνι μάθαινε τι σχεδίαζα μόνο όταν το τελικό αποτέλεσμα έφτανε στη μεγάλη σάλα της έκθεσης συναρμολογημένο. Έτσι έγινε με τον πρώτο μου πολυέλαιο. Κατάλευκο φυσητό γυαλί με διάφανες γραμμές που διαπερνούσε το φως της ημέρας. Αποτελούνταν από 1500 κομμάτια που συναρμολογήθηκαν μεταξύ τους μία και μόνη φορά. «Logica». Πρώτο στις κριτικές και στις αξιολογήσεις και το πρώτο μεγάλο μου συμβόλαιο με την εταιρία. Ο δεύτερος πολυέλαιος, κόκκινος, επίσης από φυσητό γυαλί. Διάφανος σε όλα του τα μέρη, ετερόφωτος καθ’ όλα, με το φως να διαθλάται και να αναπτύσσεται σε σκιές σε όλο το εύρος του χώρου που βρισκόταν. «Desiderio». Το πρώτο βραβείο σε παγκόσμιο διαγωνισμό και η κατάκτηση της κορυφής στο χώρο. Ναι, ήμουν η μόνη γυναίκα στην κορυφή, για την ακρίβεια ήμουν μόνη μου στην κορυφή.
Η κορυφή έχει απέραντη μοναξιά. Αυτό δεν με ενοχλούσε ποτέ. Ήμουν δοσμένη σε αυτό που έκανα. Οι φίλοι μου μετρημένοι στα δάχτυλα το ενός χεριού, οι εχθροί μου στρατιές ολόκληρες, οι εραστές μου εξυπηρετούσαν κυρίως βιολογικές ανάγκες και τίποτα άλλο. Τα τείχη μου χτισμένα καλά, χωρίς ρωγμές και ανοίγματα.
Ήρθε άλλη μία διεθνής έκθεση και ο Τζάκομο Αλμπερτίνι με κάλεσε στο γραφείο του. «Βγήκε το φιρμάνι. Έχεις ιδέα τι θα κάνεις;» «Ναι. Θα κλείσω τον κύκλο του Πλάτωνα.» «Αβάντι!» Ξεκίνησα να σχεδιάζω μέρα νύχτα τον τρίτο πολυέλαιο της σειράς. Θα έκλεινε ο κύκλος του Πλάτωνα με τα τρία μέρη της ψυχής: Λογιστικό, επιθυμητικό, θυμικό. Logica, Desiderio, Timica. Τα σχέδια τέλειωσαν σε έναν μήνα. Ένα μήνα κλεισμένη στο σχεδιαστήριο. Κλειδωμένη και μετά στο σπίτι. Ρέπλικες από τα εργαλεία του υαλουργείου ήταν στερεωμένες στον τοίχο. Προσομοίωση της κατασκευής. Τα σχέδια έπρεπε να τα ξέρω απ’ έξω. Μετρημένες οι κινήσεις στη φωτιά και στην άμμο, μετρημένες οι ουγκιές του γυαλιού με ακρίβεια. Μετρημένες οι περιστροφές, οι θερμοκρασίες, μέχρι και οι ανάσες, διάρκεια, ένταση όλα μετρημένα.
Μπήκαμε στο εργαστήριο, εγώ, ο θερμαστής, δυο υαλουργοί, ένας γιατρός εργασίας και ο Τζάκομο. Αντέδρασα έντονα, αλλά πόσο μπορείς να λες όχι στον μαέστρο σου και στον χρηματοδότη της δουλειάς σου. «Τα σχέδια;» με ρώτησε. «Στο κεφάλι μου.» «Είσαι τρελή! Πως;» «Ξέρω τι κάνω.» Πλησίασα τους υαλουργούς. «Έτοιμοι;» «Πρώτο φούρνισμα δικό σου, σινιόρα.» «Αλόρα! Fiamma!! Piu!! Basta! Torna!» Το γυαλί έλιωνε και άρχισε να παίρνει σχήμα καθώς στριφογύριζα τη ράβδο μέσα στο φούρνο. «Χέρια! Γρήγορα! Καπνός!» «Πρώτη ανάσα δική σου, σινιόρα.» Κάθε φορά που φώναζα «καπνός» ένα τσιγάρο ερχόταν κι έβρισκε το στόμα μου. Ρούφαγα και φυσούσα μέσα στον γυάλινο σωλήνα. «Σφραγίστε! Φωτιά! Στεγνώστε! Φτάνει.». Έκλεινα τον καπνό μέσα στον σωλήνα κι έμενε να αιωρείται σαν να αποκτούσε ψυχή το γυαλί. Οι θερμοκρασίες μετρημένες για να μην υδρογονοποιηθεί ο καπνός και κάνει δάκρυα. 1500 κομμάτια, ένα προς ένα ολοκληρώνονταν και έμπαιναν στις αριθμημένες θήκες σε μια τεράστια κασετίνα από ειδικό αφρώδες υλικό και ξύλο. Τελευταίος ο κεντρικός βραχίονας, θα έμπαινε σε κύλινδρο από δέρμα, ειδική παραγγελία σε βυρσοδεψείο της Κρήτης, και θα έμενε κλειδωμένος στο χρηματοκιβώτιο μου. Χωρίς αυτόν ο πολυέλαιος δεν μπορούσε να στηθεί.
Έξι μήνες, είκοσι οκτώ ημέρες και επτά ώρες πήρε ο σχεδιασμός και η κατασκευή του «Θυμικού». Μαύρος σαν το πέπλο της νύχτας. Διάφανος συνάμα για την επίτευξη της διάθλασης. Σαν από ιστό αράχνης φτιαγμένα, νήματα χρυσού έμοιαζαν με εκατοντάδες αστέρια που φωτίζουν τον βραδινό ουρανό. Θυμικό, σκοτεινό, οργιώδες, ανεξέλεγκτο.
Όπως κι εκείνος. Έξι μήνες, είκοσι οκτώ ημέρες και επτά ώρες μαζί στο υαλουργείο να την παρατηρεί, να την θαυμάζει, να βάζει στοιχήματα με τον εαυτό του ότι θα την τιθάσευε. Η κούραση είχε αρχίσει να θολώνει την κρίση της και τη λογική της. Η μοναξιά που της επέβαλε η κορυφή άρχισε να δημιουργεί τρωτά σημεία στα τείχη της. Το θυμικόν με το επιθυμητικόν ήρθαν σε απόλυτη σύγκρουση με το λογιστικόν και ο Έρως παρείσφρησε σχεδόν ανεμπόδιστος και σάρωσε ό,τι έβρισκε στο πέρασμά του. Ήταν διαφορετικός από κάθε άλλον που πέρασε από το κρεβάτι της. Με μαεστρία περνούσε από τη ζωή της. Μοιραζόταν το πάθος της και κατανοούσε την εμμονή της. Την έδενε με τα ίδια δεσμά που εκείνη έδενε τη φλόγα, την άμμο, τον αέρα και την έπλαθε όπως εκείνη έπλαθε το γυαλί. Μόνο που εκείνη φρόντιζε την σκληρότητα του γυαλιού χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι εκείνος μαλάκωνε η ψυχή της.
Το τελευταίο βράδυ έκλεισα τον κεντρικό βραχίονα στον κύλινδρο, έκαψα τα σχέδια στον φούρνο που αργόσβηνε και έφυγα για το σπίτι. Ο Τζάκομο θα με περίμενε εκεί. Έβγαλα τα κλειδιά και μπήκα. Κλείδωσα τον βραχίονα, ενεργοποίησα τον συναγερμό και κατευθύνθηκα στην κρεβατοκάμαρα. Ήταν εκεί. Κρατούσε ένα φάκελο στα χέρια του.
-Μωρό μου, τζίφρες. Τα κλασσικά. Περί ιδιοκτησίας του έργου από τον οίκο κλπ κλπ. Τα ξέρεις. Πήρα το στυλό και υπέγραψα χωρίς να διαβάσω τα χαρτιά. Τα ήξερα πράγματι.
-Αύριο είναι η μεγάλη μέρα! Θα ολοκληρωθεί ο κύκλος του Πλάτωνα! «L’ anima!».
Το «Θυμικό» στήθηκε στην κεντρική αίθουσα και με τροχαλία ανέβηκε στον κεντρικό θόλο. Δεξιά και αριστερά «το λογιστικόν» και «το επιθυμητικόν». Μπήκα τελευταία στην αίθουσα. Οι παρευρισκόμενοι χειροκροτούσαν. Τα φώτα έσβησαν και η προτομή του Πλάτωνα φάνηκε πίσω από το έδρανο που είχε στηθεί για τους ομιλητές. Προβολείς άρχισαν να εκτοξεύουν συγχρονισμένα φως στους τρεις πολυελαίους και υπό τους ήχους ηλεκτρονικής μουσικής. Ο Τζάκομο Αλμπερτίνι ανέβηκε στο βήμα και μίλησε. Με κάλεσε δίπλα του και μίλησα κι εγώ για το κλείσιμο του κύκλου του Πλάτωνα. Τελειώνοντας ο Τζάκομο με φίλησε στο μάγουλο.
-Το «Θυμικόν» είναι ο τρίτος και σημαντικότερος από τους τρεις πολυελαίους. Η Αΐντα Μοντιλιάνι, μας έκανε την τιμή και μας παραχώρησε όλα τα δικαιώματα επ’ αυτού συμπεριλαμβανομένου και αυτού της αγοραπωλησίας. Με χαρά σας ανακοινώνουμε ότι η εταιρεία μας πούλησε το «Θυμικόν» στον Βαρώνο Τοσίνι έναντι 250.000 ευρώ. Φυσικά αντίγραφο θα υπάρχει στην έκθεση του οίκου μας ώστε να μην διαταραχθεί η ισορροπία του έργου.
Έμεινα στήλη άλατος. Το μόνο δικαίωμα που δεν θα εκχωρούσα ήταν αυτό. Η λογική μου θόλωσε. Κοίταξα με οργή τον άντρα που το προηγούμενο βράδυ κρατούσα στην αγκαλιά μου. Του χαμογέλασα.
-Θα μου επιτρέψεις να συντονίσω το λύσιμο του πολυελαίου, έτσι δεν είναι;
-Φυσικά! Θέλουμε να φτάσει ακέραιος στον ιδιοκτήτη του.

Μόνη μου έλυσα και τοποθέτησα ένα προς ένα τα μέρη του πολυελαίου στη θήκη τους και έδωσα την εντολή για τη μεταφορά του. Ο δερμάτινος κύλινδρος φιλοξένησε για μια τελευταία φορά τον κεντρικό βραχίονα και βγήκε δεμένος στην πλάτη μου από την αίθουσα. Λίγες ώρες αργότερα με συνέλαβαν στο αεροδρόμιο για κλοπή και δολιοφθορά. Ο κύλινδρος δεν βρέθηκε ποτέ. Την υπεράσπισή μου, για λόγους ευνόητους ή και όχι, ανέλαβε ο ίδιος ο Βαρώνος Τοσίνι, ο οποίος παρέμεινε και ο κύριος του «Θυμικού» και ψάχνει ακόμα να βρει τον κεντρικό βραχίονα.
«Ως αρετή του λογιστικού μεν η φρόνησις, του θυμικού δε η ανδρεία και του επιθυμητικού η σωφροσύνη. Ο νους άρχει και προστάζει. Το θυμικόν υπακούει και συνοδοιπορεί με τον νου ώστε να δαμάσει το επιθυμητικόν.»