Ο Χάρης είδε την κοπέλα με το πιστόλι και κατάλαβε αμέσως τι είχε σκοπό να κάνει. Καθόταν σ’ ένα παγκάκι και κοιτούσε ονειροπόλα τις σκάλες που οδηγούσαν στη θάλασσα και χάιδευε το πιστόλι στην αγκαλιά της σαν να ήταν γατάκι. Φορούσε παλτό πάνω από το πουκάμισό της, ενώ το μαύρο παντελόνι της ήταν πεντακάθαρο και τα μποτίνια της λες και μόλις τα είχε αγοράσει από μαγαζί. Είχε μακριά μαύρα μαλλιά κι ένα όμορφο κόκκινο μπερέ. Η τσάντα της ήταν δίπλα της, μικρή και άσπρη. Και χαμογελούσε και δεν έδινε σημασία στον κόσμο που την περιτριγύριζε, όπως και ο κόσμος δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτήν –απλά την προσπερνούσε.
Ο Χάρης την άκουσε να αναστενάζει. Αλλά χωρίς να πάψει να κοιτάζει τη θάλασσα και να χαϊδεύει το πιστόλι της.
Τι έπρεπε να κάνει τώρα; Προφανώς να την αποτρέψει από το να αυτοκτονήσει. Αλλά πώς; Να καλούσε την Κρατική Ασφάλεια; Όχι, όχι, δεν ήθελε μπλεξίματα με την Κρατική Ασφάλεια.
Αλλά κάτι έπρεπε να κάνει. Ήταν ένας υπάλληλος γραφείου που ακολουθούσε σχεδόν πιστά τη ρουτίνα του: σπίτι-δουλειά, δουλειά-σπίτι. Μερικές φορές, περνούσε κι από εδώ, για να παρατηρήσει τη θάλασσα και να ονειρευτεί πως τα χρήματα δεν είναι σημαντικά, αλλά τα ταξίδια είναι επιβεβλημένα. Ο μισθός του ήταν πενιχρός και οι προοπτικές του επαγγέλματος για γέλια. Πού και πού, ρωτούσε τον εαυτό του γιατί επέλεξε να κάνει κάτι τόσο άχαρο, όμως όποια απάντηση κι αν έδινε δεν του άρεσε.
Αναρωτήθηκε τι να συνέβαινε στη ζωή αυτής της νεαρής κοπέλας. Ήταν όμορφη, σίγουρα πράματα. Δεν έμοιαζε πλούσια, αλλά μάλλον σαν κάποια που δούλευε σε δικηγορικό γραφείο, καλά λεφτά, αλλά όχι για πολυτέλειες. Πιθανότατα, είχε και σύντροφο –κι αν δεν είχε, άνετα μπορούσε να βρει. Τι να την οδήγησε στη σημερινή μέρα;
Αποφάσισε να της μιλήσει. Άλλωστε αυτό δεν έκανε πάντα; Μιλούσε και άκουγε όποιον είχε πρόβλημα, ακόμα κι αν δεν το ήθελε. Στο γραφείο, στα μαγαζιά, παντού. Έπρεπε να είχε γίνει ψυχολόγος, όχι γραφειοκράτης.
«Γεια σου», είπε στην κοπέλα και της χαμογέλασε.
Του χαμογέλασε κι εκείνη, αλλά θλιμμένα. «Γεια».
«Μπορώ να καθίσω;»
Ανασήκωσε τους ώμους της και πήρε την τσάντα της στην αγκαλιά της.
Ο Χάρης ένιωσε τον κρύο αέρα του Γενάρη. Ευτυχώς, ο ήλιος τους ζέσταινε. Η αλμύρα της θάλασσας έφτανε μέχρι εδώ και υπερκάλυπτε τα καυσαέρια και τις συνηθισμένες μυρωδιές της πόλης. «Με λένε Χάρη», συστήθηκε.
«Βάσια».
Αντάλλαξαν χειραψία.
«Έρχεσαι συχνά εδώ;» τη ρώτησε.
«Όχι».
«Εγώ ναι. Αρκετά συχνά, θα έλεγα. Μου αρέσει να βλέπω τη θάλασσα».
«Είναι ωραία».
Δεν ήταν και πολύ ομιλητική. Αυτό δυσκόλευε τα πράγματα. Όσοι μιλούσαν στο Χάρη συνήθως ανοίγονταν χωρίς πίεση. «Με τι ασχολείσαι;»
«Σε δημόσια υπηρεσία δουλεύω».
«Βαρετή δουλειά, ε;»
«Μπα, όχι και τόσο».
«Αλήθεια; Ρωτάω γιατί κι εγώ σε γραφείο δουλεύω και είναι απίστευτα βαρετά. Απορώ με τον εαυτό μου και τις επιλογές που κάνω, ώρες-ώρες».
Η Βάσια ένευσε. Δεν τον κοιτούσε, αλλά ακόμα χάιδευε το πιστόλι.
Ο Χάρης αναρωτήθηκε πού να το είχε βρει. Η Κρατική Ασφάλεια ήταν αυστηρή με την οπλοκατοχή. Βασικά, ήταν αυστηρή γενικά, με όλους και με όλα –εκτός του Κυβερνήτη, φυσικά. Σίγουρα δεν ήταν εύκολο να βρεις ένα τέτοιο όπλο. Μάλλον θα ήταν παράνομο. Αλλά να το επιδεικνύει εδώ; Μες στον κόσμο; Με τις περιπολίες της Κρατικής Ασφάλειας; Όλοι τη φοβούνταν.
Η Βάσια παρέμενε αμίλητη.
Ο Χάρης σκέφτηκε να πει μερικά πράγματα για τον εαυτό του. Ίσως έτσι της έδινε κάποιο έναυσμα. «Ξέρεις, μερικές φορές θα ήθελα να είμαι κάπου αλλού. Να είμαι ίσως και κάποιος άλλος. Μη με παρεξηγείς, καλή είναι η πόλη μας. Αλλά… είναι μουντή, χωρίς μέλλον, θα έλεγα. Χωρίς ενδιαφέροντα. Εγώ πάω στη δουλειά για εννιά ώρες, κλεισμένος σ’ ένα γραφείο, γυρνάω σπίτι, τρώω, κάνω μπάνιο, κοιμάμαι. Βλέπω τηλεόραση, τρώω και κοιμάμαι. Μετά πάλι στο γραφείο και φτου κι απ’ την αρχή. Τίποτα το ιδιαίτερο. Κι απ’ ό,τι μαθαίνω, η ζωή των περισσότερων είναι έτσι». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν καταλαβαίνω πώς καταντήσαμε έτσι. Εγώ τουλάχιστον έχω τόσα όνειρα που θέλω να κάνω, αλλά…» Αναστέναξε. «… αλλά δεν έχω τα χρήματα…»
«Το ξέρω», είπε η Βάσια.
«Με καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι;»
«Όχι. Εννοώ πως ξέρω ποια είναι η ζωή σου, Χάρη». Τον κοίταξε. Χαμογελαστή, αλλά όχι και θλιμμένη πλέον. «Ξέρω τα πάντα για σένα, Χάρη».
Ο Χάρης την κοίταξε μπερδεμένος.
«Η ζωή σου είναι όπως θα έπρεπε να είναι, Χάρη. Δεν θα έπρεπε να διαμαρτύρεσαι. Έχεις ό,τι δικαιούσαι». Κοίταξε το όπλο της. «Δηλαδή, είχες ό,τι δικαιούσουν».
Το έστρεψε προς τον Χάρη.
Αυτός πάγωσε στη θέση του. «Βάσια, τι;… Τι κάνεις;…»
«Τη δουλειά μου, Χάρη».
Είναι της Κρατικής Ασφάλειας. Η συνειδητοποίηση τον τρόμαξε περισσότερο από το όπλο. Είχαν έρθει γι’ αυτόν, όπως και για τόσους άλλους πριν από αυτόν. Σκότωναν κάθε εβδομάδα ένα άτομο και ενημέρωναν τους υπόλοιπους. Είχε λάβει και ο Χάρης μερικά μηνύματα, αλλά δεν τους έδινε σημασία. Γιατί του υπενθύμιζαν πόσο αδύναμος είναι –δεν μπορούσε να σώσει τον καταδικασμένο.
Έριξε κλεφτές ματιές. Ο κόσμος τους προσπερνούσε χωρίς να τους δίνει σημασία. Τον σημάδευε και κανείς δεν έκανε κάτι. Γιατί αν έκαναν θα πέθαιναν. Άμεσα. Όλοι ήλπιζαν να μην τους επισκεφτούν από την Κρατική Ασφάλεια, αν και ήξεραν πόσο εύκολα θα μπορούσαν να επιλεγούν.
«Πάντα όλοι ελπίζετε και ποτέ δεν σας βοηθάνε, ε; Μην ελπίζεις σ’ αυτούς, Χάρη. Δεν θα σε βοηθήσουν. Έχουν ενημερωθεί. Ξέρουν πως σήμερα ο Χάρης Κ. θα πεθάνει σε αυτό εδώ το παγκάκι». Έβγαλε το τάμπλετ της και του έδειξε τη φωτογραφία και τα στοιχεία του, πριν το βάλει ξανά στη τσάντα της.
Ο Χάρης άρχισε να μισεί το όνομά του. Η Βάσια το έλεγε τόσο απλοϊκά λες και τον ενημέρωνε για κάτι συνηθισμένο. Το σιχαινόταν. Όπως και τον αριθμό που του είχαν δώσει με τα αρχικά του και το έτος γέννησής του: Χ.Κ.2015.
«Σε παρακαλώ… Δεν έκανα τίποτα…»
«Δεν έχει σημασία, Χάρη».
«Βάσια, σε παρακαλώ…»
Μπαμ!
Ο Χάρης σωριάστηκε στο πεζοδρόμιο, με το αίμα ήδη να αναβλύζει από το κεφάλι του. Ο ήχος του πυροβολισμού σίγησε σε δευτερόλεπτα. Ο ήλιος συνέχισε να κατευθύνεται προς τη δύση. Το κρύο γινόταν πιο έντονο. Ο κόσμος περπατούσε γρήγορα και τα οχήματα αργά, λόγω της κίνησης στους δρόμους.
Η Βάσια έμεινε λίγο ακόμα στο παγκάκι. Έβαλε το όπλο στη θήκη της ζώνης της και απόλαυσε τη θέα της θάλασσας. Ο Χάρης είχε δίκιο ως προς αυτό: άξιζε.
Αλλά είχε άδικο σ’ όλα τα άλλα. Η ζωή ήταν όπως θα έπρεπε να είναι και ο καθένας έπαιρνε ό,τι του άξιζε. Γι’ αυτό υπήρχε ο Κυβερνήτης. Για να φροντίζει για όλους τους υπόλοιπους. Τι δουλειά είχε ένας υπάλληλος να φαντασιώνεται μεγαλεία;
Βέβαια, και η ίδια είχε κατά καιρούς σκέψεις που δεν θα παραδεχόταν ποτέ. Για τον Κυβερνήτη. Ω ναι, σκέψεις σαν αυτές που ντρέπεσαι να πεις. Ή που φοβάσαι, λόγω των συνεπειών. Μια κατώτερη υπάλληλος… με τον Κυβερνήτη… Ανεπίτρεπτο. Αλλά ήταν τόσο όμορφος, τόσο νέος, είχε τόσο… τόσο ωραίο χαμόγελο και τόσο βροντερή φωνή όταν απευθυνόταν στα πλήθη… Σε μάγευε.
Η Βάσια ανατρίχιασε και έσφιξε τις γροθιές της. Μέτρησε μέσα της μέχρι το πέντε και ηρέμησε. Παντού υπήρχαν μάτια.
Έβγαλε πάλι το τάμπλετ της. Είχε να συμπληρώσει τη φόρμα με τα στοιχεία του Χ.Κ.2015. Μετά, όταν θα πήγαινε στο διαμέρισμά της, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα των συναδέλφων της, θα σκεφτόταν τον Κυβερνήτη και το τι κάνανε και θα αφηνόταν στις δικές της παράνομες φαντασιώσεις.

 

Στον Φραντς Κάφκα

 

photo:

Artist: Peter Martin 

Artwork Title: Angel with gun