Είναι απόγευμα Αυγούστου, ο ήλιος ίσα που έχει πάρει το δρόμο για τη δύση του και τα παιδιά ότι έχουν μαζευτεί στην πλατεία για να παίξουν. Το παιχνίδι έχει ανάψει για τα καλά, η ζέστη και η υγρασία είναι τόση που τα ρούχα τους κολλάνε, αλλά αυτά ούτε που το έχουν παρατηρήσει και ούτε που τα μέλλει, κυνηγούν εδώ και ώρα μία ασπρόμαυρη μπάλα πάνω κάτω αδιάκοπα σηκώνοντας κουρνιαχτό και κάνοντας τα πρόσωπά τους να μοιάζουν μουτζουρωμένα και αναψοκοκκινισμένα. Ακούς τις φωνές τους που άλλοτε δείχνουν να δυναμώνουν και άλλοτε να μπλέκονται με χαχανητά και γιούχες. Γύρω γύρω από την πλατεία υπάρχουν πολλές ακανόνιστες και παράταιρες πολυκατοικίες, άλλες είναι πιο μοντέρνες άλλες πιο κλασικές άλλες πάλι ακατοίκητες , έτοιμες να δεχθούν νέους νοικοκυραίους που θα φέρουν τα σιδερένια τους σαλονάκια στα μπαλκόνια τους με τις μαλακές τις μαξιλάρες και μαζί γλάστρες με κόκκινα και πορτοκαλιά γεράνια που θα στολίζουν τη καγκελαρία τους.
Όμως στην άκρη της στέκεται σα από πείσμα στο καιρό που όλα τρέχουν γρήγορα και βιαστικά, μία παλιά μονοκατοικία. Είναι ξασπρισμένη μιας και πρόσφατα ήταν της Παναγιάς , ξεχορταριασμένη με τα παρτεράκια της και το πλακόστρωτό της έτοιμο να δεχθεί ποδοβολητά. Στέκομαι μια στιγμή και κοιτάζω το χαρτάκι στη τσέπη μου να δω αν η διεύθυνση είναι σωστή. Διαπιστώνω ότι είμαι στο σωστό μέρος και ενώ μαζεύω όλο μου το θάρρος για να χτυπήσω το κουδούνι της πόρτας ,κοντοστέκομαι για ένα λεπτό με το χέρι μετέωρο. Ένα μικρό κεφαλάκι έχει προβάλλει από το μικρό παραθυράκι. Είναι ένα μικρό κορίτσι, θα ’ναι δε θα ’ναι δέκα χρονών. Με τα χέρια της μαζεύει με δυσκολία την κουρτίνα και αφού τελικά καταφέρνει να την παραμερίσει τη βλέπω να κάθεται μπρος στο παράθυρο απορροφημένη στο παιχνίδι των παιδιών. Τα παιδιά από την πλατεία τη βλέπουν και της φωνάζουν να πάει να παίξει μαζί τους αλλά εκείνη μόνο κουνάει βιαστικά το χέρι της ότι θα κατέβει αργότερα και γελάει κελαρυστά σα μωρό. Η δύναμη της βαρύτητας θες ή η γρήγορή μου απόφαση έκανε το χέρι μου να ακουμπήσει το κουδούνι της πόρτας αυτής αβίαστα και αποφασιστικά!
Μου άνοιξε ένας χαμογελαστός κύριος που το πρόσωπό του έμοιαζε με καρδιά, συστηθήκαμε και μου είπε να περάσω και να περιμένω στο σαλόνι. Το σπίτι μέσα ήταν δροσερό, μύριζε σαπούνι , βανίλια και καμένη ζάχαρη. Τα έπιπλα δεν ήταν τόσο μοντέρνα , ήταν όμως άνετα και καθαρά , σου απέπνεαν ένα αέρα αξιοπρέπειας και αρχοντιάς χωρίς όμως να αξίζουν παραπάνω από λίγα χρήματα σε κάποιο γιουσουρούμ. Πρέπει να ονειροπολούσα ώρα ενώ έπινα γουλιά γουλιά τη σπιτική λεμονάδα που μου είχαν προσφέρει, όταν μπήκε και διέκοψε την πνευματική μου περιπλάνηση η μητέρα.
«Καλησπέρα, θα είσαι η Ειρήνη, εγώ είμαι η Κατερίνα η μαμά της Μαιρούλας , από εδώ ο Γιάννης ο σύζυγός μου και αυτή εδώ είναι η Μαιρούλα μας»
«Γειά σας, χαίρω πολύ, ευχαριστώ πολύ που με δεχθήκατε» είπα σχεδόν με μια ανάσα, ξέπνοα. Όχι ότι δεν ήξερα τι να περιμένω και ούτε πρώτη φορά ερχόμουν αντιμέτωπη με τέτοιες καταστάσεις αλλά να δεν το περίμενα να κομπιάσω, να φανώ τόσο μα τόσο αμήχανη και κουτή. Η Κατερίνα κατάλαβε αμέσως όμως την αμηχανία μου και έκανε νόημα στον άντρα της να μας αφήσουν μόνες.
Πλησίασα το μικρό κορίτσι, διστακτικά αλλά πολύ αποφασιστικά, χαμήλωσα τα μάτια μου στο ύψος των δικών της και της πρόσφερα ένα μικρό βιβλίο με φιγουρίνια που μπορείς να τα κόψεις, να τα βάψεις και να τα συνδυάσεις όπως ήθελες. Συνήθως τα κοριτσάκια τρελαινόντουσαν για τέτοια άλλωστε οι ανιψιές μου όλο τέτοια μου ζητάνε. Με ευχαρίστησε ευγενικά και το έβαλε στην άκρη μαζί με κάποια άλλα.
Δεν είχαμε και πολλά να πούμε και εγώ άρχισα να νιώθω τόσο μα τόσο χαζή που το μόνο που ήθελα ήταν να φύγω τρέχοντας. Τι δουλειά είχα εκεί; Δεν υπήρχε περίπτωση να τα καταφέρω αυτή τη φορά, θα άλλαζα ενδεχομένως και επαγγελματικό προσανατολισμό, ίσως να άνοιγα αυτό το κομμωτήριο που η μάνα μου τόσο ήθελε χρόνια τώρα, ίσως να έφευγα στο εξωτερικό σαν όλους τους άλλους. Όσο εγώ σκεφτόμουν το σχέδιο διαφυγής μου από το μικρό αυτό σπιτάκι ένας ήχος ψαλιδιού που κόβει το χαρτί μου απέσπασε βίαια την προσοχή μου. Πήγα κοντά της να δω καλύτερα τι ήταν αυτό που έκοβε μόνο για να συνειδητοποιήσω ότι έκοβε όλα τα παπούτσια μέσα από τα περιοδικά που είχε στοιβαγμένα στο τραπέζι δίπλα της. Γόβες, μπαλαρίνες, σνικερς, πλατφόρμες, σκαρπίνια και μπότες , κομμένα σύριζα σε διάφορα χρώματα σε διάφορα σχέδια και υλικά. Μάλιστα είχε παραδίπλα ένα σα λεύκωμα όπου τα κολλούσε ανά είδος και ανά εποχή. Αλλού τα χειμωνιάτικα αλλού τα καλοκαιρινά, αλλού τις γαλότσες αλλού τα παπούτσια χορού.
«Πώς μπορώ να σε βοηθήσω;» τη ρώτησα , σήκωσε τα μάτια της και με κοίταξε βαθιά και ερευνητικά, με ζύγιασε , με μέτρησε και μου είπε «τώρα δε μπορείς πολλά να κάνεις, αλλά μόλις καταφέρω να σταθώ στα νέα μου πρόσθετα πόδια , θέλω να μου πάρεις ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια και να πάμε μέχρι την πλατεία να παίξω με τους φίλους μου.»
Πέρασαν σχεδόν δέκα μήνες μετά την πρώτη εφαρμογή των προσθετικών κάτω άκρων στη Μαιρούλα. Εγώ ακούραστα και αδιαμαρτύρητα ήμουν δίπλα σε αυτή την οικογένεια να τη βοηθάω και να τη στηρίζω στο δύσκολο αυτό δρόμο της αποδοχής και της αλλαγής της καθημερινότητας. Η Μαιρούλα γινόταν όλο και πιο συνεργάσιμη στις ασκήσεις μας όλο και πιο δεκτική στη νέα της καθημερινότητα .
Θα ΄ταν δε θα ’ταν αρχές Ιούνη και είχε τα γενέθλιά της , είχε δουλέψει τόσο πολύ όλο αυτό τον καιρό, τα σχολεία τελειώναν και τα παιδιά στην πλατεία είχαν πάλι αρχίσει να μαζεύονται .
Εκείνο το απόγευμα κανείς δε θα το ξεχάσει, σβήσαμε τα έντεκα κεριά μας, βάλαμε τα κόκκινα παπούτσια μας και πήγαμε στην πλατεία. Τα παιδιά μας περίμεναν όλα μια γύρα και στη μέση η ασπρόμαυρη μπάλα, της κράτησα γερά το χέρι και της είπα «μπορείς»….
Η ασπρόμαυρη μπάλα σηκώθηκε ψηλά και το παιχνίδι άρχισε ξανά!

(Αφιερωμένο στις κόρες μου Μαρία & Εύη που έχουν τα γενέθλιά τους σήμερα)