Μάιος 1943

Η Μάρω δεν τα κατάφερνε με τα ρημάδια τα Ιταλικά.
Ξεφυσούσε πάνω από τα μισοσκισμένα της τετράδια, σιάζοντας το γαλάζιο φόρεμά της. Στην άκρη της σελίδας, ζωγράφιζε μικρούς αγγέλους για να περάσει η ώρα της. Η μάνα της, η Τσαμπίκα, έσμιγε τα φρύδια και την κοίταγε με μισό μάτι.
«Μωρή κόρη, τι θα κάμω μαζί σου; Εν εθέλεις να τα μάθεις; Να δω τι θα αποκάμεις αν σε σταματήσουν στον δρόμο, εδωνά, απόξω»
«Άσε με ωρέ μάνα. Με έπρηξες, πιο. Θα γλιστρήσω κάτω από τα κανιά τους. Να, κοίτα με!»
Η Μάρω έδωσε ένα σάλτο και σαν μικρό ζαρκάδι χώθηκε κάτω από τα πόδια της μάνας της. Γέλια γέμισαν το μικρό σαλονάκι καθώς η μάνα κυνηγούσε την κόρη όσο η χύτρα τσίριζε μανιασμένη στην κουζίνα. Η Τσαμπίκα σταμάτησε το κυνηγητό κι ιδρωμένη πήγε να τελειώσει το φαγητό.
«Έχεις γιομίσει τα τετράδιά σου με αγγέλους και διαβόλους. Τόσο πολύ σ’ αρέσουν;» ρώτησε όλο απορία η μάνα της Μάρως.
Η μικρή ανασήκωσε τους ώμους και δεν απάντησε. Τινάχτηκε απότομα καθώς άκουσε ένα θόρυβο έξω από το σπιτικό τους και σκαρφάλωσε στο παραθύρι να δει τι γίνεται. Δύο τεράστια αυτοκίνητα είχαν σταματήσει μπροστά στην αυλή τους, μαύρα σαν τον πάτο του πηγαδιού. Η Τσαμπίκα έκλεισε το φαί και πλησίασε την κόρη της.
«Ιταλοί;» την ρώτησε η μικρή.
«Εν ξέρω μωρό μου. Ο πατέρας σου είναι στο χωράφι και θα αργήσει να γυρίσει. Πάνε στο δωμάτιο σου και τσιμουδιά, ακούς;»
Η Μάρω τα έπαιρνε όλα στην πλάκα. Το πρόσωπο της μάνας της όμως μαρτυρούσε άλλα πράγματα. Πρώτη φορά την έβλεπε έτσι. Μάζεψε τα χαρτικά της, πήρε και το ανεπιθύμητο βιβλίο των Ιταλικών και μπήκε στο δωμάτιό της. Έκλεισε την πόρτα καλά και μετά άρπαξε ένα αδειανό ποτήρι και το κόλλησε πάνω στο ξύλο. Ο φίλος της ο Σέργιος της είχε πει ότι έτσι κρυφάκουγε τους γονείς του όταν τσακώνονταν, για το αν θα φύγουν ή όχι από το χωριό.
Η εξώπορτά τους, χτύπησε δύο φορές δυνατά κι έπειτα μία τρίτη. Η ανάσα της Μάρως κόπηκε για μια στιγμή και παραλίγο να της πέσει το ποτήρι κάτω. Η Τσαμπίκα άνοιξε την πόρτα κι αμέσως δυνατά βήματα από βαριά άρβυλα μπήκαν στο σπίτι τους.
«Γεια σας κύριοι», άκουσε την μάνα της να μιλάει στα Ιταλικά. «Μόλις ετοίμαζα φαγητό, θα καθίσετε;»
Η Μάρω δεν άκουσε απάντηση μόνο ένα βαρύ αντικείμενο να πέφτει στο τραπέζι του σαλονιού.
«Δεν γνωρίζω τίποτα γι αυτό», είπε η μητέρα της και μετά δύο λέξεις που δεν τις κατάλαβε. Τελικά το ποτήρι τής έπεσε απ’ τα χέρια και κατρακύλησε στο πάτωμα, όταν άκουσε την κραυγή της μάνας της που καλούσε σε βοήθεια.
«Ποιος είναι στο δωμάτιο;» είπε μία βαριά, ανδρική φωνή στα Ιταλικά. Η Μάρω κράτησε την ανάσα στα στήθη της, φοβούμενη ότι θα βγει και θα την προδώσει.
«Κανείς, κανείς, ένα βάζ…» πήγε να πει η Τσαμπίκα αλλά ένα δυνατό χαστούκι την σταμάτησε. Η Μάρω έτρεξε στο παράθυρο του δωματίου και το άνοιξε. Έβαλε σε ένα σάκο ελάχιστα πράγματα – τις ζωγραφιές της φυσικά – και με ένα σάλτο, πήδηξε έξω. Ο πατέρας της το είχε δηλώσει ξεκάθαρα «Αν οι επιλογές είναι το φευγιό ή οι Ιταλοί… μία είναι η λύση. Τρέχα μικρή μου, απλά τρέχα».
Η Μάρω έτρεξε, διέσχισε το χωράφι κι άρχισε να κατεβαίνει τον λόφο. Το χωριό τους, ήταν χτισμένο πάνω σε έναν πελώριο βράχο, λες κι είχε κατέβει από τον ουρανό κι είχε ξαπλώσει πάνω του, όπως κι οι άγγελοι. Όταν έφτασε κοντά στην παραλία, συνέχισε να τρέχει δεξιά μέχρι που βρήκε ένα ανάχωμα που ‘χαν στήσει οι φαντάροι πριν από δύο χρόνια. Κρύφτηκε εκεί μέσα κι άρχισε να παίρνει πολύτιμες ανάσες.
Λίγο πριν σουρουπώσει, την πήρε ο ύπνος. Η υγρασία της θάλασσας την έκανε να τρέμει και τα όνειρά της ήταν ανησυχητικά. Έβλεπε αγγέλους να πέφτουν από τον ουρανό, να ακουμπάν τον λόφο που ήταν το χωριό της και να χάνονται με μία έκρηξη λευκού φωτός. Μέχρι που ο βράχος έβγαλε δόντια, τεράστια άσπρα δόντια, κατάπιε το χωριό κι η Μάρω ξύπνησε με μία κραυγή. Δύο γαλανά μάτια την κοιτούσαν, λίγα μέτρα μακριά της.
«Ήρεμα μικρή μου, δε θα σε πειράξω. Παραμιλούσες».
Τον έλεγαν Μανωλιό κι ήταν φαντάρος. Έκανε περιπολία στη παραλία μέχρι που άκουσε τα παραμιλητά της.
«Από τον Αρχάγγελο έρχεσαι ε; Έμαθα, έχετε φασαρίες εκεί. Οι Ιταλοί ψάχνουν κάποιον δικό σας που έκλεψε τα σχέδιά τους».
«Μπήκαν σπίτι μας και… έπιασαν τη μαμά μου…»
Ο Μανωλιός της έπιασε τους ώμους και της χαμογέλασε.
«Ηρέμησε. Θα κάνουμε έφοδο το βράδυ, η διμοιρία μου μαζί με τον λοχαγό. Τώρα θα σε πάω στο φυλάκιο μας που θα είσαι ασφαλής, εντάξει;»
Ο Μανωλιός της έδωσε το χέρι του. Η Μάρω σκάλωσε το βλέμμα της στα καταγάλανα μάτια του. Ήταν όμορφος. Σφίγγοντας τον σάκο πάνω της, τον ακολούθησε μέχρι που έφτασαν σε ένα απομονωμένο φυλάκιο δύο χιλιόμετρα μακριά. Εκεί γνώρισε τον Στράτο, τον Μάκη, τον Ανέστη και τον λοχαγό τους, έναν ξερακιανό Κύπριο που είχε δύο τεράστιες φαβορίτες.
Η Μάρω έμεινε εκεί το βράδυ. Η ομάδα έφυγε κι έκανε έφοδο στο χωριό, όσο αυτή ξαγρυπνούσε ζωγραφίζοντας στο μπλοκ της. Μόνο ο Μανωλιός επέστρεψε, βρίσκοντάς την κοιμισμένη πάνω από τις ζωγραφιές της…

Εξήντα χρόνια μετά, η Τσαμπίκα Διακοσάββα, πάρκαρε το μηχανάκι της έξω από την πλατεία του χωριού Αρχάγγελος. Φορούσε ακόμα τα μαύρα, από την κηδεία της μάνας της. Είχε να πατήσει στον τόπο καταγωγής της από μωρό παιδί. Κίνησε για το εγκαταλελειμμένο πατρικό της, επαναλαμβάνοντας μέσα της τα λιγοστά λόγια που της είπε η μάνα της πριν ξεψυχήσει.
«Ο πατέρας σου ήταν ο άγγελος της ζωής μου. Με έσωσε, με μόρφωσε, με έκανε ευτυχισμένη γυναίκα και μάνα. Αλλά μαζί μ’ αυτόν, υπήρχαν άλλοι αγγέλοι, χάρτινοι, που με γλύτωσαν από βέβαιο θάνατο».
Η Τσαμπίκα δεν καταλάβαινε τι εννοούσε η μάνα της. Λόγια μίας ετοιμοθάνατης γριάς που είχαν ξεφτίσει από την άνοια; Οι σκέψεις της την έφεραν έξω από το σπίτι. Πεσμένοι σοβάδες, πέτρες σκαμμένες, χώμα σκληρό. Πήγε στον πίσω κήπο, δίπλα στο ξηρό πηγάδι. Βούτηξε τα χέρια της και άρχισε να σκαλίζει το χώμα. Λίγο μετά, έβγαλε ένα ξεθωριασμένο σάκο ο οποίος μέσα είχε κάποιες ζωγραφιές.
Η Τσαμπίκα κοντοστάθηκε πάνω από μία συγκεκριμένη και δεν κατάλαβε πότε την πήραν τα κλάματα.
Έδειχνε ένα κορίτσι να περιμένει σε ένα φυλάκιο. Παραδίπλα ένα χωριό όπου μία μεγάλη μάχη μαίνονταν. Και πάνω από το χωριό, ανέβαιναν προς τον ουρανό χάρτινοι, ζωγραφιστοί άγγελοι με ανθρώπινα πρόσωπα.

*Η φωτογραφία είναι από την εφημερίδα Η ΡΟΔΙΑΚΗ