Μέσα στο μισοσκότεινο δωμάτιο, η μικρούλα Τσίο, καθισμένη στο πάτωμα, έτριψε τους πονεμένους της καρπούς και τέντωσε το κορμάκι της για να ξεπιαστεί. Ακόμα εννιακόσιοι δύο γερανοί και θα τα κατάφερνε. Εντάξει, το νούμερο φάνταζε τεράστιο, αλλά αυτό δεν έλεγε και κάτι. Μπορεί η Τσίο να ήταν μόλις εφτά, αλλά ήξερε πως αν το αντίτιμο της ελπίδας ήταν χίλια χάρτινα πουλιά, τότε το νούμερο έπαυε να μοιάζει τόσο εξωφρενικά μεγάλο.

Κουρασμένη ξεκίνησε να διπλώνει με τα μικρά χεράκια της το επόμενο τετράγωνο χαρτί με πείσμα. Άλλους δέκα και θα ξάπλωνε λιγάκι, αυτό σκεφτόταν όταν άκουσε το χτύπημα στο παράθυρο και χαρούμενη σηκώθηκε να ανοίξει. Επιτέλους είχε έρθει.

“Άργησες Κέν-κουν!” τον μάλωσε δήθεν αυστηρά και εκείνος της χαμογέλασε πονηρά βγάζοντας μέσα από το σχισμένο μπουφάν του ένα πακέτο.
“Κοίτα όμως τι σου έφερα; Πες μου Τσίο, τώρα που βλέπεις το δώρο μου, είσαι ακόμα θυμωμένη μαζί μου;” είπε εκείνος και της έδωσε το πακέτο.
“Που τα βρήκες; Πόσα είναι; Αχ Κεν, φυσικά και δεν είμαι θυμωμένη. Αυτά είναι πάνω από εκατό! Πες μου μόνο πως δεν τα έκλεψες! Με κλεμμένα οριγκάμι δεν είναι σωστό… Δεν θα πιάσει η ευχή”, αποκρίθηκε εκείνη ενώ άνοιγε το πακέτο. Ένα ουράνιο τόξο από τετράγωνα χαρτιά ξεπρόβαλε μέσα από το πακέτο και τα μάτια της Τσίο έλαμψαν από χαρά μέσα στο σκοτάδι.
“Μην ανησυχείς, δεν τα έκλεψα. Το ήξερα πως αν τα έκλεβα, δεν θα τα ήθελες. Τα αντάλλαξα με το πατίνι μου. Εκατό πενήντα οριγκάμι και δύο τσουρεκάκια με γλυκό φασόλι για ένα μισοσπασμένο πατίνι, νομίζω πως έκανα καλή ανταλλαγή. Εσύ τι λες;” τη ρώτησε και έβγαλε από τη τσέπη του μπουφάν του και τα γλυκίσματα, δίνοντας της το ένα.
“Εγώ λέω πως είσαι ο καλύτερος φίλος του κόσμου! Έλα κάτσε δίπλα μου να φάμε. Βιάσου γιατί έχουμε πολλή δουλειά μετά”, είπε και τον τράβηξε να κάτσει δίπλα της κάνοντας τον να κοκκινίσει.

Για λίγα λεπτά το μόνο που ακουγόταν μέσα στο ήσυχο δωμάτιο ήταν τα δύο παιδιά, που καθισμένα δίπλα – δίπλα, μασουλούσαν με όρεξη το γλύκισμα. Και όταν τελειώσαν, η μικρή Τσίο έφερε από την κουζίνα δυο ποτήρια παγωμένο τσάι να ξεδιψάσουν.

“Θα συνεχίσω εγώ. Εσύ πέσε να κοιμηθείς. Σε λιγάκι ξημερώνει και θα κουτουλάς πάλι αύριο στην τάξη” είπε ο Κεν και πήρε από τα χέρια της το μισοτελειωμένο πουλάκι.
“Κεν… Πιστεύεις πως είμαι ανόητη;” τον ρώτησε ενώ χωνόταν μέσα στο στρώμα της που βρισκόταν πίσω του.
“Πιστεύω πως είσαι πεισματάρα.”
“Και τότε γιατί με βοηθάς;”
“Γιατί είσαι φίλη μου θέλω να είσαι ευτυχισμένη. Όσο λοιπόν αυτή η χαζομάρα σε κάνει ευτυχισμένη, εγώ θα σε βοηθάω όπως μπορώ.”
“Δεν είναι χαζομάρα! Η Σαντάκο απλά δεν πρόλαβε. Εγώ όμως έχω πολύ χρόνο και θα τα καταφέρω. Και όταν τα καταφέρω, τότε θα δεις πως είχα δίκιο. Οι δικοί σου κατάλαβαν πως έφυγες από το σπίτι; Αχ Κεν, αν σε πάρουν χαμπάρι θα στις βρέξουν πάλι και εγώ δεν θέλω να τρως ξύλο εξαιτίας μου.”
“Κανένας δεν κατάλαβε πως έφυγα. Εκείνος πάλι λείπει και εκείνη είχε πιει τόσο σάκε, που ούτε χειροβομβίδα δεν την ξυπνάει. Μην τα σκέφτεσαι αυτά και προσπάθησε να κοιμηθείς.”
“Με πήγε σήμερα η γιαγιά και την είδα. Έχει αδυνατίσει πολύ. Της είπα να κάνει λίγο υπομονή ακόμα. Της είπα πως βρήκα λύση και εκείνη με αγκάλιασε και με φίλησε. Πρέπει να βιαστώ. Κάθε φορά που τη βλέπω, μοιάζει όλο και πιο διαφορετική. Μόνο η μυρωδιά της είναι ίδια. Της ζήτησα φεύγοντας μια μπλούζα της για να τη μυρίζω συνέχεια, αλλά η φύλακας δεν την άφησε να μου δώσει μια. Γιατί δεν την αφήνουν να μου δώσει μια μπλούζα της;”
“Τσίο κοιμήσου σε παρακαλώ. Είσαι σχεδόν δυο μερόνυχτα άυπνη. Θα αρρωστήσεις στο τέλος.”
“Καλά… Σε ευχαριστώ φίλε μου. Σε ευχαριστώ για όλα…” είπε και έκλεισε τα κουρασμένα της μάτια προσπαθώντας να φέρει την εικόνα της μητέρας της μέσα στο μυαλό της.

“ Όποτε φοβάσαι, να κλείνεις τα μάτια σου και θα έρχομαι” ήταν το τελευταίο πράγμα που της είχε πει, λίγο πριν ο αστυνόμος την τραβήξει με βια μακρυά της. Και η Τσίο το έκανε. Όποτε φοβόταν, έκλεινε τα μάτια της και προσπαθούσε να τη φέρει κοντά της. Απόψε όμως αντί για την μητέρα της, μέσα στο όνειρο της, ήρθε ένα κορίτσι που δεν το γνώριζε. Ένα κορίτσι μεγαλύτερο από εκείνη που κρατούσε στα χέρια του μια γιρλάντα από χάρτινους γερανούς. Μα φυσικά, η Σαντάκο. Η Σαντάκο Σασάκι που τους είχαν μιλήσει στο σχολείο για εκείνη. Το κορίτσι που προσπάθησε να φτιάξει την ελπίδα με χαρτί. Το κορίτσι εκείνο, που σε μια άνιση μάχη, πάλεψε τόσο γενναία μέχρι το τέλος. Άδικα είχε φερθεί η ζωή στη Σαντάκο, άδικα φερόταν και σε εκείνη τώρα. Σε τίποτα δεν είχε φταίξει εκείνο το κορίτσι που έχασε τη ζωή του για έναν πόλεμο χωρίς νόημα. Ποιος κακός άνθρωπος ρίχνει μια ατομική βόμβα; Μάλλον ο ίδιος κακός άνθρωπος που είχε πάρει και τη μαμά της μακρυά. Γιατί η μαμά της ήταν αθώα και ας έλεγε ο κόσμος πως είχε φταίξει. Αποκλείεται η δική της μαμά να είχε σκοτώσει τον θείο Γιοσίντα. Εκείνη όμως θα έβρισκε, με τη βοήθεια των γερανών, τον αληθινό ένοχο και η μαμά της θα έβγαινε από τη φυλακή και θα γυρνούσε κοντά της. Εξακόσιους σαράντα τέσσερις γερανούς είχε προλάβει να φτιάξει η Σαντάκο ,πριν την εξαντλήσει μια αρρώστια στο αίμα της, συνέπεια της ραδιενέργεια. Έτσι τους είχε πει η δασκάλα. Το κορίτσι όμως του ονείρου της έμοιαζε υγιές. Χαμογελαστό την πλησίαζε προσφέροντας της μια γιρλάντα από χάρτινα πουλιά, ενώ επαναλάμβανε σχεδόν τραγουδιστά “Χίλιοι γερανοί και κάνε μια ευχή”. Θέλησε να πιάσει τη γιρλάντα, αλλά μόλις την ακούμπησε με τα μικρά της χέρια, εκείνη διαλύθηκε και έγινε χρυσόσκονη. Τι προσπαθούσε να της πει άραγε η Σαντάκο; Την προειδοποιούσε για κάτι, αλλά για τι; Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια της Τσίο. Δάκρυα απελπισίας που η Σαντάκο δεν μπορούσε να την ακούσει. “Βοήθησε με”, ούρλιαζε κλαίγοντας, όταν ένιωσε τα χέρια του Κεν να την ταρακουνάνε επαναφέροντας τη στο μικρό δωμάτιο.

“Όνειρο έβλεπες Τσίο -τσαν. Πάει, πέρασε”, της είπε τρυφερά και την έκλεισε μέσα στην αγκαλιά του.
“Είδα στον ύπνο μου τη Σαντάκο. Για κάτι προσπαθούσε να με προειδοποιήσει.” αποκρίθηκε εκείνη μέσα σε αναφιλητά κρύβοντας το κεφάλι της στο στήθος του.
“Μην κλαις, σε παρακαλώ. Να, κοίτα πόσους γερανούς σου έφτιαξα”, είπε και της έδειξε στο πάτωμα τα φρεσκοφτιαγμένα πουλάκια.
“Είναι πολύ όμορφοι οι γερανοί σου Κεν-κουν…”
“Θα μου πεις λοιπόν τι σκοπεύεις να ευχηθείς όταν φτιάξουμε και τους χίλιους;”
“Δεν ξέρω αν κάνει να σου πω. Φοβάμαι μην χαλάσω την ευχή…”
“Έλα, αφού μαζί τους φτιάχνουμε. Σε παρακαλώ.”
“Θα ευχηθώ να έρθει ο μπαμπάς μου, να με βοηθήσει να βγάλουμε τη μαμά από τη φυλακή. Εγώ είμαι μικρή και κανένας δεν με ακούει. Ο μπαμπάς μου όμως είναι μεγάλος και θα καταφέρει να τη βγάλει. Σε ταξίδι κάπου μακριά έχει πάει και η γιαγιά δεν μπορεί λέει να τον βρει. Οι χίλιοι γερανοί όμως θα πετάξουν και θα τον φέρουν πίσω Κεν. Μα τι έπαθες εσύ τώρα. Γιατί με κοιτάζεις έτσι λυπημένος;”
“Δεν είμαι λυπημένος. Κουρασμένος είμαι. Πάω σπίτι να βάλω τη στολή μου και να πάρω την τσάντα μου. Θα τα πούμε στο σχολείο, εντάξει;” είπε και σηκώθηκε από το πάτωμα σκυθρωπός. Πριν προλάβει όμως να απομακρυνθεί η Τσίο πετάχτηκε όρθια και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο κάνοντας τον να παραπατήσει. Βιαστικά φόρεσε το μπουφάν του και πήδηξε από το παράθυρο έξω στον κήπο.

Ένα τετράγωνο παρακάτω ήταν το δικό του σπίτι. Όσο πιο ήσυχα μπορούσε, μπήκε μέσα ελπίζοντας η μάνα του ακόμα να κοιμόταν. Πριν προλάβει όμως να καταλάβει τι του γινόταν, ένιωσε ένα παγωμένο χέρι να προσγειώνεται στο μάγουλό του με δύναμη.
“Πάλι στο μούλικο ήσουν αχαΐρευτε; Πόσες φορές σου έχω πει να μην κάνεις παρέα με την κόρη της φόνισσας; Ο υποτιθέμενος πατέρας, που δεν την αναγνώρισε ποτέ, αυτοκτόνησε μέσα στη ψυχιατρική κλινική και τώρα η μάνα πίσω από τα κάγκελα. Σκάρτο προϊόν θα είναι και η φιλενάδα σου με τέτοιους γονείς. Ή σαλεμένη ή επικίνδυνη”, ούρλιαζε η μάνα του ενώ συνέχιζε να τον χτυπάει.
“Η μαμά της Τσίο είναι αθώα! Δεν το έκανε εκείνη!” διαμαρτυρήθηκε ο Κεν προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυα του.
“Το ομολόγησε ηλίθιο πλάσμα. Αυτή τον καθάρισε, γιατί τον έπιασε να γλυκοκοιτάζει τη μικρή. Τουλάχιστον αυτό ισχυρίζεται. Πως θόλωσε όταν τον είδε να αυνανίζεται κρατώντας φωτογραφίες της κόρης της. Αλλά άντε να αποδείξει πως λέει αλήθεια. Αυτός οικογενειάρχης άνθρωπος, σοβαρός. Την πήρε στη δουλειά του να μπορεί να ταΐζει το παιδί της. Και ορίστε πως του το ανταπέδωσε!” είπε και αφού του έδωσε μια δυνατή σπρωξιά, χάθηκε στο δίπλα δωμάτιο αφήνοντας τον μόνο να σφίγγει με δύναμη τις μικρές γροθιές του. Τρέμοντας προχώρησε στην κουζίνα και άρχισε να ετοιμάζει το πρωινό. Αν δεν το έκανε θα ακολουθούσε δεύτερος γύρος από φωνές και ξύλο. Έπλυνε το ρύζι και το έβαλε να βράσει, ενώ παράλληλα έκοψε το ραπανάκι και το έριξε μέσα στη σούπα από σόγια. Και όσο περίμενε να γίνει το ρύζι και η σούπα, κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας και νευρικά άρχισε να διπλώνει μερικές τετράγωνες χαρτοπετσέτες σε γερανούς. Χίλιοι γερανοί και κάνε μια ευχή, μουρμούρησε και χάιδεψε το μάγουλο του. Τα χαστούκια της μαμάς του δεν μπορούσαν να σβήσουν το φιλί της Τσίο. Άλλους οκτακόσιους ογδόντα πέντε γερανούς, μια σωστή ευχή και όλα καλά θα πήγαιναν, σκέφτηκε και χαμογέλασε.

 

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σαντάκο_Σασάκι