Τι μπορεί να πετύχει μια φαινομενικά ετερόκλιτη ομάδα, αποτελούμενη από έναν νοσηλευτή, έναν αρχιτέκτονα κι έναν φιλόλογο; Όταν πρόκειται για μουσική, ακόμα και θαύματα! Ο κοινός μας τόπος υπήρξε το “σαράκι” που κουβαλούσαμε και οι τρεις για την Απολλώνια τέχνη, και η απαρχή της σύμπραξής μας έλαβε χώρα όταν βρεθήκαμε ως μέλη σε μια ομάδα φίλων μουσικής, στο διαδίκτυο. Μετά από ένα μικρό διάστημα ανταλλαγής προσωπικών μηνυμάτων και ταύτισης απόψεων εντός της ομάδας, αποφασίσαμε να συναντηθούμε από κοντά, to know us better. Δεν χρειάστηκαν παρά μερικά λεπτά της ώρας για να πυροδοτηθεί η χαρακτηριστική “σπίθα”, το μοναδικό αυτό συναίσθημα και η ιδιαίτερη αντίληψη που διέπουν τους καλλιτέχνες και που εκπέμπουν μόνο στα δικά τους μήκη κύματος, χωρίς να μπορεί κανείς άλλος να τα εκλάβει.

Οι “ρόλοι” μας μοιρασμένοι θαρρείς απολύτως προμελετημένα, σαν μια ανώτερη συμπαντική δύναμη να είχε προκαθορίσει τη συνάντηση αυτή, να είχε εκ των προτέρων “κουμπώσει” τη χημεία της ομάδας. Ο Λευτέρης ήταν ο συνθέτης και η φωνή μας, με σπουδές χρόνων στα κλασικά ωδεία και διπλώματα σε πιάνο και κιθάρα, παράλληλα με την αρχιτεκτονική. Ο Άρης, που μοιραζόταν ανάμεσα στις βάρδιες του νοσοκομείου και τις σπουδές του στη μουσική ενορχήστρωση, ηχοληψία και μίξη. Κι εγώ, ακολουθώντας το πάθος μου για τον λόγο και την εκφορά του εντός κι εκτός σχολικής τάξης, ερχόμουν για να “ντύσω” με τους στίχους μου τις φιλόδοξες δημιουργίες. Ο Λευτέρης είχε διαμορφώσει τον επάνω όροφο του διαμερίσματός του σε κανονικότατο studio, με τεχνικό εξοπλισμό που θα ζήλευαν και οι επαγγελματίες μουσικοί, μα πάνω απ’ όλα με μεράκι και αγάπη για τις νότες. Εκεί έμελλε να ζήσουμε οι τρεις μας αμέτρητες στιγμές δημιουργικής ηδονής, να “γεννήσουμε” μουσική, να καταθέσουμε τα όνειρά μας. Μια φορά τον μήνα αποφασίσαμε να καθιερώσουμε το επονομαζόμενο “τριήμερο εγκλεισμού”: έχοντας τακτοποιήσει τις υπόλοιπες εκκρεμότητες, απομονωνόμασταν για τουλάχιστον τρία εικοσιτετράωρα στο σπίτι-στούντιο, για να δημιουργήσουμε. Δεν είναι εύκολη υπόθεση η γένεση ενός μουσικού κομματιού. Απαιτεί υπομονή, χρόνο, έμπνευση, καλή επικοινωνία με τα σχετιζόμενα μέρη. Με ελάχιστες ώρες ύπνου ενδιάμεσα, πέφταμε με τα μούτρα στη δημιουργία: γράφαμε, σβήναμε, διορθώναμε, διαφωνούσαμε, τσακωνόμασταν. Με την ολοκλήρωση κάθε κομματιού ωστόσο, νιώθαμε την αρχέγονη εκείνη πληρότητα που μόνο ένας καλλιτέχνης μπορεί να βιώσει και να κατανοήσει. Οι δημιουργίες μας “χτύπησαν” την πόρτα των εγχώριων μουσικών νταβατζήδων, αλλά τη βρήκαν κλειστή. Όχι επειδή δεν ήταν αξιόλογες και ικανές να διαγράψουν την πορεία τους, αλλά επειδή τα συγκεκριμένα κυκλώματα είναι πιο άβατα κι από μασονικές κάστες. Έτσι, στραφήκαμε προς το εξωτερικό. Εκεί τα πράγματα είναι πιο εύκολα, βρίσκεις ανερχόμενους καλλιτέχνες μέσω διαδικτύου και με την κατάλληλη συνεννόηση, κάνεις πραγματικότητα όσα η βουτηγμένη μέχρι τον “λαιμό” στη διαφθορά Ελλαδίτσα σου απαγορεύει.

Οι δουλειές έξω άρχισαν να πηγαίνουν εξαιρετικά καλά και η πίεση άρχισε να μεγαλώνει. Προς αποσυμπίεση, ο Άρης φρόντιζε πάντα να έρχεται στους εγκλεισμούς μας φορτωμένος με… “καλούδια”. Ένα φροντισμένο “γάρο” (όπως ο ίδιος το αποκαλούσε) σε αποφορτίζει γρήγορα και με ασφάλεια. Το ρουφάς, αφήνεσαι στη δίνη της εφίδρωσης, ξεσπάς σε ανεξήγητα και μέχρι εξαντλήσεως γέλια, εκτονώνεσαι. Και μετά, πέφτεις με τα μούτρα στο γράψιμο. Με την αύξηση των απαιτήσεων, ούτε κι εκείνο φαινόταν αρκετό. Όταν το μεράκι σου αρχίζει να εμπορευματοποιείται, πρέπει να αναπτύξεις άλλες ταχύτητες. Ο πανικός, ο χείριστος αυτός σύμβουλος, λειτουργεί ύπουλα. Οι νότες ξαφνικά δεν φτάνουν, τα μέτρα δεν χωρούν στη μελωδία, οι στίχοι δεν “κουμπώνουν” όταν τα μέτρα αλλάζουν κάθε πέντε λεπτά, η μίξη δεν μπορεί να γίνει σωστά. Απόγνωση, τέλμα. Τα χρονοδιαγράμματα ασφυκτικά, οι ξένοι περιμένουν τρία κομμάτια μέχρι αύριο το βράδυ, έχουμε προπληρωθεί. Ο Άρης έριξε στο τραπέζι τη λύση: “η χιονούλα θα κάνει δουλειά, δεν σωζόμαστε αλλιώς, μάγκες”. Και κατέφθασε η χιονούλα, φρεσκότατη και λαμπερή, σερβιρισμένη στο γυαλιστερό ασημένιο δισκάκι. Παραδίπλα η πιστωτική κάρτα, περιμένει υπομονετικά να… απονείμει δικαιοσύνη. “Κόβω γρήγορα και ορμάμε, δεν θέλει σκέψη”. Ο Άρης καταβρόχθισε τη μερίδα του με λαιμαργία, ακολούθησε ο Λευτέρης εξίσου λυσσασμένα. Έπεσα κι εγώ να δοκιμάσω τη χιονούλα. Η άτιμη, πράγματι λειτούργησε σε κλάσματα δευτερολέπτου. Από την κόπωση, την παραίτηση και την εξάντληση, βρεθήκαμε σε φάση ιλιγγιώδους διέγερσης, τύπου “τώρα τρώω και τα σίδερα”. Το κάψιμο που ξεκινά από το κεφάλι, γρήγορα εξαπλώνεται σε κάθε σπιθαμή του κορμιού, σε κάνει να θες να τρυπήσεις τον τοίχο. Τα κομμάτια “βγήκαν” μέσα σε μόλις δύο ώρες, αριστουργήματα σωστά, η Μούσα είναι σίγουρα περήφανη για εμάς. Έτσι κύλησαν δυο ολόκληρα χρόνια, με τη χιονούλα να ανάγεται στην απόλυτη θεά μας. Διαρκώς παρούσα στο τραπέζι, μας έβγαζε “γούστα” πολλά, εντός κι εκτός στούντιο. Στιγμές επίπλαστης παντοδυναμίας, ορμών δανεικών και κίβδηλων. Η ψεύτικη και σύντομη ανάταση περνούσε τόσο γρήγορα, όσο και ο χρόνος μας. Έξω είχαμε ήδη “φτιάξει” όνομα, τα πράγματα πήγαιναν καλά, συνεχίζαμε ακάθεκτοι. Το “παν μέτρον άριστον” μας είχε λίγο διαφύγει ωστόσο, και ήρθε αιφνίδια να μας κάνει αισθητή την παρουσία του. Ο Άρης εσπευσμένα στην εντατική, μην μπορώντας να συνέλθει από μια “γενναία” μερίδα χιονούλας, που του έπεσε βαριά. Κατά τη βασανιστική αναμονή έξω από τον θάλαμο, κοιταχτήκαμε με τον Λευτέρη στα μάτια, χωρίς να μιλήσουμε. Μέχρι εδώ ήταν, τα μάτια μας συνυπέγραψαν το τέλος με συνοπτικές διαδικασίες. Η χιονούλα έπρεπε να μπει τώρα στο “ντουλάπι” με τις αμαρτωλές μας αναμνήσεις οριστικά, μαζί με τις νότες, τους στίχους, τα μέτρα και τις μελωδίες μας.

Πέρασαν από τότε περίπου πέντε χρόνια. Με τον Άρη βλεπόμαστε μια-δυο φορές τον χρόνο για κανέναν καφέ, όποτε ευκαιρήσουμε. Ο Λευτέρης, μόνιμος κάτοικος Λονδίνου εδώ και καιρό, επικοινωνεί μαζί μας μέσω διαδικτύου και μαθαίνουμε τα νέα του. Η παρέα της χιονούλας ακολουθεί ξεχωριστούς δρόμους, πλέον. Έμειναν όμως οι μουσικές, τα περήφανα “παιδιά” μας, να θυμίζουν όλα εκείνα που είχαμε κάποτε ονειρευτεί.