Η μικρή Σοφία ζούσε ευτυχισμένη με τους γονείς της και την γιαγιά της. Η γιαγιά της η Σιβράβα δεν ήταν καμιά τυχαία. Χήρα είχε αναλάβει την διαχείριση της περιουσίας τους με μεγάλη επιτυχία. Η ευτυχία όμως είναι κάτι εφήμερο. Δεν θα κρατούσε πολύ. Είχαν καταλάβει πως κάτι δεν πάει καλά. Τους ενημέρωσαν νύχτα πως πρέπει να ετοιμαστούν και να φύγουν. Η Σιβράβα κατάλαβε πως κάτι κακό θα γίνει. Με λιγοστά πράγματα έφτασαν στο λιμάνι. Την στιγμή της αναχώρησης Τούρκοι μπήκαν στον καράβι. Έπιασαν τον πατέρα της Σοφίας και τον κατέβασαν. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που η Σιβράβα θα έβλεπε τον γιο της και την πατρίδα της.

Ο πόνος του βίαιου αποχωρισμού δεν είχε χώρο στο καράβι. Αγωνία, αρρώστιες, θάνατος. Η επιβίωση για 2 γυναίκες μόνες με ένα μικρό παιδί ήταν μονόδρομος. Και μετά ήρθε η εγκατάσταση στην Ελλάδα. Θεσσαλονίκη. Άλλες αρρώστιες, άλλη ταλαιπωρία, άλλος αγώνας. Με τα πολλά η Σιβράβα αποφάσισε να φύγουν για τη Δυτική Μακεδονία εκεί που θα τους έδιναν γη. Η εγκατάσταση τους δεν ήταν εύκολη. Αλλά εκείνη ήταν αποφασισμένη.

Θεώρησε το γιο της χαμένο. Δυνατότητα επικοινωνίας άλλωστε δεν υπήρχε. Πάντρεψε την νύφη της, την Μελάνα, με έναν δικό τους. Η νύφη της ήταν καλή και ήσυχη γυναίκα αλλά άβουλη. Ο γάμος αυτός δεν ήταν γραφτό να κρατήσει. Έκαναν τρία παιδιά ακόμα και μερικά χρόνια μετά ο νέος σύζυγος την εγκατέλειψε και κλέφτηκε με την δασκάλα του χωριού. Η Σιβράβα δεν ξεχώρισε ποτέ της τα εγγόνια. Συνέχισε να φροντίζει την όλη οικογένεια.

Τα χρόνια πέρασαν η Μελάνα και η Σιβράβα πέθαναν, η Σοφία παντρεύτηκε έκανε παιδιά, τα μεγάλωσε, έκανε εγγόνια και νωρίς απέκτησε δισέγγονα. Ήθελε να ταξιδέψει στην Τουρκία να δει το πατρικό της, να δει τον τόπο της αλλά δεν το έκανε. Ήταν ανοιχτή η πληγή μέσα της.

Ώσπου ήρθε εκείνο το πρωί. Ένα γράμμα έφτασε στην πόρτα της. Η Σοφία για μέρες δεν έλεγε να ηρεμήσει. Μάταια όλη η οικογένεια προσπαθούσε να καταλάβει τι έχει συμβεί. Προσπάθησαν να διαβάσουν το γράμμα αλλά ήταν γραμμένο στην τουρκική γλώσσα και πέρα από τη Σοφία κάνεις δεν ήξερε. Περνούσαν οι μέρες και έφερναν νεύρα, πίκρα και εκνευρισμό. Και ήρθε η στιγμή να σπάσει την τόσο εκκωφαντική σιωπή της.

Πέντε αδελφοί άγνωστοι για εκείνη για χρόνια την έψαχναν. Ο πατέρας της πίσω την πατρίδα γνώρισε μια γυναίκα από την Αρμενία. Δεν την παντρεύτηκε ποτέ, έκανε μαζί της πέντε παιδιά και σχεδόν αμέσως πέθανε. Ωστόσο η γυναίκα εκείνη μεγάλωσε τα παιδιά της λέγοντας τους πως έχουν μια αδελφή που αν είναι ζωντανή θα είναι στην Ελλάδα. Έψαχναν για χρόνια χωρίς στοιχεία, χαμένοι στην μετάφραση. Ήταν δύσκολοι καιροί τότε. Δεν σταμάτησαν ποτέ. Και την βρήκαν. Το γράμμα αυτό ήταν μια πρόσκληση στην Πόλη.

Η Σοφία ήταν κάθετη στην αρχή. Δεν ήθελε ούτε να τους δει. Ο χρόνος όμως μαλάκωσε την καρδιά της. Πήρε την απόφαση και έκανε το ταξίδι με την πίστη πως απλά θα είναι μια γνωριμία. Μια υποχρέωση που πρέπει απλά να γίνει. Πόσο λάθος έκανε. Στο αεροδρόμιο την περίμενε μια ολόκληρη φαμίλια. Τα αδέλφια της, τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους. Αγαπούσαν μια αδελφή που δεν ήξεραν καν. Την περίμεναν πως και πως με λουλούδια στα χέρια και αγάπη. Τόση αγάπη για εκείνη που τους ήταν άγνωστη. Η Σοφία είχε σκοπό να κάτσε μια βδομάδα τελικά έκατσε μήνες. Δεν πέρασαν ούτε εκείνοι εύκολα χρόνια. Ήταν οι γιοι του Έλληνα. Τους πολέμησαν, τους κυνήγησαν. Έγιναν μουσουλμάνοι, προσπάθησαν να ενταχθούν. Οι 3 αδελφοί έμειναν εκεί. Οι δύο έφυγαν για το εξωτερικό. Μεγάλωσαν, έκαναν οικογένειες, παιδιά, εγγόνια και ο καθένας χάραξε τον δικό του δρόμο.

Εκείνο το ταξίδι ήταν μόνο η αρχή. Πολλά ακολούθησαν. Με την Σοφία να πηγαίνει στην Τουρκία και τα παιδιά των αδελφών της να έρχονται στην Ελλάδα να ζουν μαζί με τα παιδιά και τα εγγόνια της για μήνες. Τι και οι εδώ ήταν χριστιανοί και οι εκεί μουσουλμάνοι. Τι και αν μόνο η Σοφία ήξερε τη γλώσσα . Δεν έπαιξε ποτέ κανένα ρόλο. Και γιατί να παίξει άλλωστε;

Ποτέ δεν έπαψαν να έχουν επαφή, σχέση και επικοινωνία. Η Σοφία αγάπησε τα αδέλφια της. Τα δέχτηκε και τα αγκάλιασε. Βοήθησε και η οικογένεια της σε αυτό που την έσπρωχνε προς αυτό το δρόμο, με μπροστάρη τον άνδρα της που ήταν ιερέας. Όταν ο σύζυγος της πέθανε ήρθαν όλοι να της σταθούν. Μια μεγάλη δυνατή οικογένεια ασπίδα δίπλα της.
Τα τελευταία χρόνια η Σοφία χτυπήθηκε από την ίδια τη ζωή άσχημα αφού σε μεγάλη ηλικία έζησε τον απόλυτο πόνο και αποχαιρέτησε την κόρη της που έφυγε ξαφνικά από ατύχημα . Δεν ταξίδεψε ξανά στην Τουρκία και τα αδέλφια της μεγάλα και αυτά δεν μπορούσαν να έρθουν στην Ελλάδα. Μιλούσαν συχνά στο τηλέφωνο. Λίγα χρόνια μετά ήρεμα πέθανε στο κρεβάτι της μεγάλη σε ηλικία. Ξαφνικά χωρίς να έχει πρόβλημα υγείας. Στην κηδεία της Σοφίας σοκαρισμένοι ήρθαν όσοι μπόρεσαν για το τελευταίο αντίο. Την τίμησαν ακόμα και από απόσταση με δικές τους τελετές. Η Σοφία αγάπησε και αγαπήθηκε βαθιά. Πέρα από σύνορα και όρια. Πέρα από θρησκείες, πατρίδες και πρέπει. Τι και αν έχασε τόσα; Πήρε πολλά περισσότερα και τα έδωσε πίσω δίπλα μέσα από την καρδιά της. Όχι αυτά που φαίνονται, όχι αυτά που τρώγονται, αλλά αυτά που μας φτάνουν ψηλά μέσα μας.

Στην μνήμη της προγιαγιάς μου που έφυγε πριν από λίγα χρόνια. Γιαγιά μου σε ευχαριστώ για όλα.