Ta Bizoudakia tis Attartis

 

Χειμωνιάτικο ποδαρικό το κρύο, μια μικρή απόλαυση, ειδικά όταν βρίσκεται κανείς με μια κούπα αχνιστή σοκολάτα να του ζεσταίνουν τα χέρια. Γλυκιά θαλπωρή που σταλάζει στην καρδιά, συντροφιά με τον ήχο της φωτιάς στο τζάκι. Η ματιά πέφτει στις φλόγες που χορεύουν το δικό τους τραγούδι, δίπλα στο ταξίδι του ανέμου, η δροσιά της βροχής. Μπροστά στα πόδια, βρίσκονται αραδιασμένα χαρτόκουτα και χρησιμοποιημένα πακετάκια με τα στολίδια που ετοιμάζονται να γεμίσουν το φετινό Χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Παράξενο πράγμα ο στολισμός του δέντρου. Έχει κάτι το μαγικό. Από τη στιγμή που θα αγγίξει κανείς το πρώτο πακέτο με τα καλά φυλαγμένα στολίδια, νιώθει πως μια ξαφνική, ανεπαίσθητη ρίγη τον διαπερνά. Ένα άρωμα παλιού, νοτισμένο με νοσταλγία και πασπαλισμένο με προσμονή. Μια γουλιά από τη ζεστή σοκολάτα διακόπτει τις σκέψεις. Πιάνεις με τα χέρια σου το δέντρο. Στήνεις τα κομμάτια του, ξεδιπλώνεις τα κλαδιά του, φουντώνεις τις άκρες του και η σκέψη σου το ακολουθεί. Τώρα στέκεται μπροστά σου, καταπράσινο, γυμνό, έτοιμο να υποδεχθεί τα στολίδια του. Κάθε μπάλα μια ανάμνηση, στολίδια σκέψεις, γιρλάντες εμπειρίες γραμμένες μέσα από το πρίσμα του χρόνου.

Χαρίζεις ένα χαμόγελο στη στιγμή και αγγίζεις με προσοχή μια μπάλα παλιά. Απαλά φυσάς τη σκόνη της, χαζεύεις τις ανεπαίσθητες γρατζουνιές της και χάνεσαι μέσα σε αυτές. Όπως τότε που ένα παιδικό μουτράκι κοίταζε μαγεμένο τη μικρή του φάτνη. Φτιαγμένη από χαρτί, γρατζουνισμένη και τσακισμένη στις άκρες, κάπου – κάπου λίγο σκισμένη. Εκείνο όμως δεν το ένοιαζε. Με λίγη αλευρόκολλα, στήριξε το μαλακό χαρτί μαζί με τα όνειρά του. Μια μπάλα παράταιρη, ακουμπισμένη δίπλα χωρίς δέντρο για να στηρίξει τη λάμψη της. Το μικρό μουτράκι, γέμισε με βαμβάκι ένα γύρο τη φάτνη του, να μοιάζει χιόνι, έκρυψε τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια κάτω από αυτό, να πάρουν χρώμα οι μέρες του και τα μικρά του δάκρυα. Παραμονή Χριστουγέννων και ήταν όλα σκοτεινά στο σπίτι. Η μητέρα κοιμόταν, ο πατέρας ταξίδευε σε μέρη μακρινά. Ο τόπος φαινόταν να μην το χωρά. Σηκώθηκε από το κρεβάτι του, πήγε κοντά στη φάτνη που με τόση φροντίδα είχε στήσει. Μια κλεφτή ματιά από το παράθυρο έδωσε μια λαμπερή γεύση από άπιαστο όνειρο. Πίσω από φωτεινά παράθυρα, φιγούρες χαρούμενων ανθρώπων που με ζωηράδα αντάλλασσαν αγκαλιές, περαστικοί με έντονες κινήσεις να προσπαθούν να φτάσουν γρήγορα στο σπίτι αγαπημένων, φορτωμένοι με δώρα και γλυκίσματα. Ατμόσφαιρα γιορτινή, έξω όχι μέσα. Εδώ σκοτάδι, ησυχία. Στυλώνει αυτό το μικρό μουτράκι, το βλέμμα του σε μια φάτνη που εξαφανιζόταν μόλις έσβηναν τα φωτάκια. Προσπαθούσε με τη φαντασία του να ζωντανέψει την εικόνα της ανάμεσα στα κενά από τα λαμπυρίσματα. Στήριζε την προσπάθειά του με ευχές, να γιόρταζε κι αυτό, να γέμιζε το σπίτι κόσμο, να έβλεπε χαμόγελα. Έσβηναν όμως τα λαμπιόνια σκορπίζοντας μαζί, όνειρα φευγαλέα, τις ευχές του, ελπίδες που χάνονταν και ζωντάνευαν, φωτάκια που άναβαν και έσβηναν.
– Γιατί μαμά εμείς δε γιορτάζουμε; είχε ρωτήσει νωρίτερα το απόγευμα.
– Γιατί το σωστό παιδί μου είναι …
Τα υπόλοιπα δεν είχαν σημασία. Τα είχε μάθει απέξω, ποίημα για να γεμίζει τα άδεια του Χριστούγεννα. Αυτές τις απαντήσεις που στο μυαλουδάκι του δε χώραγαν, τις έδιωχνε μακριά, μέσα σε εκείνες τις ήσυχες στιγμές της Παραμονής, μέχρι που αποκοιμιόταν δίπλα στη φάτνη του, για να ζωντανέψουν μπροστά του οι γιορτές. Την επόμενη μέρα, ένα τηλεγράφημα από μια θάλασσα ήταν το μόνο που θύμιζε Χριστούγεννα.

Τη μπάλα αυτή, από τότε τη φύλαξες, χαιρετάς με τρυφερότητα το μικρό αυτό μουτράκι που καθρεφτίζεται μέσα της και την κρεμάς πρώτη στο τωρινό σου δέντρο. Βάζεις λίγη μουσική, κάποιο τραγούδι γιορτινό. Πιάνεις σιωπηλά την επόμενη μπάλα, εντυπωσιακά μικρή, και χάνεσαι μέσα της.

Το πρώτο σου δέντρο, ευχή που με τα χέρια σου εκπλήρωσες στο παιδάκι της καρδιάς σου. Πέρασαν χρόνια, άνοιξες τα φτερά σου, αλλά μέσα σου αυτές τις μέρες γίνεσαι κάθε φορά το παιδί που τα μάτια κλείνει για να μαγευτεί. Το διάλεξες το δέντρο σου μικρό, μινιατούρες σχεδόν τα στολίδια του, σα γλυκό ζαχαρωτό να θρέψει την ευχή της καρδιάς. Αυτή τη φορά, πρόφαση βρήκες να μείνεις στο φοιτητικό σου δωμάτιο. Η πρώτη λάμψη, τα πρώτα δικά σου Χριστούγεννα. Είναι η φορά που την Παραμονή το δωμάτιο έχει φως γιορτινό, η πρώτη φορά που το σκοτάδι της Παραμονής έχει μείνει πίσω. Χαμογελάς και σ’ αυτήν την ανάμνηση. Τοποθετείς κι αυτή τη μπαλίτσα στο δέντρο σου, με προσοχή μη σπάσει η στιγμή.

Νέο τραγούδι γεμίζει το χώρο, άλλη μια γουλιά ζεστής σοκολάτας γεμίζει τη διάθεση με αστερόσκονη. Το επόμενο στολίδι που πιάνεις στο χέρι, μικρό αγγελάκι χάρτινο, άτσαλα ζωγραφισμένο με μαρκαδόρο. Το δέντρο που πάνω του κρεμόταν γέμιζε κι άλλα ζευγάρια παιδικά μάτια. Η οικογένεια είχε στηθεί, γύρω από το δέντρο όλοι έβαζαν με την καρδιά τους στολίδια και γιρλάντες, μα πάνω απ’ όλα ευχές, αγάπη και χαμόγελα. Μαγεία Χριστουγεννιάτικη που ταξίδευε ολόκληρη τη νέα οικογένεια. Ξεθώριασαν τα σκοτεινά Χριστούγεννα, γέμισαν γιορτινή διάθεση η καρδιά, το σπίτι, ο τόπος όλος, με τραγούδια, άρωμα μελιού και γλύκα μελομακάρονου.

Συνέχισες να στολίζεις με μπάλες-στιγμές, εμπειρίες-γιρλάντες και φως εορταστικό. Ακουμπάς με τρυφερότητα κάθε ανάμνηση και την τοποθετείς στο δέντρο σου. Οι παλιές, σαν πιο βαριές χαμηλά στα κλαδιά. Ανεβαίνεις με τις καινούριες που σιγά-σιγά σκάλισες. Μα πριν καλά το καταλάβεις, γέλια και ζωντάνια γεμίζουν την αγκαλιά σου και την καρδιά σου, χαμόγελα και πολλά ζευγάρια μάτια δίπλα σου, γύρω σου παντού. Πιάνουν με κέφι στολίδια, παλιά και καινούρια, παιχνίδια στα χέρια τους που τα κρεμούν αδιακρίτως στο Χριστουγεννιάτικα ντυμένο δέντρο σου. Το Παλιό ανακατεμένο με το Νέο, εκεί να κοσμεί το τωρινό δέντρο, μαζί με τη δική σου ζωή. Τα αγαπάς τα στολίδια σου, αγαπάς τα χέρια που γεμίζουν τα κλαδιά του δέντρου σας, αγαπάς τις στιγμές, αφήνεσαι στη μαγεία που ονειρεύτηκες –μικρό μουτράκι– και τώρα γεύεσαι την αστερόσκονη που γεμίζει το χώρο, τη ζωή και το χρόνο. Σε λίγο, θα έρθουν αγαπημένα πρόσωπα, θα ανταλλάξετε ευχές, δώρα και θα πιείτε καλό κρασί για να ευχηθείτε στις στιγμές. Το «τότε» και το «τώρα» μαζί αγκαλιασμένο, στο ίδιο δέντρο, διαφορετικά κλαδιά, που συνθέτουν τη μαγεία του σήμερα.

Καλά Χριστούγεννα!