Χρόνια Πολλά, Σπερματοδότη. Ένα τίναγμα του ηβικού οστού σου, η συνεισφορά σου όλη.

Χρόνια Πολλά απειροελάχιστε, ανύπαρκτε, τυχαίε.

Το χάδι που δεν ένιωσα, την αγάπη που δεν πήρα, την αγκαλιά που δε μου χάρισες, σου ζωγραφίζω σήμερα – με τα πιο διάφανα χρώματα, ένα λευκό χαρτί στον τοίχο σου να πάρεις να κρεμάσεις!

Ένα χρωμόσωμα μοιράζομαι με σένα και αν μπορούσα θα στο επέστρεφα, ούτε αυτό να μη χρειάζεται να σου χρωστάω.

Το DNA που με συνδέει με όλα όσα είσαι, με τη γενιά σου, με τη γενετική κληρονομιά σου – τα αποποιούμαι. Δεν αναγνωρίζω, δεν αποδέχομαι αυτό το χρέος.

Μου είναι αδιάφορο αν ζεις, αν πέθανες, αν περνάς καλά, αν στεναχωριέσαι. Πιο λίγο κι από συνάνθρωπο σε λογαριάζω.

Ελάχιστα ζώα έχουν πατρικά ένστικτα, τα περισσότερα εγκαταλείπουν τα παιδιά τους, μερικά τα σκοτώνουν κιόλας. Εσύ άραγε νιώθεις άνθρωπος;

Χρόνια Πολλά, Απόντα. Ή χρόνια λίγα, δε με νοιάζει. Είσαι φάντασμα, δεν υπάρχεις, δεν σε νοιάζουν οι ευχές.

Δεν είμαι λουλούδι, ένας σπόρος σπουδαίων γονέων, με πιστοποίηση και περγαμηνές. Ένα αγκάθι είμαι, που φύτρωσε όπου λάχει, ένα αδέσποτο ενός αστείρωτου κοπρίτη.

Έτσι για να το πω, για να δω γραμμένη αυτή τη λέξη, θα το πω. Πατέρα.

Πατέρα.

Μπαμπά.

Χρόνια πολλά.

Δε πέρασε ακόμα η γαμημένη μέρα; Δεν ξημέρωσε η επόμενη;

Χρόνια Πολλά

 

Αγκάθι