Διάβασα πριν λίγο για την τραγική είδηση για τη νέα επίθεση στη Συρία με χημικά. Νεκροί. Ανάμεσά τους παιδιά. Πολλά. Πάλι. Κάθε μέρα. Παντού.
Αυτό το κείμενο γράφεται από τον υπολογιστή του σπιτιού μου. Του ασφαλούς σπιτιού μου. Που όμως, γειτονεύει από κάθε πλευρά, ανεξαρτήτου χιλιομετρικής αποστάσεως, με τους χειρότερους εφιάλτες μου. Ασφαλές. (Είναι;) Για πόσο ακόμα; Έχω ακούσει, διαβάσει πολλά για τη φρίκη. Την έχω δει και σε ταινίες με οσκαρικές ερμηνείες, σε ειδησεογραφικά ρεπορτάζ με μονταρισμένα και αμοντάριστα πλάνα, σε φωτογραφίες καλλιτεχνικά επεξεργασμένες και μη. Πριν γεννηθεί το παιδί μου και αφού γεννήθηκε. Δεν την έχω ζήσει. Εύχομαι να μη τη ζήσω. Ούτε και το παιδί μου. Ποτέ…
Είδα βίντεο. Έγινα ξανά, “comfortably numb”. Παιδιά να παλεύουν για να πάρουν την κάθε ανάσα. Παιδιά που πήραν την τελευταία τους ανάσα. Παιδιά νεκρά, παγωμένα, με ανοιχτά τα μάτια. Μάτια σαν μικροσκοπικοί πίνακες απεικονίζοντας το απόλυτο «ΓΙΑΤΙ;». Άνθρωποι κάθε ηλικίας να ξεπλένονται με μάνικες, έχοντας απολέσει και το τελευταίο ίχνος ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Κλάμα. Πόνος. Ουρλιαχτά. Κοφτές ανάσες. Επιθανάτιοι ρόγχοι. Σιωπή. Θάνατος.
Δεν είναι το πρώτο τέτοιο βίντεο που βλέπω, δε θα είναι το τελευταίο.
Σκέφτομαι όλους αυτούς που τραβούν αυτά τα βίντεο. Θα το έκανα ποτέ; Είναι ηθικό ή όχι;
Από τη μία θεωρώ ότι είναι απαραίτητο να βλέπουμε με τα ίδια μας τα μάτια τι συμβαίνει, στις πιο άτυχες γωνιές της Γης, την πιο σκληρή όψη της πραγματικότητας, αυτή που μας κάνει να θέλουμε να κλειστούμε στο μπάνιο και να κλαίμε με αναφιλητά, αυτή που θα κάνει την αγκαλιά προς τους αγαπημένους μας ασφυκτική, αυτή που κάνει το φιλί της καληνύχτας προς τα παιδιά μας το πιο ουσιαστικό όλων, αυτή που μας θυμίζει να εκτιμάμε αυτά που έχουμε, ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο, ότι είμαστε όλοι αναλώσιμοι.
Από την άλλη, αυτό το παιδί που σπαρταράει, μόνο του… Δεν υπάρχει επιστροφή, δεν υπάρχει σωτηρία.. Με μία ψυχρή κάμερα δίπλα του. Δίχως τη μάνα του, τον πατέρα του. Δίχως κάποιον να το αγκαλιάσει, να του υποσχεθεί ότι θα είναι η τελευταία φορά που θα φοβηθεί. Θέλω να πιστεύω ότι δεν άντεξε ο εικονολήπτης, του κράτησε το χέρι, το πήρε αγκαλιά. Γιατί αυτό θα έκανα εγώ. Όμως εγώ δεν ήμουν εκεί.
Είχα σταματήσει πια να αναρωτιέμαι. Γιατί; Ποιοι; Πότε; Πρέπει κάνεις να ξορκίσει πολλούς δαίμονες, προσωπικούς, σκοτεινούς, εγωιστικούς, απόλυτους. Πόσο εύκολο να χάσει κανείς το μυαλό του. Από κάθε πλευρά, από κάθε «στρατόπεδο», όλων των κατευθύνσεων, όλων των χρωμάτων. Πόση παράνοια; Πόσο μίσος; Για το ανθρώπινο είδος, για τη ζωή. Είμαι πολύ περίεργη, μία υποθετική «ζυγαριά» παγκόσμιας ευτυχίας/δυστυχίας προς ποια κατεύθυνση θα έγερνε; Στη φύση υποτίθεται ότι υπάρχει τυφλή ισορροπία, δίχως ίχνος δικαιοσύνης. Όταν διαταράσσεται, τι συμβαίνει; Τι θα μας συμβεί; Και να ‘μαστε πάλι από την αρχή. Γιατί; Ποιοι; Πότε; Κρίμα που δε θα μάθουμε την αλήθεια. Σε αυτή τη ζωή, τουλάχιστον.
Τι πρέπει, τι θέλω, τι μπορώ να κάνω εγώ από το σπίτι μου, το προς το παρόν ζεστό και ασφαλές σπίτι μου; Ατελείωτες οι επιλογές και οι προτεραιότητες. Πόσο λυπηρό είναι να αναλωνόμαστε στο πώς θα μπορέσουμε πρώτοι να επιδείξουμε την ευαισθησία μας ή να προσπαθήσουμε να χλευάσουμε όποιον έχει αντίθετη άποψη από εμάς για τους πρόσφυγες, τους μετανάστες, τους υποστηρικτές του Άσαντ ή τους πολέμιους, τον Τραμπ, τον Πούτιν, τον Ερντογάν, τα άψυχα σώματα που ξεβράζονται στις παραλίες, τα ορφανά παιδιά και τα απολεσθέντα δικαιώματά τους στη ζωή. Πόσο εγωιστικό, πόσο ανούσιο, πόσο ανθρώπινα απάνθρωπο;
Κάποιοι άνθρωποι εγκατέλειψαν τις ζωές τους και φόρεσαν το εθελοντικό γιλέκο, προσφέροντας παντός είδους βοήθεια, πόσο λυτρωτικά απελευθερωμένοι είναι. Κάποιοι άνοιξαν τα σπίτια τους, για ένα πιάτο φαγητό, για ένα άνετο κρεβάτι, για ένα αξιοπρεπές μπάνιο, για μία ζέστη αγκαλιά, τι μεγαλείο ψυχής. Κάποιοι απέκτησαν τα παιδιά που δεν είχαν ή δημιούργησαν αδερφικές σχέσεις. Κάποιοι απλά άλλαξαν, προς το καλύτερο, ανακάλυψαν τον χαμένο τους εαυτό, άρχισαν πάλι να εκτιμούν τη ζωή, να χαμογελούν, να νιώθουν ευτυχισμένοι, γιατί το σπίτι τους είναι ακόμα ζεστό, είναι ακόμα ασφαλές. Μπορεί να μη προσφέρουν άμεσα, αλλά έμμεσα, όχι στο παρόν, αλλά στο μέλλον, όχι μέσω των ιδίων, αλλά μέσω των απογόνων τους. Ας σταματήσουμε να υποτιμάμε τη δύναμη της προσωπικής αλλαγής, όποια μορφή κι αν έχει αυτή, είναι αμέτρητα τα πρόσωπα και τα οφέλη της. Είμαστε τόσο ίδιοι και τόσο διαφορετικοί. Εάν κάποτε το κατανοήσουμε και το σεβαστούμε αυτό, τότε ίσως η «ζυγαριά» να ισορροπήσει και οι μικροσκοπικοί πίνακες να ξαναβρούν τα εύθυμα χρώματά τους.