Ανέκαθεν σιχαινόταν το πρωινό ξύπνημα. Όμως, για εκείνον, θα μπορούσε να μείνει ξύπνια μέρες ολόκληρες. Έτσι, όταν της ζήτησε να συναντηθούν στις 7 το πρωί, δεν αρνήθηκε, παρόλο που μέσα της σιχτίριζε κι ας είχε ήδη τελειώσει και τον τρίτο καφέ. Ντύθηκε πρόχειρα και πήγε στο σημείο συνάντησης.

Εκείνος, μόλις είχε φτάσει στην πόλη και σκόπευε να εγκατασταθεί μόνιμα πλέον. Εκείνη, είχε δηλώσει πρόθυμη εξ αρχής να τον βοηθήσει σε ό,τι χρειαστεί. Κι ας χτυπούσε η καρδιά της πιο έντονα κάθε φορά που τον αντίκριζε. Κι ας της κοβόταν η ανάσα κάθε φορά που τον κοιτούσε. Κι ας τον ήθελε όσο τίποτα. Είχε αποφασίσει να χαλιναγωγήσει τον εαυτό της και να σταθεί δίπλα του σαν φίλη και να τον βοηθήσει. Μόνο σαν φίλη, τίποτα παραπάνω. Κάθε φορά αυτό έλεγε μα, όταν τον έβλεπε, με δυσκολία έβγαζε λέξη.

Στις 7 ακριβώς βρισκόταν στην οδό που της είχε δώσει. Την καλημέρισε μ’ ένα τυπικό, κάπως, φιλί στο μάγουλο. Ύστερα, άπλωσε το χέρι του κι έκλεισε ένα μικρό μπρελόκ με δυο κλειδιά στη χούφτα της. «Σήμερα φτάνουν τα πράγματα μου, όμως έχω συνέντευξη για δουλειά. Θα μπορούσες να παραλάβεις εσύ; » Της είπε κι εκείνη, δίχως άλλο, συμφώνησε. Δεν μπορούσε να του φέρει αντίρρηση σε τίποτα κι ας προσπαθούσε να το παίξει σκληρή και δήθεν ιστορία.

Μοιράστηκαν έναν γρήγορο καφέ, από το μαγαζάκι της γωνίας. Εκείνη έπινε γλυκό, εκείνος σκέτο. Ρούφηξε δύο γουλιές από τον δικό του πάνω σε μια ατάκα πως δε θα άντεχε με τίποτα να πιει σκέτο καφέ. Προσπάθησε να μην ξινίσει το πρόσωπό της όσο κι αν αηδίασε στη γεύση της πικράδας. «Τώρα θα μάθω τα μυστικά σου», του είπε χαμογελώντας κ ύστερα οι δρόμοι τους χωρίστηκαν.

Εκείνη οδηγήθηκε προς την πολυκατοικία.
Άνοιξε την πόρτα του καινούργιου διαμερίσματος και η πρώτη της κίνηση ήταν να τραβήξει τις κουρτίνες και ν’ ανοίξει διάπλατα τα παραθυρόφυλλα ώστε να λούσει με φως τον άδειο χώρο. Μόνο ένα κρεβάτι υπήρχε μέσα, ήταν το μοναδικό έπιπλο που είχε φτάσει λίγες μέρες πριν. Άφησε το σώμα της να χαλαρώσει για λίγη ώρα πάνω στο μαλακό στρώμα καθώς περίμενε να παραλάβει και τα υπόλοιπα.

Βυθίστηκε στο άρωμα των σεντονιών, έκλεισε τα μάτια και ταξίδεψε για λίγο. Άγγιξε τις άκρες του μεταλλικού κρεβατιού κι ένιωσε ένα χέρι να τη χαϊδεύει απαλά κρατώντας σταθερά κολλημένα τα δικά της πάνω στο έπιπλο. Ένιωσε τα ακροδάχτυλά του να ταξιδεύουν στο κορμί της από τα μαλλιά μέχρι το στήθος κι ύστερα να ταξιδεύουν σε όλο της το σώμα. Ένιωσε την ανάσα του να καίει στο λαιμό της, τα χείλη του να ακουμπούν απαλά τα δικά της. Ένιωσε το σώμα του να βυθίζεται αργά στο δικό της. Ύστερα, ένιωθε τα χέρια του να την αγκαλιάζουν και να την κρατούν σφιχτά σαν να της φώναζαν «μείνε» τη στιγμή που ένιωθε πως πρέπει να φύγει.

Ο ήχος του τηλεφώνου διέκοψε τις σκέψεις της, την έδιωξε από το όνειρό που μόλις είχε δημιουργήσει. Τον ήθελε τόσο πολύ, που σχεδόν νόμισε πως τα ζούσε στα αλήθεια μα ήταν μόνο στο μυαλό της. Ήταν φανερά αναστατωμένη και κάπως ιδρωμένη. Έπλυνε το πρόσωπό της και προσπάθησε να συνέλθει. Βγήκε στο μικρό μπαλκόνι κι άναψε ένα τσιγάρο χαζεύοντας τους περαστικούς στο δρόμο. Έπρεπε να σταματήσει να τον σκέφτεται ερωτικά. Το ήξερε, δεν το προσπαθούσε. Μονίμως έλεγε ψέματα πως το παλεύει, αλλά δεν το έκανε. Δεν μπορούσε και δεν ήθελε. Ένιωθε ευάλωτη και πως παρασύρεται πάντα από τις επιθυμίες της. Αποφάσισε να βάλει ένα τέλος κι από εδώ και πέρα να πειθαρχεί τον εαυτό της όπου χρειάζεται. Ένιωθε δυνατή, αποφασισμένη, έτοιμη να αντιμετωπίσει τα πάθη της.

Είχε απορροφηθεί τόσο στις σκέψεις της που δεν άκουσε καν τον θόρυβο από τα κλειδιά στην πόρτα. Ξαφνικά, δύο χέρια τύλιξαν τη μέση της απαλά, την τράβηξαν και κόλλησαν πάνω στο σώμα της. Αντανακλαστικά προσπάθησε να γυρίσει κι ένα έντονο φιλί σφράγισε τα χείλη της. Ήταν σίγουρη πως πάλι το μυαλό της δημιουργούσε σενάρια και εικόνες. Αποτραβήχτηκε κι άνοιξε τα μάτια της για να διώξει τη σκέψη. Όμως εκείνος έστεκε μπροστά της ολοζώντανος, πιο όμορφος από ποτέ. Δε μίλησε, μονάχα τον ακολούθησε στο κρεβάτι κι αισθάνθηκε να ζωντανεύει κάθε κύτταρό της. Κάθε σημείο του κορμιού της, ήταν υποταγμένο σ’ εκείνον και πρόθυμο να ακολουθήσει κάθε επιθυμία του. Δε σκέφτηκε τίποτα, μονάχα απολάμβανε τα αχόρταγα φιλιά του και τα παθιασμένα χάδια του. Ό, τι τείχος είχε καταφέρει να υψώσει, γκρεμίστηκε με μιας. Κάθε άμυνα που τη συγκρατούσε, έπεσε, και τότε ένιωσε να την τυλίγει ένα γλυκό σκοτάδι. Δεν έφερε την παραμικρή αντίρρηση, έκλεισε τα χέρια της και το αγκάλιασε, το δέχτηκε σαν από πάντα να το περίμενε. Κι ένιωσε όμορφα, τόσο όμορφα που δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί τόσο καιρό του εναντιωνόταν.

«Κι όμως, είχα δίκιο. Έμαθα τα μυστικά σου» του είπε καθώς κούρνιασε ανάμεσα στα χέρια του.
Εκείνος χαμογέλασε αμυδρά. «Κράτησε τα κλειδιά και να έρχεσαι όποτε θες. Έχω δεύτερο ζευγάρι» είπε, τη φίλησε στο μέτωπο κι έφυγε ξανά.

Εκείνη, γυμνή πια και με την αίσθηση της πληρότητας να δημιουργεί χαμόγελο στο πρόσωπό της, έμεινε πάλι να τραβάει τζούρες από τη μυρωδιά του στα, πλέον, τσαλακωμένα σεντόνια. Με τη μόνη διαφορά πως, τώρα, υπήρχε η μυρωδιά και των δύο τους. Κι αυτό, είναι ό,τι καλύτερο μπορούσε να της συμβεί.