Κρατούσε σφιχτά τον χαρτοφύλακα. Κοιτούσε τη λαοθάλασσα γύρω του στο βαγόνι και ανάσαινε με δυσκολία. Κάθε μέρα η ίδια διαδρομή. Σχεδόν οι ίδιες φάτσες. Όλοι στον κόσμο τους. Όλοι στο σήμα τους. Μα αυτόν σήμερα ειδικά δεν τον ένοιαζε. Δεν δυσανασχετούσε. Μπήκε όπως πάντα στο γραφείο, κάθισε και ξεκίνησε τη δουλειά. Σφραγίδες εκεί, υπογραφές πιο δίπλα, ένα κρυφό τσιγαράκι και μισή τζούρα καφέ. Οι δείκτες να κινούνται βασανιστικά αργά. Λίγο ακόμα. Δυο στιγμές. Ορίστε! Το τέλος της βάρδιας. Στα δίπλα γραφεία οι συνάδερφοί τον χαιρετούν. Με μια δόση ζήλιας του εύχονται καλή άδεια. Βγαίνει με σφιγμένο χαμόγελο κ γοργό βήμα. Σχεδόν τρέχει σπίτι. Ανοίγει μια τσάντα. Βάζει μέσα ένα μαγιό, δύο μπλούζες, μια πετσέτα, γυαλιά. Άλλη μια διαδρομή με το μέτρο. Χωρίς χαρτοφύλακα μετά από χρόνια.

Φτάνει στο λιμάνι. Σκανάρει γρήγορα με το βλέμμα τα πλοία. Διαλέγει ένα και βγάζει βιαστικά εισιτήριο. Δεν είχε από
πριν συγκεκριμένο προορισμό. Δεν είχε κλείσει δωμάτιο, αμάξι. Δεν ξέρει τίποτα για το νησί όπου θα βρεθεί σε λίγες ώρες. Αλλά δεν τον νοιάζει κιόλας. Μέχρι σήμερα το πρωί δεν σκόπευε καν να φύγει στην άδεια του. Θα άραζε κάτω από το αιρκοντίσιον, θα έλιωνε με κατεβασμένες σειρές, άντε να πήγαινε και στο μαγέρικο για κάνα μαγειρευτό πιάτο φαΐ που και που. Όμως κάποιο κλικ κίνησε ένα ξεχασμένο γρανάζι του μυαλού του και να τον τώρα. Να κάνει για πρώτη φορά από όσο θυμάται στην ενήλικη ζωή του, κάτι αυθόρμητο. Οι ώρες στο πλοίο περνούν σαν νερό. Επιδίδεται στην αγαπημένη του ασχολία. Να παρατηρεί τους γύρω. Το ζευγάρι που δεν ξεκολλάει τα χέρια του. Τον πιτσιρικά που μιλάει ατέρμονα με τους περήφανους παππούδες που τον καμαρώνουν. Άνθρωποι γελαστοί. Άνθρωποι χαλαροί. Οι ίδιοι άνθρωποι του πρωινού βαγονιού σε ένα παράλληλο σύμπαν.

Κατεβαίνοντας στο νησί δεκάδες τύποι με ταμπελάκια τον πλησιάζουν. We have nice rooms Έλληνας είσαι ρε φιλαράκι; Έλα έχω καλά δωμάτια. Θα σου κάνω και σπέσιαλ τιμή αν δεν θες απόδειξη.. Μανουβράρει εντέχνως για να τους αποφύγει. Έχει πάρει άλλη μια απόφαση. Θα κοιμηθεί σε παραλία. Ούτε δωμάτιο θέλει, ούτε ζεστό νερό ούτε τίποτα. Μόνο να γαληνέψει. Σταματά για ένα σουβλάκι. Έχει πια μεσημεριάσει και ο ήλιος τσουρουφλάει. Το απόγευμα με το σάκο στο χέρι, χώνεται σε ένα μπιτσόμπαρο. Δυνατή μουσική, γελαστές φάτσες, όμορφοι άνθρωποι. Ρουφά το ποτό του και παρατηρεί. Μια τουριστριούλα του χαμογελάει όλο γλύκα. Στιγμιαία μπαίνει στον πειρασμό να σπάσει την ερημιά του αλλά γρήγορα το μετανιώνει. Μπα. Όσο συμπαθητική και να είναι, αυτός θέλει παρέα μόνο τη σκέψη του. Εξάλλου ξέρει πως μετράει σαν άντρας. Δεν γυρεύει επιβεβαίωση. Με σώμα χτισμένο πολλούς χειμώνες σε γυμναστήρια αφού αυτή είναι η μόνη του απόδραση στην πόλη, με περιποιημένο μούσι όπως προστάζει η μόδα, με ρούχα διαλεγμένα να δείχνουν όλα αυτά που πλασάρουν τα περιοδικά.

Η νύχτα πέφτει, οι φωνές γύρω δυναμώνουν, τα κορμιά λικνίζονται στον ρυθμό που δίνουν τα ηχεία. Νιώθει κούραση. Σηκώνεται ρίχνοντας ένα τελευταίο βλέμμα στην μικρούλα που χασκογελάει με μια καινούρια παρέα. Αφήνει μερικά χαρτονομίσματα στη μπάρα, παίρνει το σάκο του και φεύγει. Περπατά στην παραλία με τις εναλλασσόμενες μουσικές από τα μπαράκια. Βρίσκει την πιο απομακρυσμένη ξαπλώστρα και απλώνει την πετσέτα του. Πέφτει για ύπνο θαυμάζοντας τον ολοφώτιστο ουρανό. Το μυαλό του γεμίζει αναμνήσεις. Εικόνες από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια. Τότε που το φεγγάρι και τα αστέρια συνόδευαν τα παιχνίδια του και τις παρέες με το κρασάκι κ τα μπιρόνια στις παραλίες. Δεν κατάλαβε πότε κοιμήθηκε. Μια ζεστή πρώτη ακτίνα του ανατέλλοντος ήλιου τρυπώνει κάτω από τα βλέφαρα του. Τεντώνεται. Το νησί κοιμάται. Αυτή ήταν πάντα η αγαπημένη του ώρα. Βουτά μέσα στο δροσερό νερό. Ο ήλιος χαϊδεύει την επιφάνεια του. Μπορεί να πάρει όρκο ότι η θάλασσα είναι καμωμένη από χρυσάφι. Με δύο απλωτές βρίσκεται στα βαθιά. Ξαπλώνει ανάσκελα και κλείνει τα μάτια. Το είναι του πλημμυρίζει με ένα πορτοκάλι θερμό φως. Τα αυτιά του ακούν μόνο την κίνηση των κυμάτων. Μνήμες ξεπηδούν. Η μάνα που του βάζει αντηλιακό. Ο πατέρας τον σηκώνει στις πλάτες για να κάνει βουτιές. Κουβαδάκια και κάστρα στην άμμο. Αργότερα, φίλοι να χαζεύουν κάνοντας πλάκες τις όμορφες της παραλίας. Εκείνη. Να τον αγκαλιάζει μέσα στο νερό. Όλη του η ζωή μια θάλασσα. Κάθε όμορφη στιγμή του φτιαγμένη από αλμυρά και ήλιο. Στη μνήμη και στην ψυχή του δύο στιγμές καλοκαίρι βαραίνουν πιο πολύ από δεκάδες χειμώνες. Μετανιώνει για όσες διακοπές την απαρνήθηκε. Χαμογελά. Το κορμί σιγά σιγά βυθίζεται. Ο ήλιος τον χαϊδεύει. Το νερό τον αγκαλιάζει.

Ένα κάψιμο για μια στιγμή στα πνευμόνια.

Ο πιτσιρικάς που νοικιάζει τις ξαπλώστρες βρίσκει ένα σάκο και μια πετσέτα. Κοιτάει γύρω γύρω αλλά δεν υπάρχει κανείς. Ανοίγει το σάκο. Δυο μπλούζες. Ένα ζευγάρι γυαλιά. Σηκώνει τους ώμους. Ποιος ξέρει πιο περιστασιακό ζευγαράκι αφηρημένο μετά τη γλύκα της συνουσίας τα ξέχασε εκεί.